Πρώτη Σελίδα Επιστημονικών Μελετημάτων Ιωάννου Ελ. Σιδηρά


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
Οι κατά τα έτη 1905-1906 διπλωματικές και εκκλησιαστικές διενέξεις
στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας με επίκεντρο τον
Αρχιερατικό Επίτροπο αυτής Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα Βλάχο
·      Ιστορικές μαρτυρίες από τρία υπηρεσιακά διπλωματικά έγγραφα[1] του ΥΠΕΞ, προερχόμενα εκ του αρχείου του Γεωργίου Αστεριάδη, τα οποία φυλάσσονται αποτεθησαυρισμένα στο «Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο» του Δήμου Καβάλας[2]
Το πολυψηφιδωτό της ιστορίας ενός τόπου διαμορφώνεται από τις επιμέρους ψηφίδες των γεγονότων και προσώπων, τα οποία έθεσαν ανεξίτηλα την σφραγίδα τους στην «ιστορική περπατησιά» του μέσα στον χωροχρόνο και στο διάβα των αιώνων. Στο πλαίσιο αυτό, τα τρία δημοσιευόμενα στην παρούσα ευσύνοπτη επιστημονική μελέτη μας υπηρεσιακά διπλωματικά έγγραφα του ΥΠΕΞ, τα προερχόμενα εκ του αρχείου του Γεωργίου Αστεριάδη και από ετών φυλασσόμενα στο «Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο» του Δήμου της Καβάλας αποτελούν τις πλέον αξιόπιστες και αψευδείς πηγές, οι οποίες ως προς το θέμα της μελέτης μας καλύπτουν όντως το μέχρι τούδε υπάρχον ιστορικό κενό και αποκαλύπτουν ως σωζόμενες μέσα στο χωροχρόνο πολύτιμες ιστορικές μαρτυρίες τα όσα έλαβαν χώρα κατά το β΄ ήμισυ έτους 1905 και μέχρι τον Απρίλιο του 1906 υπό την μορφή των εντόνων διπλωματικών και εκκλησιαστικών διενέξεων στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας με επίκεντρο την εμβληματική και πολυτάλαντη δυναμική προσωπικότητα ενός μεγάλου και επιφανούς εκκλησιαστικού και εθνικού ανδρός όπως αναμφιβόλως υπήρξε ο τότε Αρχιερατικός Επίτροπος – και δι’ ολίγον χρονικό διάστημα Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης - Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Βλάχος[3] (1901-1906), ο οποίος ήλθε αρχικώς σε εντόνως σφοδρή σύγκρουση και ρήξη με τον τότε Υποπρόξενο Καβάλας Άγγελο Άννινο (1904-1905) και εν συνεχεία με τον κατ’ εκείνη την περίοδο επιφανή και ικανό επίσης εκκλησιαστικό και εθνικό – πλην ζηλόφθονο – άνδρα, Μητροπολίτη Ξάνθης Ιωακείμ Σγουρό[4] (1891-1910), ο οποίος τελικώς και τον εξεδίωξε βαναύσως και ιταμώς από την Καβάλα.
Ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Βλάχος ευρέθη στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Καβάλας και κατόπιν της σχετικής τιμητικής αποφάσεως του κυριάρχου επιχωρίου Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ, ο οποίος επέλεγε τους συνεργάτες του με πολύ αυστηρά και αντικειμενικά κριτήρια, ανέλαβε τα όντως ευθυνοφόρα καθήκοντα του Αρχιερατικού Επιτρόπου και Ιεροκήρυκος αυτής κατά το έτος 1901, όταν δηλαδή η πόλη της Καβάλας και η πέριξ αυτής περιοχή, ως γνωστόν, από του έτους 1721 και μέχρι το έτος 1924 υπήγετο στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης,[5] αλλά και σε μία λίαν εξόχως κρίσιμη περίοδο για την επιβίωση του Πατριαρχικού Ορθόδοξου Ελληνισμού της Μακεδονίας, ο οποίος εδοκιμάζετο δεινώς λόγω της εθνοφυλετικής (εθνικιστικής) και επεκτατικής μεγαλοϊδεατικής πολιτικής της Βουλγαρίας και του πειθήνιου οργάνου αυτής, ήτοι της σχισματικής και αντικανονικής βουλγαρικής εξαρχίας.
Ο νέος, δυναμικός και πολυτάλαντος Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Βλάχος ως στενός συνεργάτης του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα ευθυνοφόρα καθήκοντα αυτού στην Καβάλα και ενεργών εκ προσώπου του κυριάρχου Μητροπολίτου του, έδειξε άριστα δείγματα γραφής των πολλών χαρισμάτων με τα οποία ήταν προικισμένος ως προσωπικότητα, αναδειχθείς όντως άξιος και γνήσιος, αληθής και επιφανής εκκλησιαστικός και εθνικός ανήρ, ο οποίος άνευ υπερβολής ελατρεύθη από όλες τις κοινωνικές τάξεις των κατοίκων της Καβάλας. Τούτο δε υπογραμμίζεται ευσύνοπτα από τον ιστοριοδίφη και φιλίστορα συγγραφέα Νικόλαο Ρουδομέτωφ, ο οποίος αναφέρει τα εξής: «ο άλλος εξαίρετος συνεργάτης του Ιωακείμ ήταν ο Σπυρίδων Βλάχος, ο οποίος υπηρέτησε ως Αρχιερατικός Επίτροπος από το 1901 έως το 1906. Ήταν μία πολύ μεγάλη προσωπικότητα και  πρωτοστάτησε σ’ όλες τις δραστηριότητες και στα έργα της Κοινότητας. Όπως όλοι όσοι υπηρέτησαν ως κεφαλές της τοπικής μας Εκκλησίας, ήταν φλογερός πατριώτης. Στα δύσκολα χρόνια της αρχής του Μακεδονικού Αγώνα πρωτοστάτησε μαζί με τον Μαυρομμάτη στην οργάνωση της Καβάλας, με τη στενή συνεργασία του Δραγούμη, του Κανελλόπουλου κλπ. Και προσέφερε πολύ μεγάλο έργο».[6]
Ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Βλάχος ως Αρχιερατικός Επίτροπος της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας με την ανάληψη των καθηκόντων του και ενεργώντας εκ προσώπου του κυριάρχου επιχωρίου Επισκόπου αυτού, Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ, ήρε στους ώμους του ένα πολυεύθυνο εκκλησιαστικό και εθνικό έργο συμβάλλοντας αποφασιστικά αφενός μεν στην ενίσχυση του εκκλησιαστικού και εθνικού φρονήματος των ελληνορθοδόξων κατοίκων της πόλεως και των πέριξ αυτής ρωμαίϊκων κοινοτήτων (ενοριών), αφετέρου δε στην ανύψωση του πνευματικού, εκπαιδευτικού, οικονομικού και εν γένει κοινωνικού και βιοτικού επιπέδου αυτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μάλιστα της φιλοπροόδου δράσεως του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος ήταν η εκ μέρους του ολόθυμη προσφορά κάθε δυνατής συνδρομής και ενισχύσεως κατά τις πρώτες ενέργειες ορισμένων κυριών της Καβάλας να ιδρύσουν την «Φιλόπτωχο Αδελφότητα» της πόλεως, της οποίας η ίδρυση συνέπεσε με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνος και ο τότε πρωταρχικός αυτής σκοπός ήταν εθνικός, ήτοι η εξυπηρέτηση, ενίσχυση και περίθαλψη των επί του Παγγαίου Όρους και στην περιοχή της Καβάλας δρώντων Ελλήνων Μακεδονομάχων.[7]
Ως εντεταλμένος και κατά την κανονική εκκλησιαστική τάξη διορισμένος Αρχιερατικός Επίτροπος του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ είχε καίριο θεσμικό ρόλο και εξιδιασμένη ευθυνοφόρο αρμοδιότητα επί των ποικίλων κοινοτικών ζητημάτων της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας,[8] αφού σύμφωνα με τον από της 27ης Ιουνίου του έτους 1899 ισχύοντα «Κανονισμό της εν Καβάλα Ελλην. Ορθοδόξου Κοινότητος»,[9] τον οποίο είχε επικυρώσει ο τότε Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ, ο εκάστοτε Αρχιερατικός Επίτροπος, όπως εν προκειμένω και ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων, απουσιάζοντος του κυριάρχου επιχωρίου Μητροπολίτου, προήδρευε και προσυπέγραφε τα πρακτικά[10] των συνεδριάσεων όλων των κοινοτικών σωμάτων (οργάνων), ήτοι: 1) της Αντιπροσωπείας της Κοινότητος, 2) της Δημογεροντίας, 3) της Εφορείας των Σχολών, 4) της Εφορείας Νοσοκομείου και 5) των Επιτροπών των Ιερών Ναών (Παναγίας, Αγίου Ιωάννου, Αγίου Αθανασίου).[11]
Ιδιαίτερη πτυχή στην εν γένει πολυσχιδή προσφορά και δράση του Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνος στην φαναριοσκέπαστη μακεδονική γη της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας αποτελούν οι πανθομολογούμενοι ακατάβλητοι και ανυποχώρητοι εθνικοί αγώνες του, οι οποίοι τον κατέστησαν στην συλλογική εθνική συνείδηση του Γένους ως πρώτης γραμμής Μακεδονομάχο πατριαρχικό κληρικό σε μία περίοδο ιδιαζόντως κρίσιμη για την ίδια την επιβίωση του Μακεδονικού Ελληνισμού λόγω της εθνικιστικής και ανθελληνικής επεκτατικής πολιτικής και δράσεως των σχισματικών βουλγαροεξαρχικών και στην περιοχή της Καβάλας.
Η συνεργασία του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος λόγω κα της θεσμικής θέσεώς του ως Αρχιερατικού Επιτρόπου με τους Έλληνες διπλωμάτες[12] του Υποπροξενείου[13] Καβάλας13α και με πολλούς ισχυρούς εντοπίους[14] πατριώτες άνδρες για την απόκρουση της επικινδύνου βουλγαρικής διεισδύσεως και την αποτροπή της εθνικιστικής επεκτατικής ανθελληνικής δράσεως των σχισματικών εξαρχικών υπήρξε αγαστή, σταθερά, εθνικώς αποτελεσματική και πολλαπλώς ωφέλιμη. Προς τούτο, μεταξύ των ετών 1901-1906, συνεργάσθηκε εκ του σύνεγγυς ως ιθύνων νους, πρωτοπόρος και πρωτεργάτης του εν Καβάλα Μακεδονικού Αγώνος με τους Έλληνες διπλωμάτες Ίωνα Δραγούμη,[15] ο οποίος οργάνωσε τις Επιτροπές «Άμυνας» στην Ανατολική Μακεδονία, Ευθύμιο Κανελλόπουλο,[16] Νικόλαος Μαυρουδή[17] και δι’ ολίγον προ της απροόπτου αποχωρήσεώς του από την Καβάλα με τον νεαρό σημαιοφόρο του ελληνικού πολεμικού ναυτικού Στυλιανό Μαυρομιχάλη (γνωστός με το ψευδώνυμο Στέφανος Μαυρομμάτης), ο οποίος υπήρξε ο κυρίως οργανωτής και συντονιστής του «Εθνικού Κέντρου» στην Καβάλα.[18] Επειδή δε προ της ιδρύσεως του Εθνικού κέντρου στην Καβάλα, η εθναρχούσα Εκκλησία διήθυνε τον εν Καβάλα και στις πέριξ αυτής περιοχές Μακεδονικό Αγώνα με επικεφαλής και προεξάρχοντα τον Αρχιερατικό Επίτροπο Σπυρίδωνα, ο Κωνσταντίνος Χιόνης[19] αναφέρει ότι ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων μαζί με τους Γεώργιο Πρωτόπαπα,[20] Κλεάνθη Τερμεντζή[21] Ηλία Φέσσα[22] και άλλους, οι οποίοι εργάζονταν για την εθνική υπόθεση, έγιναν δέκτες εγγράφων απειλών των βουλγαροεξαρχικών, οι οποίοι αποτελούσαν την επιτροπή οργανώσεων του βουλγαρικού κομιτάτου Καβάλας και απειλούσαν ευθέως τους προμνημονευθέντες ότι θα τους εκτελέσουν.[23]
Δεν είναι τυχαίο μάλιστα το γεγονός ότι η μεγάλη και αποτελεσματική εθνική δράση του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή της Καβάλας προκάλεσε την άμεση παρέμβαση του τότε Έλληνος Υποπροξένου Καβάλας Ευθυμίου Κανελλόπουλου[24] υπέρ της παραμονής του Αρχιερατικού Επιτρόπου στην Καβάλα, όταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά τον Ιανουάριο του 1904 εσκέπτετο να ανακαλέσει τον Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα από την θέση του Αρχιερατικού Επιτρόπου της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας προκειμένου να του ανατεθεί η διεύθυνση της εν Πριγκήπω Ιεράς Μονής του Χριστού. Έτσι ο Υποπρόξενος Ευθύμιος Κανελλόπουλος στο υπ’ αρίθμ. πρωτ. 293 υπηρεσιακό έγγραφό του, υπό ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 1904, το οποίο απέστειλε στον Έλληνα Πρεσβευτή Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Γρυπάρη,[25] έγραφε τα εξής:
«Πρεσβείαν Κων/πόλεως.
Κύριε Πρεσβευτά,
Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω τη Υ.Ε. ότι καθ’ α θετικώς πληροφορούμεθα, οι εν τοις Πατριαρχείοις σκοπούσι να ανακαλέσωσιν εντεύθεν τον Αρχιερατικόν Επίτροπον του Σεβ. Μητροπολίτου Ξάνθης Κύριον Σπυρ. Βλάχον, ίνα αναθέσωσιν αυτώ την διεύθυνσιν της εν Πριγκήπω Μονής του Χριστού.
Διερμηνεύων εν τούτω την γνώμην του Υποπροξένου κ. Αννίνου, ον από χθες αναπληρώ, και την ομόθυμον επιθυμίαν της ενταύθα κοινότητος, παρακαλώ την Υ.Ε. ίνα ευαρεστουμένη συστήση καθ’ όσον είναι εφικτόν, τοις αρμοδίοις την μη απομάκρυνσιν εντεύθεν του κ. Σπ. Βλάχου, διότι ούτος, δραστήριος και υψηλού εμφορούμενος φρονήματος, ου μόνον της Κοινότητος εφελκύσατο την αμέριστον εκτίμησιν, αλλά τυγχάνει και εξ εκείνων, οίτινες εν τω παρόντι μάλιστα, επωφελέστατα δύνανται να δράσωσιν εν Μακεδονία και τυγχάνει αναγκαιότατον όπως εργασθή εν αυτή. Ευπειθέστατος. Ο Υποπρόξενος. Ε. Κανελλόπουλος».[26]
Η δε εκκλησιαστική, εθνική και φιλεκπαιδευτική δράση του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Καβάλας καθώς και οι περικοσμούσες αυτόν διοικητικές ικανότητές του, σε σύντομο χρονικό διάστημα από της αναλήψεως των καθηκόντων του, είχαν υπερβεί τα γεωγραφικά όρια της Καβάλας και είχαν φθάσει ως θετική φήμη μέχρι και την Κομοτηνή (τότε Γκιουμουλτζίνα). Τούτο αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι ο δραστήριος ηπειρωτικής καταγωγής διδάσκαλος του Αρρεναγωγείου Γκιουμουλτζίνης Νικόλαος Ξυλανης παραπονούμενος για την αδράνεια του τότε Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου[27] (1902-1914), ο οποίος συνεχώς ανέβαλε την λειτουργία της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος Γκιουμουλτζίνης, απέστειλε την υπ’ αρίθμ. πρωτ. 29 και υπό ημερομηνία 20 Ιανουαρίου 1906 έγγραφη αναφορά του προς τον Έλληνα Πρόξενο της Αδριανουπόλεως στην οποία επεσήμανε χαρακτηριστικά τα εξής: «…οσημέραι εκ των πραγμάτων κατάδηλον γίγνεται, ότι ο ημέτερος Αρχιερεύς δεν είναι, δυστυχώς, εκείνος ον απαιτούσιν αι περιστάσεις εν τη επαρχία ταύτη. Η Μεγάλη Εκκλησία την υψίστην εθνικήν υπηρεσίαν θα προσφέρη, εάν τούτον μεν καλέση συνοδικόν, επιβάλη δε αντιπρόσωπόν του ενταύθα τον υπό της κοινής γνώμην ως λίαν δραστήριον και ικανόν ν’ αντιμετωπίση τας περιστάσεις ενδεδειγμένον, Σπυρίδωνα Βλάχον – Αρχιμανδρίτην εν Καβάλλα».[28]
Όσον αφορά ειδικότερα τις διπλωματικές και εκκλησιαστικές διενέξεις, οι οποίες έλαβαν χώρα περίπου κατά τα μέσα του έτους 1905 και έως τον Απρίλιο του 1906 στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Καβάλας με επίκεντρο το πρόσωπο του Αρχιερατικού Επιτρόπου αυτής, Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος, έχουμε ως πολύτιμες ιστορικές πηγές τα τρία δημοσιευόμενα στην παρούσα μελέτη υπηρεσιακά διπλωματικά έγγραφα[29] της εσωτερικής αλληλογραφίας των προξενικών αρχών Καβάλας και Θεσσαλονίκης, τα οποία, όπως προαναφέραμε, σώζονται σε φωτοτυπημένη μορφή στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο του Δήμου Καβάλας. Από τα τρία αυτά ιστορικά έγγραφα, τα δύο πρώτα, κατά την χρονολογική σειρά της συντάξεως και αποστολής τους, είναι του Ελληνικού Υποπροξενείου Καβάλας, ενώ το τρίτο είναι του Γενικού Προξενείου Ελλάδος εν Θεσσαλονίκη, στα οποία αποκαλύπτονται άγνωστες εν πολλοίς πτυχές των κατά τα έτη 1905-1906 συγκρουσιακών διαπροσωπικών σχέσεων του Αρχιερατικού Επιτρόπου Σπυρίδωνος με τον Έλληνα Υποπρόξενο Καβάλας Άγγελο Άννινο[30] και με τον Μητροπολίτη Ξάνθης Ιωακείμ Σγουρό[31] (1891-1910), οι οποίες όμως επηρέασαν την εκκλησιαστική, εθνική και κοινωνική ζωή της πόλεως, αλλά και  υπό ποίες  συγκυρίες γράφεται η ιστορία σε έναν τόπο και παράλληλα καταγράφεται μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι  η προσωπική   πορεία της ζωής μεγάλων και επιφανών  δυναμικών προσωπικοτήτων, όπως αναμφιβόλως υπήρξε ο τότε Αρχιερατικός Επίτροπος Σπυρίδων, λόγω στιγμιαίων, ατυχών ή απροόπτων γεγονότων, τα οποία άλλοτε αποτελούν την κυρία αιτία και άλλοτε την καλυπτόμενη υπό το πέπλο των προφάσεων αφορμή ή ψευδοδικαιολογία για την διαμόρφωση και εξέλιξη της ιστορικής πραγματικότητος.
Σύμφωνα λοιπόν με το υπ’ αρίθμ. πρωτ. 21 και υπό ημερομηνία 20 Ιανουαρίου 1906 πρώτο εκ των δημοσιευομένων στο παρακάτω σχετικό παράρτημα εγγράφων, το οποίο συνέταξε και απέστειλε ο τότε Έλληνας Υποπρόξενος Καβάλας Φίλιππος Α. Κοντογούρης[32] προς το Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών πληροφορούμαστε ότι εντός του έτους 1905 επήλθε πλήρης διάσταση μεταξύ του Ελληνικού Υποπροξενείου Καβάλας και της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης, γεγονός το οποίο εγνώριζε ο Έλληνας Υπουργός των Εξωτερικών κατόπιν σχετικής υπηρεσιακής ενημερώσεώς του υπό του εν Θεσσαλονίκη Γενικού Προξένου, επειδή «…εν συνεδριάσει της εφορείας των Σχολείων, ο εν Καβάλλα Αρχιμ. κ. Σπ. Βλάχος είχε παρεκτραπή εις χυδαίας κατά του κ. Αννίνου εκφράσεις, ευρίσκετο το οξύτατον αυτής σημείο ότε αφικόμην ενταύθα…».[33]
Συνέπεια του οξυτάτου και ατυχούς εκείνου επεισοδίου του οποίου ωστόσο τα βαθύτερα αίτια δεν αναφέρει ο Υποπρόξενος Φίλιππος Κοντογούρης στο υπηρεσιακό έγγραφό του, αλλά αποκαλύπτονται στο τρίτο κατά σειρά δημοσιευόμενο έγγραφό μας, ήταν όχι μόνο να διακοπεί από μηνών, όπως ο ίδιος αναφέρει στο υπό ημερομηνία 20 Ιανουαρίου 1906 έγγραφό του και συνεπώς δυνάμεθα να συμπεράνουμε ότι το όλο ατυχές συμβάν έλαβε χώρα κατά το μέσον περίπου του έτους 1905, κάθε σχέση μεταξύ του Υποπροξενείου Καβάλας και της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης, αλλά και ορισμένοι επιφανείς Έλληνες Ορθόδοξοι κάτοικοι της Καβάλας, οι οποίοι ήταν παλαιά και έμπειρα μέλη των κοινοτικών σωματείων (οργάνων) να αποσυρθούν παρατηθέντες και απαιτούντες την «κεφαλήν επί πίνακι» του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος, παρά το γεγονός ότι επί πέντε έτη είχαν περιβάλει αυτόν με την αγάπη και τον θαυμασμό τους.
Ο Υποπρόξενος Φίλιππος Κοντογούρης επισημαίνει στο έγγραφό του ότι η θέση του προκατόχου του κ. Αγγέλου Αννίνου ήταν λίαν δυσχερής διότι αν και επιθυμούσε να είχε λήξει το όλο ζήτημα ως στιγμιαίο ατυχές συμβάν εντός της συνεδριάσεως εκείνης και μόνο μεταξύ των μελών της εφορείας των σχολών χωρίς να του ανακοινωθούν τα υπό του Αρχινανδρίτου Σπυρίδωνος λεχθέντα, εντούτοις οι σχολικοί έφοροι αφού παραιτήθηκαν της θέσεώς τους, έσπευσαν με «άκαιρο ζήλο» να μεταφέρουν τα γενόμενα στον ίδιο, ο οποίος εν τέλει εξαναγκασθείς εκ των πραγμάτων κοινοποίησε δι’ άλλων προσώπων το όλο συμβάν στον Μητροπολίτη Ξάνθης Ιωακείμ, ο οποίος ήταν ο κυρίαρχος επιχώριος Επίσκοπος, δηλώνοντας ότι αδυνατεί να συνεργασθεί εφεξής με τον Αρχιερατικό Επίτροπο αυτού Σπυρίδωνα Βλάχο.
Στο εν λόγω υπηρεσιακό έγγραφο καταγράφεται και η αντίδραση του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ, τον οποίο ο Υποπρόξενος χαρακτηρίζει ως «πρόσωπον διφορούμενον»,[34] επειδή δεν απεφάσισε την απομάκρυνση του Αρχιερατικού Επιτρόπου αυτού από την Καβάλα γνωρίζοντας την μεγάλη δημοφιλία και την πάγκοινη αποδοχή του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος. Αναφερόμενος μάλιστα στην προσπάθεια του Μητροπολίτου Ιωακείμ να κρατήσει λόγω της θέσεώς του τις αναγκαίες και επιβεβλημένες λεπτές ισορροπίες για την επίτευξη της αποκαταστάσεως των θεσμικών σχέσεων μεταξύ του Ελληνικού Υποπροξενείου και της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης αλλά και της ειρηνεύσεως στους κόλπους της ελληνοθροδόξου κοινότητος Καβάλας, γράφει ότι ο Ξάνθης Ιωακείμ «…υπεκρίθη έκπληξιν διά την αξίωσιν του κ. Αννίνου, επειδή δε το επεισόδιον είχε λάβει χώραν ενώπιόν του, εύρεν ως μέσον κατευνασμού την διαβεβαίωσιν ότι αυτός ουδέν τοιούτον ήκουσε κατά την συνεδρίαν και διά διαφόρων intrigues παρά τοις συμπαρευρεθείσι κατ’ αυτήν και εισηγήσεων παρά τοις λοιποίς πολίταις, εδημιουργήσεν εντέχνως κοινήν τινα γνώμην, καθ’ ην ο Αρχιμανδρίτης εν στιγμή παραφοράς είχεν ίσως εκστομίση ελαφράν τινα λέξιν, αλλ’ ήτο πρόθυμος να δώση περί ταύτης εξηγήσεις, ας μη αποδεχόμενος ο κ. Άννινος, εφωράτο επιθυμών την διαίρεσιν της Κοινότητος και αδιαφορών διά την εκ ταύτης βλάβην των εθνικών συμφερόντων».[35]
Ο Υποπρόξενος Φίλιππος Κοντογούρης, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στο Υποπροξενείο Καβάλας αρκετούς μήνες μετά από το ατυχές συμβάν, περιγράφει την όλη κατάσταση στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας ως ιδιαιτέρως έκρυθμη, επικαλούμενος την κατά του Μητροπολίτου Ιωακείμ και του Αρχιερατικού Επιτρόπου αυτού Σπυρίδωνος εχθρική στάση, όπως αναφέρει, «των αρίστων πολιτών Καβάλας»,[36] Πρωτόπαπα,[37] Καλέντζη,[38] Ιορδάνου,[39] Φέσσα[40] κ.ά., οι οποίοι χωρίς να έχουν κάποια ιδιαίτερη φιλική σχέση με τον Υποπρόξενο Άγγελο Άννινο, «συνησθάνθησαν μολαταύτα ως ιδίαν, καθ’ α είπον, προσβολήν την κατ’ αυτού γενομένην τοσούτον αναιτίως…».[41]
Από δε τα γραφόμενα του Υποπροξένου Φιλίππου Κοντογούρη γίνεται αντιληπτό ότι την όλη έκρυθμη κατάσταση στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας συντηρούσαν επί μακρόν ορισμένοι καθ’ υπερβολήν ενεργούντες και αντιδρώντες πρόκριτοι της πόλεως, αγωνιζόμενοι όχι υπέρ της ειρηνεύσεως των πνευμάτων, αλλά υποδαυλίζοντες τα πάθη και υπερασπιζόμενοι τον Υποπρόξενο Άγγελο Άννινο, ο οποίος προφανώς επέμενε να μη δέχεται τις σχετικές κατευναστικές εξηγήσεις του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος, γεγονός το οποίο είχε προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις και μεταξύ των απλών Ελλήνων Ορθοδόξων κατοίκων της κοινότητος Καβάλας κατά του Μητροπολίτου Ιωακείμ, επειδή, όπως αναφέρει ο Φίλιππος Κοντογούρης, «…η τοιαύτη δε στάσις των ισχυρών της κοινότητος παραγόντων, ήτις είχεν αρχίσει διά της παραιτήσεως πάντων των Ελλήνων υπηκόων από των κοινοτικών αξιωμάτων, εξεδηλούτο κατά τας πρώτας ημέρας της αφίξεώς μου δι’ απειλών, προς εκφοβισμόν του Μητροπολίτου γινομένων ίν’ αναγκασθή ούτος να παύση τον Αρχιμανδρίτην, ότι τας εκ των εργατών των εργοστασίων αυτών ετησίας συνδρομάς,[42] αίτινες αποτελούσι τον κυριώτερον πόρον των Ελλ. Σχολείων μέχρι της απομακρύνσεως του κ. Βλάχου».[43]
Ο Υποπρόξενος Φίλιππος Κοντογούρης ομολογεί στα γραφόμενά του ότι λόγω του προκληθέντος συμβάντος διέκειτο και ο ίδιος δυσμενώς προς τον Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα, τον οποίο ηρνήθη να συναντήσει στην έδρα του Υποπροξενείου παρά την προς τούτο αναληφθείσα πρωτοβουλία συμβιβάσεως των διεστώτων και ειρηνεύσεως των πραγμάτων από μέρους του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ. Ο Υποπρόξενος επεξηγεί στο υπηρεσιακό έγγραφό του προς το Υπουργείο των Εξωτερικών, ότι η δυσμενής αυτή στάση του υπαγορεύθη και εκ της κατά σύμπτωση μεταθέσεως του μέχρι τότε Υποπροξένου Καβάλας Αγγέλου Αννίνου στο  Υποπροξενείο Ξάνθης,[44] γεγονός το οποίο ο ίδιος δεν επιθυμούσε να εκληφθεί από τον Μητροπολίτη Ξάνθης Ιωακείμ ότι υπήρξε η αναπόφευκτη συνέπεια ή το αναπόδραστο αποτέλεσμα του προηγηθέντος συμβάντος.
Προκαλεί εντύπωση βέβαια το γεγονός ότι ο Υποπρόξενος Φίλιππος Κοντογούρης καίτοι Έλληνας διπλωμάτης, ο οποίος όφειλε πάση θυσία να σφυριλατεί την εθνική ενότητα και ομόνοια πάντων στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας, εντούτοις εκείνος εσυνέχιζε να διάκειται δυσμενώς έναντι του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ και φυσικά κατά του Αρχιερατικού Επιτρόπου αυτού Σπυρίδωνος παρά την κρισιμότητα των περιστάσεων λόγω του Μακεδονικού Αγώνος, αφού άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του δεν επεσκέφθη εθιμοτυπικώς τον Μητροπολίτη Ιωακείμ, αλλά τον εδέχθη μόνον όταν πληροφορήθηκε ότι ο Ιεράρχης επρόκειτο να τον επισκεφθεί στο Υποπροξενείο, όπου και όντως μετέβη μετά του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος, γράφοντας στο υπηρεσιακό έγγραφό του περί της συναντήσεως εκείνης τα κάτωθι: «…ελθών εις το Προξενείον μετά του Αρχιμανδρίτου, εκφράσας μοι επισήμως την λύπην αυτού διά το επεισόδιον και τον απεριόριστον αυτού σεβασμόν προς το Ελ. Προξενείον, παρακαλέσας με να θεωρήσω τα λεχθέντα ως μη λεχθέντα και διαβεβαιώσας με ότι, παρ’ όσα ήτο ενδεχόμενον να μοι είχον είπη ενταύθα, τον κ. Άννινον μεταβαίνοντα εις Ξάνθην ήθελε πάση ψυχή συνδράμη εις το έργον αυτού. Ούτως, αποκατεστάθησαν αι μεταξύ Προξενείου και Μητροπόλεως σχέσεις, ας ελπίζω ότι θέλει επακολουθήσει και η προς αυτήν συνδιαλλαγή των δυσαρεστημένων πολιτών».[45]
Εάν όμως ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ με αφορμή το όλως ατυχές συμβάν, το οποίο είχε προκληθεί μεταξύ του Αρχιερατικού Επιτρόπου Σπυρίδωνος και του Έλληνος Υποπροξένου Καβάλας Αγγέλου Αννίνου, που είχε προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις και επικίνδυνη για τα εθνικά και κοινοτικά ζητήματα της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας διακοπή των σχέσεων και της συνεργασίας των δύο θεσμών, ήτοι του Ελληνικού Υποπροξενείου Καβάλας και της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης, δεν επέτυχε την απομάκρυνση του δημοφιλούς και λαοπροβλήτου Αρχιερατικού Επιτρόπου αυτού Σπυρίδωνος, εντούτοις μετ’ ολίγον επέτυχε να απομακρύνει αυτόν από την Καβάλα προβαίνοντας στην απόλυσή του όχι λόγω του προηγηθέντος συμβάντος, αλλά επικαλούμενος – στην πραγματικότητα προφασιζόμενος – κάποιο ασήμαντο κανονικό παράπτωμα του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος από τον οποίο, όπως γίνεται αντιληπτό από το περιεχόμενο του τρίτου κατά σειρά δημοσιευόμενου εγγράφου μας, ήθελε να απαλλαγεί κινούμενος από προσωπικά ζηλόφθονα ελατήρια και αισθήματα κατά του χαρισματικού, δυναμικού και όντως λαοφιλούς Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Βλάχου.
Σύμφωνα λοιπόν με το υπ’ αρίθμ. πρωτ. 150 και με ημερομηνία 16 Απριλίου 1906 δεύτερο υπηρεσιακό διπλωματικό έγγραφο, που ακολούθως δημοσιεύεται στο σχετικό παράρτημα των εγγράφων και το οποίο συνέταξε και απέστειλε ο Έλληνας Υποπρόξενος Καβάλας Νικόλαος Μαυρουδής[46] στον Έλληνα Υπουργό των Εξωτερικών Αλέξανδρο Σκουζέν, πληροφορούμεθα ότι ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ ευρισκόμενος στην Καβάλα «προέβη εις την απόλυσίν του Aρχιερατικού αυτού Επιτρόπου Αρχιμανδρίτου κ. Σπυρίδωνος Βλάχου επί τω λόγω ότι ούτως παρά την ρητήν απαγόρευσιν του προϊσταμένου του ανεχώρησεν εις Αθήνας επ’ ευκαιρία των Ολυμπιακών αγώνων».[47]
Ο Υποπρόξενος Μαυρουδής αν και χαρακτηρίζει τον Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα ως τον αποκλειστικώς υπεύθυνο για το μεταξύ αυτού και του Υποπρόξενου Αγγέλου Αννίνου όντως θλιβερού και ατυχούς συμβάντος, το οποίο οφείλετο «εις το ευεπίφορον και οξύθυμον τον κ. Σ. Βλάχον»,[48] εντούτοις κρίνοντας αντικειμενικά την μεγάλη εθνική προσφορά και δράση του δυναμικού εκείνου κληρικού στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Καβάλας, όπου οι κάτοικοι και ιδιαιτέρως οι καπνεργάτες αυτής λόγω της ειλικρινούς αγάπης και του θαυμασμού που έτρεφαν στο πρόσωπο του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος, ελυπήθησαν και εξοργίσθησαν σφόδρα με την συγκεκριμένη υπέρ του δέοντος αυστηρή και αμετάκλητη απόφαση του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ, γράφει ότι: «παρά ταύτα εντούτοις η επί πενταετίαν εν Καβάλλα υπηρεσιακή δράσις του κ. Βλάχου – όστις παραλλήλως προς τα ελαττώματα και εκλεκτά προσόντα κληρικού κέκτηται υπήρξε μάλλον ωφέλιμος και διά τα εθνικά και διά τα κοινοτικά συμφέροντα.
Η απόλυσίς του ιδιαιτέρως ελύπησε τους πολυπληθείς καπνεργάτες προς ους είχεν επιβληθή ως ένθερμος πατριώτης και εύγλωττος ρήτωρ. Δεν απολείπει ο φόβος ότι θα θελήσωσιν ούτοι να δείξωσι και την προς τον Μητροπολίτην δυσαρέσκειάν των, επί τη αυστηρά αποφάσει του κατά του Ιεροκήρυκός των, διά διαδηλώσεων και θορύβου…».[49] Ο Υποπρόξενος σχολιάζοντας μάλιστα την μέχρι πρότινος εχθρική στάση των κατοίκων της κοινότητος Καβάλας κατά του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος, η οποία όμως μετεβλήθη άρδην, και την κατά του Μητροπολίτου Ιωακείμ εχθρική διάθεσή τους, γράφει ότι: «Οι Έλληνες πολίται, οίτινες είχον κηρυχθή κατά το επεισόδιον Μητροπόλεως και Υποπροξενείου πολέμιοι του Αρχιμανδρίτου, σχολιάζοντες σήμερον την παύσιν του, ην τότε απήτουν, ευρίσκουσι, ουχί αδίκως, την άκαιρον αυστηρότητα του Αγίου Ξάνθης ήκιστα ικανοποιητικήν δι’ αυτούς, ων τα βάσιμα τότε παράπονα κατά του υβριστού του κ. Υποπροξένου ετέθησαν εν ήσσονι μοίρα της σημερινής αντιπειθαρχικής συμπεριφοράς του υφισταμένου προς τον προϊστάμενον…».[50]
Επειδή μάλιστα τα πράγματα είχαν οδηγηθεί στα άκρα λόγω της έμμονής του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ για το αμετάκλητο της αποφάσεώς του κατά του απολυθέντος και μέχρι πρότινος στενού συνεργάτη αυτού, Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος, ο Υποπρόξενος Νικόλαος Μαυρουδής, φοβούμενος προφανώς περαιτέρω θλιβερές εξελίξεις, παρακαλεί τον Υπουργό των Εξωτερικών Αλέξανδρο Σκουζέν «…όπως ευαρεστηθήτε, εν η περιπτώσει ο κ. Βλάχος λάβη την τιμήν να παρουσιασθή ενώπιον της Υ. Εξοχότητος, να συστήσητε αυτώ να αποφύγη την εις Καβάλλαν επιστροφήν του, του Μητροπολίτου λαβόντος αμετάκλητον απόφασιν να μη επιτρέψη αυτώ την απόβασιν…».[51]
Για τις κατά το μέσον περίπου του έτους 1905 και μέχρι τον Απρίλιο του 1906 διπλωματικές και εκκλησιαστικές διενέξεις στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας τόσο μεταξύ του Ελληνικού Υποπροξενείου αυτής και της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης με επίκεντρο το πρόσωπο του Αρχιερατικού Επιτρόπου Σπυρίδωνος, όσο και εν συνεχεία μεταξύ του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος και του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το υπ’ αριθμ. πρωτ. 245 και με ημερομηνία 7 Μαΐου 1906, τρίτο κατά σειρά δημοσιευόμενο υπηρεσιακό διπλωματικό έγγραφο στο παρακάτω σχετικό παράρτημα των εγγράφων, το οποίο συνέταξε και απέστειλε ως «εμπιστευτικόν» στον εν Κωνσταντινουπόλει Έλληνα Πρεσβευτή Ιωάννη Γρυπάρη[52] και στο Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών, αφότου όμως ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων είχε απομακρυνθεί οριστικώς και μάλιστα προ τριών περίπου εβδομάδων, ήτοι περί την 14η Απριλίου 1906, από την θέση του Αρχιερατικού Επιτρόπου της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας, ο μέχρι πρότινος Υποπρόξενος Καβάλας και δεινός επικριτής του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος, ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος του εν Θεσσαλονίκη Γενικού Προξενείου Ελλάδος Φίλιππος Κοντογούρης.
Στο πολύ σημαντικό και εξόχως αποκαλυπτικό αυτό υπηρεσιακό διπλωματικό έγγραφο ο Φίλιππος Κοντογούρης καταγράφει την πλήρη ιστορική αλήθεια περί των μέχρι της στιγμής εκείνης αγνώστων ή επιμελώς κρυπτομένων πραγματικών αιτίων τα οποία έφεραν τον τότε Αρχιερατικό Επίτροπο Καβάλας Σπυρίδωνα Βλάχο σε σφοδρή σύγκρουση με τον Έλληνα Υποπρόξενο Άγγελο Άννινο, ο οποίος σημειωτέον μέχρι της στιγμής εκείνης εκτιμούσε και εθαύμαζε τους εθνικούς και πατριωτικούς αγώνες του δυναμικού εκείνου κληρικού, όπως εξάλλου φαίνεται και στο ως άνω δημοσιευθέν σχετικό υπηρεσιακό διπλωματικό έγγραφο, το οποίο συνέταξε και απέστειλε ο Έλληνας Υποπρόξενος Καβάλας Ευθύμιος Κανελλόπουλος προς τον εν Κωνσταντινουπόλει Έλληνα Πρεσβευτή Ιωάννη Γρυπάρη, προκειμένου να μη μετατεθεί με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων από την Καβάλα στην εν νήσω Πριγκήπω Ιερά Μονή του Χριστού, αλλά παράλληλα φέρει στο φως και τους πραγματικούς ιδιοτελείς και λόγω εμπαθούς ζηλοφθονίας λόγους για τους οποίους ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ απέλυσε και απεμάκρυνε τον απουσιάζοντα στην Αθήνα Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα από την ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας προβάλλοντας ως δήθεν ουσιαστική αιτία την κατά τα λοιπά σαθρή λογικοφανή δικαιολογία ή μάλλον πρόφαση περί του κανονικού παραπτώματος της πνευματικής  ανυπακοής του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος προς τον ίδιο, ο οποίος καίτοι του είχε απαγορεύσει να μεταβεί στην Αθήνα για του Ολυμπιακούς αγώνες, εντούτοις εκείνος απειθαρχών μετέβη στην πρωτεύουσα της Ελλάδος και κατέστη, όπως ο ίδιος ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ ισχυρίζετο, ύποπτος ενώπιον των τοπικών οθωμανικών αρχών.
Από το περιεχόμενο του εμπιστευτικού αυτού υπηρεσιακού εγγράφου φαίνεται ξεκάθαρα και τούτο γίνεται ευκόλως και αμέσως αντιληπτό με την πρώτη ανάγνωσή του ότι ο Φίλιππος Κοντογούρης ουδόλως πλέον επίστευε τον προβληθέντα υπό του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ λόγο για την απόλυση και απομάκρυνση του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος από την εθνικώς νευραλγική, υπεύθυνη και πολυεύθυνη εκκλησιαστική διοικητική θέση του Αρχιερατικού Επιτρόπου Καβάλας, όταν μάλιστα κατ’ εκείνη την κρίσιμη περίοδο ευρίσκετο σε έξαρση ο Μακεδονικός Αγώνας εναντίον των σχισματικών βουλγαροεξαρχικών στην ευρυτέρα περιοχή της Καβάλας.
Ο Φίλιππος Κοντογούρης ξεδιπλώνει τον «μίτο» των αληθών γεγονότων και παρουσιάζει άνευ διπλωματικών περιστροφών «γυμνή την αλήθεια», γράφοντας ότι: «…Η Α.Σ. έφερε μεν ως λόγον του μέτρου τούτου το ότι ο κ. Βλάχος μεταβάς εις Ελλάδα κατέστη ύποπτος εκ τούτου την Οθωμανική Κυβερνήσει και δεν ηδύνατο δήθεν πλέον ν’ αντιπροσωπεύη αυτόν μετά κύρους παρά ταις Αρχαίς, αλλ’ η αλήθεια είναι άλλη, η εξής:
Από πολλού καιρού η παρά τη Κοινότητι Καβάλλας δημιουργηθείσα υπό του Αρχιμ. Βλάχου διά του ζήλου και των πολλών, ομολογουμένως, υπηρεσιών αυτού διακειρισμένη θέσις είχεν αρχίσει να στενοχωρή πως τον Άγιον Ξάνθης όν ουκ… καθεύδειν το του Επιτρόπου αυτού τρόπαιον».[53]
Στο εν λόγω υπηρεσιακό έγγραφο ο Φίλιππος Κοντογούρης καίτοι αναγνωρίζει την εθνικοφροσύνη του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ, εντούτοις με οξείς χαρακτηρισμούς επιχειρεί το ψυχογράφημα του Ιεράρχου προκειμένου να ερμηνεύσει την εμπαθώς εκδηλωθείσα ζηλόφθονη συμπεριφορά του εναντίον του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος του οποίου η μεγάλη δημοφιλία εθεωρείτο προφανώς από τον Μητροπολίτη ως απειλή που επεσκίαζε την φήμη και πρωτοκαθεδρία του, γράφοντας ότι: «Ο Μητροπολίτης Ξάνθης κ. Ιωακείμ είνε κράμα σώφρονος και ικανού Ιεράρχου, εν πλείστοις ζητήμασι εθνικώτατα πολιτευομένου και πονηρού καλογέρου, εγωϊστού και εμπαθούς, εν άλλοις ζητήμασι εαυτόν μόνον και του εαυτού συμφέρον σκεπτομένου. Εν αρχή της δράσεως του Αρχιμ. εν Καβάλλα ο Άγιος Ξάνθης, λογικώτατα φρονών ότι αι επιτυχίαι του Επιτρόπου του ήσαν και αυτού επιτυχίαι, υπεστήριξεν αυτόν εκθύμως, αλλ’ όταν είδεν ότι συν τω χρόνω ο κ. Βλάχος απέκτα ιδίαν πλέον εν Καβάλλα θέσιν, ήρχισε δυσανασχετών, εν τέλει δ’ αυξανομένης εν τω μεταξύ πάντοτε της δημοτικότητος του Αρχιμανδρίτου απεφάσισε να επωφεληθή της πρώτης παρουσιασθησομένης ευκαιρίας ίν’ απαλλαγή της οχληράς ταύτης προσωπικότητος».[54]
Σύμφωνα με τα παραπάνω γραφόμενα του Φιλίππου Κοντογούρη γίνεται ευκόλως αντιληπτό ότι ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ επιθυμούσε ενδομύχως και επιποθούσε σφόδρα να απαλλαγεί από τον λαοφιλή και λαοπρόβλητο Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα και προς τούτο ανέμενε την κατάλληλη ευκαιρία προκειμένου η απόλυση και απομάκρυνσή του να γίνει με κατά πάντα «εύσχημο τρόπο» και χωρίς να θεωρηθεί η όντως άδικη δίωξή του ως ωμή και απροσχημάτιστη εμπαθής ενέργεια του Μητροπολίτου αυτού.
Είναι μάλιστα εξόχως αποκαλυπτική η αναφορά του Φιλίππου Κοντογούρη στο προμελετημένο σχέδιο του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ να δημιουργήσει «ατέχνως», πλην όμως με ραδιούργο σκέψη, την ποθούμενη ευκαιρία την οποία από καιρό ανέμενε προκειμένου να εκθέσει ανεπανόρθωτα και να βλάψει την μέχρι της στιγμής εκείνης αρίστη φήμη του όντως και πανθομολογουμένως ικανού, χαρισματικού, δυναμικού και αγωνιστού κληρικού του στα μάτια τόσο των ελληνικών προξενικών αρχών της Καβάλας, οι οποίες θεωρούσαν τον Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα ως πολύτιμο εθνικό κεφάλαιο για τον τόπο, όσο και των λοιπών Ελλήνων Ορθοδόξων κατοίκων της πόλεως, ώστε με καταρρακωμένο πια το προσωπικό κύρος του ως ορθοδόξου κληρικού να μην μπορέσει να παραμείνει στη θέση του, αφού κατά την διαφαινόμενη επιθυμία του Ξάνθης Ιωακείμ, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται ο Έλληνας Πρόξενος, δεν ήταν πλέον ανεκτή για τον Ιεράρχη η παρουσία του Αρχιερατικού του Επιτρόπου εντός των ορίων της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της Μητροπόλεώς του.
Στο υπηρεσιακό έγγραφο του Φιλίππου Κοντογούρη, το οποίο μάλιστα εγράφη και εστάλη μόλις τρεις εβδομάδες μετά την «ατέχνως» προμελετημένη και όλως άδικη απόλυση και δίωξη του απουσιάζοντος στην Αθήνα Aρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος από τον μη ανεχόμενο αυτόν, εμπαθώς και ζηλοφθόνως ενεργούντα Μητροπολίτη Ξάνθης Ιωακείμ, αποκαλύπτεται και το όλο σκοτεινό παρασκήνιο του σχεδόν προ ενός έτους ατυχούς λεκτικού συμβάντος εντός της συνεδριαζούσης Σχολικής Εφορείας, με πρωταγωνιστή τον τότε Αρχιερατικό Επίτροπο Σπυρίδωνα κατά του απόντος σε αυτό και εκ των υστέρων πληροφορηθέντος περί των λεχθέντων από τους παραιτηθέντες και σπεύσαντες ταχέως λογομεταφορείς σχολικούς εφόρους της κοινότητος, τέως Υποπροξένου Καβάλας και ήδη Υποπροξένου Ξάνθης Αγγέλου Αννίνου.
Έτσι αποκαλύπτεται ότι το πολυθρύλητο ατυχές λεκτικό συμβάν ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, απετέλεσε την «παγίδα» του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ για τον Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα, τον οποίο εν συνεχεία ο ίδιος, αφού βέβαια απεκαλύφθη το δόλιο σχέδιό του και προς αποφυγή της λαϊκής κατ’ αυτού κατακραυγής, προήγαγε σε Πρωτοσύγκελλο της Μητροπόλεώς του, αλλά και πάλι δοθείσης νέας ευκαιρίας, απέλυσε αυτόν ιταμώς, επικαλούμενος, αν μη τι άλλο, αντικειμενικώς ήσσονος βαρύτητος και σημασίας κανονικό παράπτωμα ανυπακοής εν σχέσει προς το υπ’ αυτού εμπαθώς επιβληθέν κανονικό-διοικητικό επιτιμίο κατά του κληρικού του, κοινοποίησε αμέσως την παύση του και στις τοπικές οθωμανικές αρχές απαιτώντας κατά τρόπο απολύτως και εξωφθάλμως εμπαθή και μνησίκακο για Ορθόδοξο Ιεράρχη να παρεμποδίσουν την επάνοδο του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος, έστω και δι’ ολίγων ημερών, στην Καβάλα για τις στοιχειώδεις ενέργειες προ της οριστικής αποχωρήσεώς του. Περί τούτων και με γλώσσα σκληρή, πλην αληθή, για τον Μητροπολίτη Ξάνθης Ιωακείμ ο Φίλιππος Κοντογούρης γράφει τα εξής: «Η ευκαιρία εν τοσούτω δεν παρουσιάζετο. Εσκέφθη τότε ο εν τω Αγίω Ξάνθης εξυπνήσας καλόγηρος να την δημιουργήση. Και παρεσκεύασε το μεταξύ του κ. Βλάχου και του τέως εν Καβάλα Υποπροξένου κ. Αννίνου γνωστόν επεισόδιον. Αλλά παρεσκεύασεν αυτό τοσούτον ατέχνως, ώστε όταν ήρχισε να γίνηται λόγος ότι ούτος ήτο ο παρασκευάσας, ηναγκάσθη, ίνα διαψεύση, ότι επεθύμει δήθεν ν’ απομακρύνη τον Αρχιμ. και ότι υπονόμευε την θέσιν αυτού, να εγκολπωθή τον κ. Βλάχον, ον και προυβίβασε, μετά το επεισόδιον εις τον βαθμόν Πρωτοσυγκέλλου. Ό,τι όμως δεν κατώρθωσε τότε, επέτυχε άμα τη εις Αθήνας αναχωρήσει του κ. Βλάχου, ακόπως. Έπαυσε αυτόν, εκοινοποίησε την παύσιν αυτού εις τας Τουρκικάς αρχάς – όπως κόψη εις εαυτόν πάσαν οδόν υποχωρήσεως – ου μόνον δε τούτο, αλλά και εζήτησε παρ’ αυτών όπως βία εμποδίσωσι την εις Καβάλλαν επάνοδον του Αρχιμανδρίτου, έστω και δι’ ολίγας ημέρας όπως παραλάβη τα έπιπλα αυτού και αποχαιρετήση τους φίλους του, καθόσον εφοβείτο πάντοτε αυτόν και πεπτωκότα. Τόση ήτο η παρά τω λαώ δημοτικότης του Βλάχου».[55]
Άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι ο εν τω Γενικώ Προξενείω Θεσσαλονίκης ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος Φίλιππος Κοντογούρης, ο οποίος, προφανώς τελών εν αγνοία του όλου σκοτεινού παρασκηνίου περί του προηγηθέντος ατυχούς λεκτικού συμβάντος εντός της σχολικής εφορείας της κοινότητος Καβάλας, ενώ στο πρώτο από τα δημοσιευόμενα υπηρεσιακά έγγραφα είναι λάβρος κατά του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος ζητώντας την «επί πίνακι» κεφαλή αυτού, εντούτοις με λόγο αληθείας και προς αποκατάσταση της αληθείας και του δολίως και σκοπίμως τρωθέντος κύρους του τέως Αρχιερατικού Επιτρόπου Σπυρίδωνος, στο εν λόγω υπηρεσιακό εμπιστευτικό έγγραφό του και αφού απεκαλύφθη η όλη σκευωρία, ενεργεί εντίμως και υπερασπίζεται φανερά και άνευ περιστροφών τον αδίκως εκδιωχθέντα εκκλησιαστικό και εθνικό αγωνιστή άνδρα, αναγνωρίζοντας τους πολύτιμους εθνικούς πατριωτικούς αγώνες του και υπέρ του οποίου ζητεί την προστασία του Έλληνος εν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτού Ιωάννου Γρυπάρη ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γράφοντας τα εξής:
«Και η μεν πολιτεία του Μητροπολίτου, αναξία Έλληνος Ιεράρχου, τοιαύτη υπήρξεν. Ο δε κ. Βλάχος μεθ’ όλους τους κόπους ους κατέβαλε και τας ευπηρεσίας ας παρέσχεν εν Καβάλλα, απέμεινεν άνευ θέσεως και καταγγελθείς εις τους Τούρκους ως ύποπτος υπό του κυριάρχου αυτού δυσχερέστατα θέλει εύρη νέαν τοιαύτην.
Θεωρώ επί τούτοις καθήκον μου όπως παρακαλέσω την Υ.Ε. ίνα λαμβάνουσα υπ’ όψει τα πολλά του κ. Βλάχου προσόντα και την αδικίαν, ήτις προσεγένετο αυτώ ένεκα των άγαν πατριωτικών του αισθημάτων, ευαρεστηθή να παράσχη αυτώ πάσαν την πολύτιμον αυτής προστασίαν παρά τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω».[56]
Με το παραπάνω τρίτο κατά σειρά υπηρεσιακό διπλωματικό έγγραφο, το οποίο συνέταξε με γραφή αληθείας ο εν τω Γενικώ Προξενείω Θεσσαλονίκης  υπηρετών Φίλιππος Κοντογούρης αποκαλύπτεται όντως η αλήθεια των γεγονότων για ένα διφορούμενο ιστορικό γεγονός, το οποίο εταλάνισε την ελλληνορθόδοξη κοινότητα της Καβάλας για αρκετούς μήνες, οπότε το ιστορικό κεφάλαιο «Σπυρίδων Βλάχος και Καβάλα» έκλεισε οριστικά, αφού στη θέση του Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου στην ελληνορθόδοξη Κοινότητα Καβάλας τοποθετήθηκε υπό του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ, ο Αρχιμανδρίτης Νεόφυτος,[57] (1906-1907) ενώ ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Βλάχος εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος επισκοποποιήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνεχίζοντας την παγκοίνως και πανθομολογουμένως αναγνωρισμένη  και μεγίστη εκκλησιαστική και εθνική δράση του, όπου εν συνεχεία εκλήθη υπό της φωνής της Εκκλησίας και του Έθνους.
Από την ως άνω λεπτομερή έκθεση και τον κατά το μέτρο του δυνατού αντικειμενικό σχολιασμό των ιστορικών γεγονότων, τα οποία έλαβαν χώρα σε μία ιδιαζόντως κρίσιμη ιστορική στιγμή για την πορεία του μακεδονικού αγώνος στην περιοχή της Καβάλας, όπου ο δυναμικός και φιλόπατρις Έλληνας πατριαρχικός κληρικός και Αρχιερατικός Επίτροπος της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας, Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Βλάχος, υπήρξε σύμβολο και σημείο αναφοράς, αποδεικνύεται ότι στη ζωή και δράση μεγάλων εκκλησιαστικών και εθνικών ανδρών, όπως αναμφιβόλως υπήρξε ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων, συντελούνται ενίοτε στιγμιαία γεγονότα τα οποία ανατρέπουν την ιστορική πορεία των πραγμάτων. Είναι γεγονός ότι πολλάκις στην ιστορία έχουν καταγραφεί παρόμοιες καταστάσεις, όταν δηλαδή δύο σχεδόν συνομήλικοι και της ίδιας γενιάς δυναμικοί εκκλησιαστικοί και εθνικοί άνδρες με ισχυρή προσωπικότητα, όπως ήταν τόσο ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Βλάχος όσο και ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ Σγουρός, υπάρχουν και ορισμένες στιγμές κατά τις οποίες οι ανθρώπινες αδυναμίες και τα πάθη επισκιάζουν την ορθή κρίση και οδηγούν σε λανθασμένες επιλογές και ενέργειες.
Παρά ταύτα, είναι γεγονός, αψευδώς και διά πολλών τεκμηρίων μεμαρτυρημένο και καταγεγραμμένο, ότι ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων ως ο επί πενταετία (1901-1906) Αρχιερατικός Επίτροπος της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας άφησε στην συλλογική εθνική συνείδηση ανεξίτηλα χαραγμένη την εκκλησιαστική και εθνική παρουσία και περπατησία, προσφορά και δράση του στην Καβάλα και εν γένει στην Ανατολική Μακεδονία αναδειχθείς ως ένας από τους κορυφαίους πατριαρχικούς Μακεδονομάχους κληρικούς.
Η κατ’ αυτού προμελετημένη σκευωρία και εμπαθώς εκδηλωθείσα ζηλοφθονία του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ, που όμως εν τέλει αποκαλύφθησαν, επιβεβαιώνουν ότι παρά το ζοφερό σκότος των παρασκηνίων, στο τέλος το φως της αληθείας αποκαλύπτει τα πάντα και τους πάντες. Η δε ιταμή και όλως άδικη εκδίωξη και απομάκρυνση αυτού από την πολυπόθητη και περιπόθητη για τον ίδιο ελληνορθόδοξη κοινότητα της Καβάλας, όπου ηνάλωσε διακονικώς την όλη ύπαρξή του και άνευ υπερβολής αγαπήθηκε μέχρι λατρείας όσο ελάχιστοι, ουδόλως ανέκοψε την όλη εκκλησιαστική και εθνική πορεία, δράση και άνοδό του στα ύπατα εκκλησιαστικά  αξιώματα, αφού μόλις δύο μήνες μετά την εκδίωξή του εξελέγη υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης (1906-1916), εν συνεχεία Μητροπολίτης Ιωαννίνων (1916-1922) και, τέλος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος (1949-1956).[58]
Στην ιερά μνήμη του ακατάβλητου Έλληνος πρωθιεράρχου, κορυφαίου πατριαρχικού μακεδονομάχου και εν γένει εθνικού αγωνιστού Σπυρίδωνος Βλάχου προσήκει η μνημειώδης γραφή του μεγάλου εν Ιεράρχαις, αοιδίμου Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου Ψαριανού, ο οποίος έγραψε: «Μετά τον θάνατον του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος, οι μη συμπαθώς προς αυτόν διακείμενοι εξεστράτευσαν και ανεκάλυψαν εν τη Εκκλησία την δημοκρατίαν! Τον κατηγόρησαν ότι αυτονόμω γνώμη πάντα έπρασσεν, δημοσίως δε ποτέ και εν ιερά στιγμή ωνομάσθην αυθαίρετον πνεύμα. Η αλήθεια είναι ότι ο Σπυρίδων ήτο δυνατός και εις τους δυνατούς συγχωρείται να έχουν ιδίαν γνώμην. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων υπήρξεν εκ των τελευταίων εκπροσώπων εν Ελλάδι της εκκλησιαστικής πατριαρχικής παραδόσεως του Φαναρίου, πολλάς ομοιότητας έχων προς δύο μεγάλους Πατριάρχας, Κωνσταντίνον τον Ε΄ και Ιωακείμ τον Γ΄. Έβλεπεν μακράν, έζη την Εκκλησίαν, ην δεν ηδύνατο να χωρίση του έθνους.
Υπήρξεν ανήρ αδιαμφισβητήτου κύρους και προσωπικής επιβολής, νους πολιτικός και εθνικός ηγέτης μάλλον ή εκκλησιαστικός. Είχε δυνατήν κρίσην διαθερμαινομένην υπό ζέοντος συναισθήματος. Δεν έσπευδε να λάβη αποφάσεις αλλ’ όταν απεφάσιζεν, ενέμενε και διεκαρτέρει, όχι απλώς μετ’ επιμονής, αλλά και μετά πείσματος. Ανελάμβανε μεγάλας ευθύνας εις κρισίμους στιγμάς, ενώ πάλιν διακατείχετο υπό αγωνίας και δειλίας τινός οσάκις επρόκειτο να εμφανισθή ενώπιον του πλήθους, εις επισήμους περιστάσεις. Αλλά τούτο δεν ήτο πράγματι δειλία, ήτο βαθυτάτη συναίσθησις ευθύνης, διόπερ και ουδέποτε προσήλθεν αμελέτητος εις τας συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου και ουδέποτε ελάλησε δημοσία άνευ ειδικής προπαρασκευής. Ανέτοιμος ων και προκαλούμενος, επανελάμβανε το του Δημοσθένους “ου συντέταγμαι”».[59]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΩΝ*
(Αρχείο Γεωργίου Αστεριάδη – Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Καβάλας)
(1)
Καβάλλα τη 20 Ιανουαρίου 1906
ΕΝ ΚΑΒΑΛΛΑ
Αρίθ. Πρωτ. 21
Κύριε Υπουργέ,
Η διάστασις ήτις, ως ανέφερε τη Υ.Ε. δι’ εκθέσεώς του ο εν Θεσσαλονίκη κ. Γεν. Πρόξενος, είχε προκληθή μεταξύ του ενταύθα Έλλ. Υποπροξενείου και της Μητροπόλεως Ξάνθης εξ αφορμής του γνωστού επεισοδίου, καθ’ ο, εν συνδριάσει της εφορείας των Σχολείων, ο εν Καβάλλα Αρχ. Επίτροπος του Μητροπολίτου Ξάνθης, Αρχιμ. κ. Σπ. Βλάχος είχε παρεκτραπή εις χυδαίας κατά του κ. Αννίνου εκφράσεις, ευρίσκετο εις το οξύτατον αυτής σημείον ότε αφικόμην ενταύθα. Ου μόνον από μηνών πάσα είχεν επέλθη διακοπή σχέσεων μεταξύ των δύο Αρχών, αλλά και οι Έλληνες υπήκοοι, οι θεωρήσαντες ως ιδίαν προσβολήν την κατά του Προξένου αυτών γενομένην, αποσυρθέντες των κοινοτικών σωματείων, εζήτουν επί πίνακι την κεφαλήν του Αρχιμανδρίτου, ον επί πέντε συνεχή έτη είχον περιβάλη διά της αγάπης αυτών και του θαυμασμού. Η θέσις του κ. Αννίνου ήτο βεβαίως δυσχερής. Επεθύμει ίνα τα κατά την συνεδρίασιν εκείνην λεχθέντα περί αυτού υπό του κ. Βλάχου μη είχον ανακοινωθή αυτώ και το πράγμα εκαλύπτετο εν αυτή τη Μητροπόλει. Αλλ’ αφ’ ου οι εκ των εφόρων παραιτηθέντες, αντί, καθ’ ην στιγμήν έλαβε χώραν το επεισόδιον, να επιτύχωσι παρά του Αρχιμανδρίτου, όπως ούτος ανακαλέση τας ύβρεις, εξ ακαίρου ζήλου ελαυνόμενοι έσπευσαν να μεταδώσωσι τω κ. Αννίνω τα γενόμενα, ούτος βλέπων ότι δεν ήτο δυνατόν να θεωρήται αγνοών την κατ’ αυτού προσβολήν εδήλωσεν, ως ην επόμενον, ότι ηδυνάτει πλέον να συνεργασθή μετά του Αρχιμανδρίτου και κατέστησε δι’ άλλων τούτο γνωστόν τω Μητροπολίτη Ξάνθης, παρ’ ου εξηρτάτο η εκ Καβάλλας απομάκρυνσις του κ. Βλάχου.
Ο Μητροπολίτης Ξάνθης όστις καθ’ όλον το διάστημα το από του επεισοδίου μέχρι της ελεύσεώς μου, έπαιζε πρόσωπον διφορούμενον, ιδών εξ αρχής ότι τον Αρχιμανδρίτην, ούτινος πολλή η παρά τω λαώ δημοτικότης, δεν ήθελε δυνηθή ακόπως να άρη εκ Καβάλλας, υπεκρίθη έκπληξιν διά την αξίωσιν του κ. Αννίνου, επειδή δε το επεισόδιον είχε λάβει χώραν ενώπιόν του, εύρεν ως μέσον κατευνασμού την διαβεβαίωσιν ότι αυτός ουδέν τοιούτον ήκουσε κατά την συνεδρίαν και διά διαφόρων intrigues παρά τοις συμπαρευθεθείσι κατ’ αυτήν και εισηγήσεων παρά τοις λοιποίς πολίταις, εδημιούργησεν εντέχνως κοινήν τινα γνώμην, καθ’ ην ο Αρχιμανδρίτης εν στιγμή παραφοράς είχεν ίσως εκστομίση ελαφράν τινα λέξιν, αλλ’ ήτο πρόθυμος να δώση περί ταύτης εξηγήσεις, ας μη αποδεχόμενος ο κ. Άννινος εφωράτο επιθυμών την διαίρεσιν της Κοινότητος και αδιαφορών διά την εκ ταύτης βλάβην των εθνικών συμφερόντων.
Κατά του Μητροπολίτου και του Επιτρόπου αυτού εξηκολούθουν εν τούτοις να είναι πάντοτε οι εκ των αρίστων πολιτών Καβάλλας κ.κ. Πρωτοπαπάς, Καλέντζης, Ιορδάνου, Φέσας κ.λπ. Έλληνες υπήκοοι, γνωρίζοντες τον  τε ένα και τον έτερον και μετ’ αυτών οι πλείστοι των πλουσίων του τόπου, οίτινες, χωρίς να έχωσιν ιδιαιτέραν τινά προς τον κ. Άννινον φιλίαν, συνησθάνθησαν μολαταύτα ως ιδίαν, καθ’ α είπον, προσβολήν την κατ’ αυτού γενομένην τοσούτον αναιτίως, η τοιαύτη δε στάσις των ισχυρών της Κοινότητος παραγόντων, ήτις είχεν αρχίσει διά της παραιτήσεως πάντων των Ελλήνων υπηκόων από των κοινοτικών αξιωμάτων, εξεδηλούτο κατά τας πρώτας ημέρας της αφίξεώς μου δι’ απειλών, προς εκφοβισμόν του Μητροπολίτου γενομένων ίν’ αναγκασθή ούτος να παύση τον Αρχιμανδρίτην, ότι τας εκ των εργατών των εργοστασίων αυτών εσησίας συνδρομάς, αίτινες αποτελούσι τον κυριώτερον πόρον των Ελλ. Σχολείων Καβάλλας, ήθελον εμποδίση εφέτος μέχρι της απομακρύνσεως του κ. Βλάχου.
Τοιαύτην εύρον αφικόμενος την εν Καβάλλα κατάστασιν. Ο Μητροπολίτης Ξάνθης, όστις από τινων ημερών παρεπιδημεί ενταύθα, έσπευσεν, άμα τη αφίξει μου, να μοι ζητήση δι’ απεσταλμένου του κατά ποίαν ώραν ηδύνατο να μοι αποστείλη τον Αρχιμανδρίτην, όπως μοι ευχηθή το ως ευ παρέστην. Θέλων να υποδηλώσω αυτώ ότι η ανευλαβής συμπεριφορά του Επιτρόπου του προς τον κ. Άννινον, η προυκαλέσασα πάσαν την κατάστασιν ταύτην, δυσμενώς είχε διαθέσει και εμέ, θέλων δε τούτο τοσούτω μάλλον όσω η κατά σύμπτωσιν μετάθεσις του κ. Αννίνου εκ Καβάλλας ηδύνατο να εκληφθή παρά του Μητροπολίτου ως γενομένη ένεκα του επεισοδίου, απήντησα αυτώ ότι Πρόξενος είνε ακόμη ο κ. Άννινος και συνεπώς δεν δύναμαι εισέτι να δεχθώ τον Αρχιμανδρίτην. Αλλά και μετά την αναχώρησιν του κ. Αννίνου δεν μετέβην, ως πάντοτε είθισται, εις επίσκεψιν του Μητροπολίτου, βεβαιωθείς εξωδίκως, ότι ούτος πάντως ήθελε με επισκεφθή πρώτος, όπερ και έπραξε την επομένην, ελθών εις το Προξενείον μετά του Αρχιμανδρίτου, εκφράσας μοι επισήμως την λύπην αυτού διά το επεισόδιον και τον απεριόριστον αυτού σεβασμόν προ το Ελ. Προξενείον, παρακαλέσας με να θεωρήσω τα λεχθέντα ως μη λεχθέντα και διαβεβαιώσας με ότι, παρ’ όσα ήτο ενδεχόμενον να μοι είχον είπη ενταύθα, τον κ. Άννινον μεταβαίνοντα εις Ξάνθην ήθελε πάσα ψυχή συνδράμη εις το έργον αυτού.
Ούτως, αποκατεστάθησαν αι μεταξύ Προξενείου και Μητροπόλεως σχέσεις, ας ελπίζω ότι θέλει επακολουθήσει και η προς αυτήν συνδιαλλαγή των δυσηρεστημένων πολιτών. Αλλ’ η κυρία αφορμή, ένεκα της οποίας προυκλήθη το επεισόδιον εξακολουθεί πάντοτε υφισταμένη, του διδασκάλου κ. Μιχαηλίδου διανέμοντος τας ώρας αυτού μεταξύ του σχολείου και του προξενικού γραφείου. Τα εκ τούτου δυσάρεστα εισί πολλά, προκειμένου δε προ άρσιν αυτών να καταλήξω εις αίτησίν τινα προς το Β. Υπουργείον, θέλω εκθέση τα περί τούτων, εν ετέρω υπό σημερινήν χρονολογίαν εγγράφω μου.
Ευπειθέστατος
(υπ.) Φ.Α. Κοντογούρης
(2)
Καβάλλα τη 16η Απριλίου 1906
ΕΝ ΚΑΒΑΛΛΑ
Αρίθ. Πρωτ. 152
Κύριες Υπουργέ,
Ο Μητροπολίτης Ξάνθης ελθών ενταύθα προχθές προέβη εις την απόλυσιν του αρχιερατικού αυτού επιτρόπου αρχιμανδρίτου κ. Σπυρίδωνος Βλάχου επί τω λόγω ότι ούτος παρά την ρητήν απαγόρευσιν του προϊσταμένου του ανεχώρησεν εις Αθήνας επ’ ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων.
Ο παυθείς αρχιερατικός επίτροπος είναι βεβαίως γνωστός τη Υ. Εξοχότητι εκ του μεταξύ αυτού και του κ. Αννίνου τελευταίου επεισοδίου, όπερ οφείλεται αποκλειστικώς εις το ευεπίφορον και οξύθυμον του κ. Σ. Βλάχου, όστις αδικαιολογήτως όλως είχεν εξυβρίσει τον τέως διευθύνοντα το ενταύθα Υποπροξενείον. Παρά ταύτα εν τούτοις η επί πενταετίαν εν Καβάλλα υπηρεσιακή δράσις του κ. Βλάχου – όστις παραλλήλως προς τα ελαττώματα και εκλεκτά προσόντα κληρικού κέκτηται – υπήρξε μάλλον ωφέλιμος και διά τα Εθνικά και διά τα κοινοτικά συμφέροντα.
Η απόλυσίς του ιδιαιτέρως ελύπησε τους πολυπληθείς ενταύθα καπνεργάτας προς ους είχεν επιβληθή ως ένθερμος πατριώτης και εύγλωττος ρήτωρ. Δεν απολείπει δε ο φόβος ότι θα θελήσωσιν ούτοι να δείξωσι και την προς τον Μητροπολίτην δυσαρέσκειάν των, επί τη αυστηρά αποφάσει του κατά του Ιεροκήρυκός των, διά διαδηλώσεων και θορύβου. Και δεν κρίνω περιττόν να παρακαλέσω Υμάς όπως ευαρεστηθήτε, εν η περιπτώσει ο κ. Βλάχος λάβη την τιμήν να παρουσιασθή ενώπιον της Υ. Εξοχότητος, να συστήσητε αυτώ να αποφύγει την εις Καβάλλαν επιστροφήν του, του Μητροπολίτου λαβόντος αμετάκλητον απόφασιν να μη επιτρέψη αυτώ την αποβίβασιν.
Οι Έλληνες πολίται, οίτινες είχον κηρυχθή κατά το επεισόσιον Μητροπόλεως και Υποπροξενείου πολέμιοι του Αρχιμανδρίτου, σχολιάζοντες σήμερον την παύσιν του, ην τότε απήτουν, ευρίσκουσι, ουχί αδίκως, την άκαιρον αυστηρότητα του Αγίου Ξάνθης ήκιστα ικανοποιητικήν δι’ αυτούς, ων τα βάσιμα τότε παράπονα κατά του υβριστού του κ. Υποπροξένου ετέθησαν εν ήσσονι μοίρα της σημερινής αντιπειθαρχικής συμπεριφοράς του υφισταμένου προς τον προϊστάμενον.
Ευπειθέστατος
(υπ.) Ν. Μαυρουδής
(3)
Εν Θεσσαλονίκη, τη 7η Μαΐου 1906
ΓΕΝΙΚΟΝ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΝ
ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αρίθ. 245 εμπ.
Αντίγραφον
Κύριε Πρέσβυ,
Δεν αγνοεί ίσως η Υ.Ε. ότι προ τριών περίπου εβδομάδων ο Μητροπολίτης Ξάνθης προέβη εις την παύσιν του εν Καβάλλα Αρχιερατικού Επιτρόπου αυτού Αρχιμανδρίτου κ. Σπυρίδωνος Βλάχου, όστις τότε απουσίαζεν εις Αθήνας. Η Α.Σ. έφερε μεν ως λόγον του μέτρου τούτου το ότι ο κ. Βλάχος μεταβάς εις Ελλάδα κατέστη ύποπτος εκ τούτου τη Οθωμανική Κυβερνήσει και δεν ηδύνατο δήθεν πλέον ν’ αντιπροσωπεύη αυτόν μετά κύρους παρά ταις Αρχαίς, αλλ’ η αλήθεια είναι άλλη, η εξής:
Από πολλού καιρού η παρά τη Κοινότητι Καβάλλας δημιουργηθείσα υπό του Αρχιμ. Βλάχου διά του ζήλου και των πολλών, ομολογουμένως, υπηρεσιών αυτού διακεκριμένη θέσις είχεν αρχίσει να στενοχωρή πως τον Άγιον Ξάνθης ον ουκ… καθεύδειν το του Επιτρόπου αυτού τρόπαιον.
Ο Μητροπολίτης Ξάνθης κ. Ιωακείμ είνε κράμα σώφρονος και ικανού Ιεράρχου, εν πλείστοις ζητήμασι εθνικώτατα πολιτευμένου και πονηρού καλογέρου, εγωϊστού και εμπαθούς, εν άλλοις ζητήμασι εαυτόν μόνον και του εαυτού συμφέρον σκεπτομένου. Εν αρχή της δράσεως του Αρχιμ. εν Καβάλλα ο Άγιος Ξάνθης, λογικώτατα φρονών ότι αι επιτυχίαι του Επιτρόπου του ήσαν και αυτού επιτυχίαι, υπεστήριξεν αυτόν εκθύμως, αλλ’ όταν είδεν ότι συν τω χρόνω ο κ. Βλάχος απέκτα ιδίαν πλέον εν Καβάλλα θέσιν, ήρχισε δυσανασχετών, εν τέλει δ’ αυξανομένης εν τω μεταξύ πάντοτε της δημοτικότητος του Αρχιμανδρίτου απεφάσισε να επωφεληθή της πρώτης παρουσιασθησομένης ευκαιρίας ίν’ απαλλαγή της οχληράς ταύτης προσωπικότητος. Η ευκαιρία εν τοσούτω δεν παρουσιάζετο. Εσκέφθη τότε ο εν τω Αγίω Ξάνθης εξυπνήσας καλόγηρος να την δημιουργήση. Και παρεσκεύασε το μεταξύ του κ. Βλάχου και του τέως εν Καβάλλα Υποπροξένου κ. Αννίνου γνωστόν επεισόδιον, αλλα παρεσκεύασεν αυτό τοσούτον ατέχνως, ώστε όταν ήρχισε να γίνηται λόγος ότι ούτος ήτο ο παρασκευάσας, ηναγκάσθη, ίνα διεψεύση, ότι επεθύμει δήθεν ν’ απομακρύνη τον Αρχιμανδρίτην και ότι υπενόμευε την θέσιν αυτού, να εγκολπωθή τον κ. Βλάχον, ον και προυβίβασε, μετά το επεισόδιον εις τον βαθμόν Πρωτοσυγκέλλου.
Ό,τι όμως δεν κατώρθωσε τότε, επέτυχεν άμα τη εις Αθήνας αναχωρήσει του κ. Βλάχου ακόπως. Έπαυσεν αυτόν, εκοινοποίησε την παύσιν αυτού εις τας Τουρκικάς Αρχάς – όπως κόψη εις εαυτόν πάσαν οδόν υποχωρήσεως – ου μόνον δε τούτο, αλλά και εζήτησε παρ’ αυτών όπως βία εμποδίσωσι την εις Καβάλλαν επάνοδον του Αρχιμανδρίτου, έστω και δι’ ολίγας ημέρας όπως παραλάβη τα έπιπλα αυτού και αποχαιρετίση τους φίλους του καθόσον εφοβείτο πάντοτε αυτόν και πεπτωκότα. Τόση ήτο η παρά τω λαώ δημοτικότης του Βλάχου.
Και η μεν πολιτεία του Μητροπολίτου, αναξία Έλληνος Ιεράρχου, τοιαύτη υπήρξεν. Ο δε κ. Βλάχος, μεθ’ όλους τους κόπους ους κατέλαβε και τας υπηρεσίας ας παρέσχεν εν Καβάλλα, απέμεινεν άνευ θέσεως και καταγγελθείς εις τους Τούρκους ως ύποπτος υπό του κυριάχου αυτού δυσχερέτατα θέλει εύρη νέαν τοιαύτην.
Θεωρώ επί τούτοις καθήκον μου όπως παρακαλέσω την Υ.Ε. ίνα λαμβάνουσα υπ’ όψει τα πολλά προσόντα και την αδικίαν ήτις προσεγένετο αυτώ ένεκα των άγαν πατριωτικών του αισθημάτων, ευαρεστηθή να παράσχη αυτώ πάσαν την πολύτιμον αυτής προστασίαν παρά τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω.
Ευπειθέστατος
(υπ.) Φ.Α. Κοντογούρης
Προς την Αυτού Εξοχότητα
Τον Κύριον Κον Ι. Γρυπάρην
Έκτακτον Απεσταλμένον και Πληρεξιούσιον Υπουργόν



[1] Βλ. παρακάτω στο παράρτημα των δημοσιευομένων εγγράφων
[2] Θερμές ευχαριστίες εκφράζουμε ολοθύμως και από της θέσεως ταύτης στον πολυγραφότατο Φιλόλογο και Ιστορικό κ. Κωνσταντίνο Χιόνη, ο οποίος φιλοτίμως προσέφερε σ’ εμάς τα τρία αυτά δημοσιευόμενα στην παρούσα μελέτη μας έγγραφα, τα οποία μαζί με το υπόλοιπο αρχείο του αειμνήστου Γεωργίου Αστεριάδη, είχε μελετήσει ενδελεχώς και επισταμένως ο ίδιος προ πολλών ετών και εν συνεχεία προσέφερε όλο αυτό το πολύτιμο αρχειακό ιστορικό υλικό στο «Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο» του Δήμου Καβάλας, όπου σώζεται αποτεθησαυρσμένο. Τα δε τρία αυτά έγγραφα είχε εντοπίσει αρχικώς ο Γεώργιος Αστεριάδης στους σχετικούς φακέλους του ΥΠΕΞ και έπειτα τα είχε αποθησαυρίσει σε φωτοτυπημένη μορφή στο προσωπικό του αρχείο, το οποίο μετά το θάνατό του, οι συγγενείς του Δημήτριος και Ιωάννης Αστεριάδης, παρεχώρησαν στον κ. Κωνσταντίνο Χιόνη για να το διαχειριστεί και αξιοποιήσει καταλλήλως, όπερ και εγένετο.
[3] Ο τότε Αρχιερατικός Επίτροπος Καβάλας, Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Βλάχος, ηπειρωτικής καταγωγής, εγεννήθη στη Χηλή της Βιθυνίας (Πόντου) κατά το έτος 1873 εκ γονέων καταγομένων εκ Ρουψιάς Πωγωνίου της Ηπείρου. Εφοίτησε στην Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή και εν συνεχεία, κατά το έτος 1895, εισήχθη στην περίπυστο και παλαίφατο Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης όπου εσπούδασε την Ιερά Επιστήμη και απεφοίτησε αριστούχος κατά το έτος 1899, υποβαλών αινέσιμη διατριβή, με θέμα: «Ότι το θαύμα είναι δυνατόν». Εχειροτονήθη Διάκονος και διορίσθηκε ως καθηγητής Θεολόγος και Ιεροκήρυξ στην ακμάζουσα τότε ρωμαίϊκη κοινότητα του Γαλατά Κωνσταντινουπόλεως, όπου υπηρέτησε μέχρι το έτος 1901. Αφού στη συνέχεια εχειροτονήθη Πρεσβύτερος και εχειροθετήθη Αρχιμανδρίτης, διορίσθηκε κατά το έτος 1901 Ιεροκήρυξ και Αρχιερατικός Επίτροπος της ελληνορθόδοξου κοινότητος Καβάλας υπό του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ Σγουρού (1891-1910), ο οποίος διόρισε τον Αρχιμ. Σπυρίδωνα στη θέση του Πρωτοσύγκελλου ολίγον προ της εκδιώξεώς του από τον ίδιο κατά τα μέσα περίπου του έτους 1906. Στην Καβάλα ο Αρχιμ. Σπυρίδων διεκρίθη για την πολυδιάστατη εκκλησιαστική και εθνική του δράση, αναδειχθείς ακατάβλητος Μακεδονομάχος και ψυχή του Μακεδονικού Αγώνος στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας. Κατά τον Σεπτέμβριο του 1906 εξελέγη υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης (1906-1916), όπου εσυνέχισε τους εθνικοπατριωτικούς αγώνες του και από το 1913 και ως επικεφαλής του απελευθερωτικού αγώνος της Βορείου Ηπείρου, ενώ διετέλεσε και Υπουργός Εκκλησιαστικών και Παιδείας της υπό τον Γεώργιο Χρηστάκη – Ζωγράφο προσωρινής Κυβερνήσεως της Βορείου Ηπείρου. Κατά το έτος 1916 μετετέθη υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων, κατόπιν απαιτήσεως του λαού της Ηπείρου, την οποία εποίμανε επί τριακονταετίαν, ήτοι μέχρι της κατά το έτος 1949 εκλογής του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, με εξαίρεση μία διετή περίοδο (1922-1924), όταν ανέλαβε την Ιερά Μητρόπολη Αμασείας. Εποίμανε καρποφόρως την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών επί μίαν επταετίαν (1949-1956) και ανεδείχθη υπέρμαχος των δικαίων του Κυπριακού Ελληνισμού. Εκοιμήθη την 21η Μαρτίου 1956. Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, η Εκκλησία εις τον αγώνα της ελευθερίας, Αθήναι 1952, σ. 214. Περιοδικό «Εκκλησία», 33 (1956) 98 κ.εξ. Περιοδικό «Θεολογία», 27 (1956) 1-6. «Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου», Δ΄, σσ. 599-600.Ι.Χ. Κωνσταντινίδου, Η Εκκλησία των Αθηνών κατά την τριακονταπενταετίαν 1923-1957, Αθήναι 1961, σσ. 50-56. Βλάχος Σπυρίδων, ο από Ιωαννίνων, Μνημόσυνοι Λόγοι. Σπ. Μ Καλλιάφα, Αλεξάνδρου Βαμβέτσου, Επισκόπου Διονυσίου Ψαριανού, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης, Γεωργίου Αχιλ. Βαβαρέτου, Αθήναι 1961, σσ. 47-48. Φ.Γ. Οικονόμου, Η εν Ιωαννίνοις Εκκλησία, Αθήναι 1966, σσ. 50-53. «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια», 11(1967) 397-398. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ.273. Του ιδίου, Επισκοπικοί Κατάλογοι κατά τους Κώδικας των Υπομνημάτων του Αρχειοφυλακίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Β΄ Έκδοσις, Ιερά Μητρόπολις Αλεξανδρουπόλεως, Αλεξανδρούπολις 2000, σσ.383, 403, 410, 417. Δημοσθένους Κούκουνα, Η Εκκλησία της Ελλάδος 1941-2007. Από τον Δαμασκηνό στον Χριστόδουλο (Ιστορικό Λεύκωμα-15), Εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2007, σσ. 41-49.
[4] Ο Μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Ιωακείμ Σγουρός, κατά κόσμον Περικλής Παρασκευάς Σγουρός, υιός του Αντωνίου μισέ Παρασκευά Σγουρού και της Ευανθίας μισέ Κ. Κατλά, εγεννήθη την 13η Μαΐου 1864 στο προάστιο Κάτω Βαρβάσι Χίου, όπου διήκουσε τα εγκύκλια γράμματα. Μετά την αποφοίτησή του από το Σχολαρχείο (Γυμνάσιο) Χίου κατά το έτος 1880, με την υποστήριξη του Χιώτη, από την Καλλιμασιά, Μητροπολίτου Γέροντος Δέρκων Ιωακείμ Κρουσουλούδη, μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ Δ΄ (1884-1886), έλαβε υποτροφία από το κληροδότημα του εκ Καλλιμασίας Χίου καταγομένου αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ Β΄ Κοκκώδη (1860-1863, 1873-1878) και εισήχθη στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε αριστούχος την 26η Ιουνίου του 1887 υποβαλών αινέσιμη διατριβή, με θέμα: «Περί της Αποστολικής Παραδόσεως». Αμέσως μετά την αποφοίτησή του εχειροτονήθη Διάκονος, μετονομασθείς Ιωακείμ και διορισθείς Δευτερεύων των Πατριαρχείων. Την 20η Οκτωβρίου 1888, επί της Πατριαρχείας Διονυσίου Ε΄ (1887-1891) προήχθη σε Μέγα Αρχιδιάκονο και το έτος 1899 σε Μέγα Πρωτοσύγκελλο των Πατριαρχείων. Ο Ιωακείμ, κατά την 9η Ιανουαρίου 1890 και σε ηλικία μόλις 28 ετών, εξελέγη υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης την οποία όμως διεποίμανε μόλις για ολίγους μήνες διότι ήρθε σε οξεία, πλην δικαιολογημένη, σύγκρουση με τον οθωμανό διοικητή της επαρχίας του, ο οποίος καταπατώντας τα λεγόμενα εκκλησιαστικά προνόμια υπήρξε ο υπαίτιος της εκδοθείσης διαταγής από την Υψηλή Πύλη να απαγορευθεί η λειτουργία των ελληνορθοδόξων εκκλησιών και σχολείων της Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης. Η σφοδρή αντίδραση του Μητροπολίτου Ιωακείμ κατά του οθωμανού διοικητού είχε ως αποτέλεσμα να συλληφθεί, φυλακισθεί και οδηγηθεί στην Κωνσταντινούπολη για να δικασθεί, οπότε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ αναγκάσθηκε λόγω της επιμόνου απαιτήσεως της οθωμανικής κυβερνήσεως να τον ανακαλέσει. Μετά την δικαστική περιπέτειά του η Αγία και Ιερά Σύνοδος, κατά την 20η Αυγούστου 1891, προέβη στην προαγωγική εκλογή του σε Μητροπολίτη Ξάνθης όπου εργάσθηκε αόκνως με αρίστους συνεργάτες της προσωπικής του επιλογής ως χαρισματικός και δυναμικός εκκλησιαστικός και εθνικός ανήρ, μεριμνώντας για την ανύψωση του πνευματικού, εκπαιδευτικού, οικονομικού και εν γένει κοινωνικού και βιοτικού επιπέδου σε όλες τις ελληνορθόδοξες κοινότητες της εκκλησιαστικής επαρχίας του στην οποία υπήγετο και η ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας, όπου διόρισε τον στενό και ικανό συνεργάτη του, Αρχιμ. Σπυρίδωνα Βλάχο ως Ιεροκήρυκα και Αρχιερατικό Επίτροπο αυτού (1901-1906). Όσον αφορά την εθνική του δράση εναντίον των βουλγαροεξαρχικών κομιτατζήδων, είναι μεμαρτυρημένο με αψευδείς ιστορικές πηγές ότι ο Ξάνθης Ιωακείμ υπήρξε εθνικός ανήρ, ακατάβλητος και δυναμικός αγωνιστής ιεράρχης και γνήσιος Έλλην πατριώτης, ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα στην αποσόβηση του αφελληνισμού των χωρίων και κωμοπόλεων της επαρχίας του από τους Βουλγάρους και τους Οθωμανούς κατά την δύσκολη περίοδο του Μακεδονικού Αγώνος. Ο Ξάνθης Ιωακείμ κατά την 25η Νοεμβρίου 1910 μετετέθη υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και παρά τους ακατάβλητους αγώνες του δεν επρόφθασε να χαρεί την απελευθέρωση της πόλεως, αποθανών την 11η Μαΐου 1912 στη Θεσσαλονίκη, όπου ετάφη στο Κοιμητήριο της Ευαγγελιστρίας. Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, ό.π., σ. 227. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, Η Ιερά…, ό.π., σ. 265. Του ιδίου, Επισκοπικοί… ό.π., σσ. 354, 355, 398. Μητροπολίτου πρώην Παραμυθίας Αθηναγόρου, Ο Θεσμός των Συγκέλλων εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 9(1932) 287. Αρχιμ. Ιω. Ανδρεάδου, Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μέρος Α΄, Αθήναι 1940, σ.146. Του ιδίου, Χίοι Μητροπολίται Θράκης, «Θρακικά», 15(1941) 144-145. Νικολάου Λ. Φορόπουλου, Ιωακείμ ο Σγουρός, «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια», 6(1965) 1106-1107. Αθανασίου Γερομιχαλού, Ιωακείμ Σγουρός Μητροπολίτης Ξάνθης και αι αποφάσεις της Δημογεροντίας, Θεσσαλονίκη 1968. Σάββα Αν. Σαββίδη, Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Σγουρός (ως εθνικός και εκκλησιαστικός άνδρας), Ξάνθη 2008. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Συμβολή στην Εκκλησιαστική Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου, Έκδοση: Ιερά Μητρόπολη Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2009, σσ. 620-712, όπου παρατίθεται και η πλήρης σχετική βιβλιογραφία. Του ιδίου, Επισκοπική Ιστορία των Ι. Μητροπόλεων της Δυτικής Θράκης, Ξάνθη 2014, σσ. 303, 346-347.
[5] Οι ιστορικοί Φίλιπποι υπήρξαν το κέντρο της ιεραποστολικής δράσεως του Αποστόλου των Εθνών Παύλου στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Από τον Δ΄ μ.Χ. αιώνα και ειδικότερα από το έτος 313 μ.Χ., οπότε υπεγράφη το Διάταγμα των Μεδιολάνων και κατέστη ελευθέρα η λατρεία της θρησκείας του Ιησού Χριστού, ήκμασε η Εκκλησία των Φιλίππων με έδρα την ομώνυμη πόλη. Η Μητρόπολη Φιλίππων έζησε περιόδους ακμής και παρακμής μέσα στο διάβα των αιώνων. Υπήρξε περίοδος κατά την οποία υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσία της είχε μέχρι και επτά Επισκοπές. Από τον ΙΔ΄ μ.Χ. αιώνα άρχεται μακρά περίοδος παρακμής της Μητροπόλεως Φιλίππων και το Οικουμενικό Πατριαρχείο προκειμένου να την ενισχύσει, αποφασίζει κατά το έτος 1619 την υπαγωγή στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Φιλίππων και της όμορης Μητροπόλεως Δράμας, ενώ ολίγα έτη αργότερα την υπαγωγή και των εκκλησιαστικών επαρχιών Ζιχνών και Νευροκοπίου. Όσον αφορά την πόλη της Καβάλας, η οποία είναι η μετονομασθείσα πόλη της αρχαίας Νεαπόλεως και μετέπειτα Χριστουπόλεως, σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, αυτή μέσα στο διάβα των αιώνων άλλοτε υπήγετο στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Φιλίππων, άλλοτε της Μητροπόλεως Περιθεωρίου και άλλοτε της Μητροπόλεως Ξάνθης. Πάντως, από τον ΙΔ΄ μ.Χ. αιώνα και μέχρι το έτος 1924 δεν έχουμε ανεξάρτητη Μητρόπολη Καβάλας. Μόνον κατά το έτος 1675 η τοπική Εκκλησία της Καβάλας απετέλεσε ανεξάρτητη Πατριαρχική Εξαρχία. Αυτό το εκκλησιαστικό καθεστώς θα πρέπει να διατηρήθηκε μέχρι και το έτος 1721, οπότε η Καβάλα υπήχθη και πάλι στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου, και σε ορισμένα εκκλησιαστικά έγγραφα κατεγράφετο υπό τον τίτλο: «Ξάνθης και Καβάλας». Η Καβάλα και η πέριξ αυτής περιοχή μέχρι το έτος 1924 παρέμεινε στη δικαιδοσία της Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου, οπότε ιδρύεται η σημερινή Μητρόπολη Φιλίππων υπό τον τίτλο: «Φιλίππων και Νεαπόλεως» ή «Φιλίππων, Νεαπόλεως και Νέστου». Ενίοτε δε σε ορισμένα εκκλησιαστικά έγγραφα, η Μητρόπολη έφερε και τον τίτλο: «Καβάλας και Νέστου». Η νήσος Θάσος, η οποία υπήγετο στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας, απεσπάσθη εξ αυτής και το έτος 1953 υπήχθη οριστικώς στη δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Φιλίππων διαμορφώνοντας τον οριστικό τίτλο αυτής ως Μητροπόλεως «Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου». Για την επί του θέματος αυτού βιβλιογραφία, βλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Συμβολή…, ό.π., σσ. 341-346, 353-354, 356, 816. Του ιδίου, Επισκοπική…, ό.π., σ. 297. Του ιδίου, Η Μητρόπολις Τραϊανουπόλεως και αι Επισκοπικαί αυτής. Συμβολή εις την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν της Θράκης, Ξάνθη 1981, σσ. 74-75. Κ. Δελικάνης – Π. Ζερλέντης, «Εξαρχία Καβάλλας», «Εκκλησιαστική Αλήθεια», 26(1906) 143-144. Περιοδικό «Εκκλησία», 10(1932) 415-416. Τάσου Γριτσόπουλου, Ξάνθης και Περιθεωρίου, Μητρόπολις, «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια», 9(1966) 646-649. Παναγιώτου Παπαευαγγέλου, Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, Μητρόπολις, «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, 11(1967) 1104-1109. Ευαγγέλου Παπαδόπουλου, Ιστορία του Νομού, Καβάλα 1967, σσ. 481-483. Αθανασίου Αγγελόπουλου, Η διαμόρφωσις των ορίων της Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, Πρακτικά Α΄ Τοπικού Συμποσίου: «Η Καβάλα και η περιοχή της», Ι.Μ.Χ.Α.-189, Θεσσαλονίκη 1980, σσ.169-185, όπου παρατίθεται λεπτομερώς η σχετική βιβλιογραφία. Του ιδίου, Εκκλησιαστική Ιστορία των Νέων Χωρών (1912-1928), Θεσσαλονίκη 1982, σσ. 121, 124. Γεωργίου Κουκλιάτη, Ο Μοναχισμός και τα Μοναστήρια της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, Σειρά: «Εκκλησία και Θεολογία-5», Καβάλα 1992, σσ. 21-39, 40-50, όπου παρατίθεται η σχετική βιβλιογραφία. Μάχης Παΐζη – Αποστολοπούλου, Ο Θεσμός της Πατριαρχικής Εξαρχίας (14ος-19ος αιώνας), Αθήνα 1995, σσ. 65, 71, 106, 144, 170-173, 212, 215-216. Νικολάου Μιχαλόπουλου, Δραστηριότητες της τοπικής Εκκλησίας της περιόδου 1924-1934, Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η Καβάλα και το Αιγαίο», Τόμ. Β΄, Καβάλα 2004, σσ. 629-631. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ιστορικά Σύμμεικτα περί την Καβάλα. Πρόσωπα και Γεγονότα (1904-1934), «Θασιακά», 17(2016) 305,  υποσ. 1, όπου παρατίθεται όλη η σχετική επί του θέματος βιβλιογραφία.
[6] Βλ. Νικολάου Ρουδομέτωφ, Η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Καβάλας. Από έναν κώδικα των ετών 1895-1908, Καβάλα 1998, σσ.31-32.
[7] Βλ. Ευάγγελου Παπαδόπουλου, ό.π., σ.448.
[8] Ο Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκόπιος (1974-2017) σε ειδική ιστορική μελέτη του αναφερόμενος στον θεσμικό ρόλο και τις αρμοδιότητες του εκάστοτε κυριάρχου επιχωρίου Μητροπολίτου ή του Αρχιερατικού Επιτρόπου αυτού κατά την συγκρότηση, λειτουργία και τις συνεδριάσεις των κοινοτικών οργάνων (σωματείων) της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας, γράφει τα εξής: «Διακεκριμένη, ως είναι ευνόητον, υπήρξεν η θέσις και ο ρόλος του Μητροπολίτου Ξάνθης, εις τον οποίον εκκλησιαστικώς υπείγετο η Καβάλα, διοικουμένη υπ’ αυτού ή του Αρχιερατικού Επιτρόπου Καβάλας, τον οποίον εκείνος διώριζεν. Απορρέουσα εκ του Χάρτου των προνομίων, δεν περιορίζετο μόνον εις την επικύρωσιν του Κανονισμού εις το τελικόν στάδιον, μετά δηλαδή την επιψήφισίν του υπό της Γενικής της Κοινότητος Συνελεύσεως, αλλ’ επεξετείνετο εις ουσιαστικάς πρωτοβουλίας, καθώς προήδρευεν όλων των Κοινοτικών Σωματείων και η γνώμη του εγίνετο σεβαστή και εζητείτο εις περιπτώσεις μη προβλεπομένας υπό του Κανονισμού. Και εις αυτήν την Αντιπροσωπείαν της Κοινότητος, η οποία απετέλει το κεντρικόν συντονιστικόν όργανον, ο ρόλος του Μητροπολίτου απ’ ευθείας ή διά του υπ’ αυτού διοριζομένου Αρχιερατικού Επιτρόπου, ήτο πρωτεύων». Βλ. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, Η εκπαίδευσις εις την Καβάλαν και η ανέγερσις παρθεναγωγείου αυτής κατά τον κώδικα της εφορείας των σχολών, Πρακτικά Α΄ Τοπικού Συμποσίου: «Η Καβάλα και η περιοχή της», Ι.Μ.Χ.Α-189, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 18. Πρβλ. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π. σσ. 7-9. Κομνηνού Γ. Απότα, Οι θρησκευτικές κοινότητες της Καβάλας από τα μέσα του 19ου μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα (1850-1950), Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών: «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η Καβάλα και το Αιγαίο», Ιστορικό και Λαογραφικό Αρχείο Καβάλας, Τόμ. Α΄, Καβάλα 2007, σ. 322.
[9] Βλ. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σσ, 8-9. Μητροπολίτου Φιλίππων Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, ό.π. σσ. 16-20. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Η παιδεία στην Καβάλα 1864-1919, Καβάλα 1990, σσ.70-72, 81-82.
[10] Ο Νικόλαος Ρουδομέτωφ δημοσιεύει στο ιστορικό πόνημά του, υπό τον τίτλο: «Η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Καβάλας από έναν κώδικα των ετών 1895-1908», σειρά υπογεγραμμένων πρακτικών, τα οποία συνετάχθησαν κατά τις μεταξύ των ετών 1901-1906 συνεδριάσεις των κοινοτικών οργάνων (σωμάτων) της Αντιπροσωπείας και της Δημογεροντίας υπό την προεδρία του Αρχιερατικού Επιτρόπου της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας, Αρχιμ. Σπυρίδωνος Βλάχου. Βλ. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σσ. 99-183. Πρβλ. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, ό.π. σσ. 36-37. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, ό.π., σ. 91
[11] Βλ. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σσ. 7-9. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, ό.π., σσ. 16-20, 36-37. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, ό.π., σσ. 70-72, 81-82, 91. Κομνηνού Γ. Απότα, ό.π., σ. 322.
[12] Βλ. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σ. 32. Δημοσθένους Κούκουνα, ό.π., σ. 41.
[13] Το Ελληνικό Υποπροξενείο Καβάλας, το οποίο ιδρύθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του 1867 και ως πρώτος Υποπρόξενος αυτού διορίσθηκε ο Ηλίας Βασιλειάδης, διεδραμάτισε καθοριστικής σημασίας ρόλο για την προάσπιση των οικονομικών και κυρίως των εθνικών συμφερόντων της ευαίσθητης και νευραλγικής σημασίας περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας. Βλ. Κομνηνού Γ. Απότα, ό.π., σ. 321, όπου δημοσιεύεται η αναφορά του πρώτου Υποπροξένου Ηλία Βασιλειάδη περί της σημασίας του αρτισυστάτου Υποπροξενείου Καβάλας, στην οποία επισημαίνει: «Αρκούμαι δε μόνον σήμερον να υποδείξω ότι η σύστασις του εν τη πόλει ταύτη Ελληνικού Υποπροξενείου επλήρωσε μέγα κενόν εις τα μέρη ταύτα, διότι, όχι μόνον κατόρθωσε να φέρη την συνδιαλλαγήν μεταξύ των συναδέλφων αυτού Υποπροξενείων αλλά και να οικοδομήση νέον και ειλικρινή μετά των Κων. Υποπροξένων συνασπισμόν, προς περιστολήν των διαπραττομένων αδικημάτων προς τους Χριστιανούς των μερών τούτων». Για την σημασία και τον καθοριστικό ρόλο του Ελληνικού Υποπροξενείου Καβάλας στην οργάνωση του Μακεδονικού Αγώνος, βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός Αγώνας στο Σαντζάκι της Δράμας. Η πορεία του μακεδονικού αγώνα στις περιοχές Καβάλας – Δράμας και Θάσου, Εκδόσεις Ξυράφι, Καβάλα 2015, σσ. 69-75, 79-84.
13α Ο Κωνσταντίνος Χιόνης στην εμπεριστατωμένη ιστορική μελέτη του περί του Μακεδονικού Αγώνος στην Ανατολική Μακεδονία επισημαίνει την εθνικής σημασίας προσφορά και δράση του Ελληνικού Υποπροξενείου στην Καβάλα και καταγράφει τα ονόματα των κατά καιρούς Ελλήνων Υποπροξένων Καβάλας, αναφέροντας τα εξής: «Το ελληνικό υποπροξενείο της Καβάλας έπαιξε ενεργό ρόλο στην προπαρασκευή του μακεδονικού αγώνα και από το 1906 μεταβλήθηκε μάλιστα σε εθνικό κέντρο που κατηύθυνε τον αγώνα. Υποπρόξενος στην Καβάλα μέχρι το Γενάρη του 1904 ήταν ο Γεώργιος Σάρρος. Ανέλαβε το υποπροξενείο ως διευθύνων ο Ευθύμιος Κανελλόπουλος, ο οποίος παρέμεινε στην Καβάλα από το Γενάρη του 1904 έως το Μάρτη του 1904. Αντικατέστησε τον Ευθύμιο Κανελλόπουλο ο Άγγελος Άννινος, ο οποίος διηύθυνε το υποπροξενείο Καβάλας από το Μάρτη του 1904 έως τα τέλη Δεκεμβρίου του 1905. Ο Φίλιππος Κοντογούρης, που διαδέχθηκε τον Άγγελο Άννινο, δεν κάθισε ούτε ένα μήνα στην Καβάλα, αφού το Γενάρη του 1906 ανέλαβε το υποπροξενείο ο Νικόλαος Μαυρουδής, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη θέση του τον Ιούλιο του 1907 ως ύποπτος φόνου Βουλγάρου στο Κιναλή. Από τον Ιούλιο του 1907 ασκεί καθήκοντα υποπροξένου στην Καβάλα ο Νικόλαος Σουΐδας, ο οποίος υπογράφει και τη σχετική αλληλογραφία έως το Νοέμβριο του 1907, που τον διδέχθηκε ο Άννινος Καβαλεράτος». Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, ο Μακεδονικός…, ό.π., σ. 70, όπου παρατίθεται και η σχετική βιβλιογραφία.
[14] Σύμφωνα πάντοτε με την τεκμηριωμένη γραφή του Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, ο Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Βλάχος υπήρξε ένας από τους πολλούς άλλους εντοπίους συνεργάτες του Ελληνικού Υποπροξενείου Καβάλας και πριν από την ίδρυση του «Εθνικού Κέντρου», οι οποίοι ήταν ο Κωστής Αθηναίος, ο Αντώνιος Ξανθόπουλος, ο Γεώργιος Αστεριάδης, ο Σωκράτης Γιαννόπουλος, ο Γεώργιος Πρωτόπαππας, ο Κλεάνθης Τερμεντζής, ο Ηλίας Φέσσας κ.ά. Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σσ. 72, 89, όπου επικαλείται τα γραφόμενα του Δ.Κ. Δημητριάδη, τα οποία εδημοσίευσε υπό τον τίτλο: «Ιστορικά Σημειώματα» στην Εφημ. «Κήρυξ» Καβάλας, αρ. φύλ. 1467/27-11-1930.
[15] Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σσ. 39, 40, 49,69. Πρβλ, Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σ. 32. Δημοσθένους Κούκουνα, ό.π., σ. 41.
[16] Βλ. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σ. 32. Δημοσθένους Κούκουνα, ό.π., σ. 41.
[17] Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σ. 73. Δημοσθένους Κούκουνα, ό.π., σ.41. Περί της επιστολογραφίας του Υποπροξένου Καβάλας Νικολάου Μαυρουδή κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνος στην περιοχή της Καβάλας, βλ. Κυριακής Δουκκέλη, Η Καβάλα και η οργάνωση του Μακεδονικού αγώνα εναντίον των Βουλγάρων στην Ανατ. Μακεδονία, Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, με θέμα: «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η Καβάλα και το Αιγαίο», Ιστορικό και Λαογραφικό Αρχείο Καβάλας, Τόμ. Α΄, Καβάλα 2007, σσ. 427-437.
[18] Βλ. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σ. 32. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σσ. 69, 79-84. Του ιδίου, Η παιδεία…, ό.π., σσ. 153-160. Του ιδίου, Η δράση του Στυλιανού Μαυρομιχάλη στην Καβάλα κατά το μακεδονικό αγώνα, «Πελοποννησιακά», 27(2003-2004) 130. Κυριακής Δουκκέλη, ό.π., σσ. 427-437.
[19] Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σ. 89.
[20] Ο Γεώργιος Πρωτόπαπας, επιφανές πρόσωπο της τοπικής κοινωνίας της Καβάλας διετέλεσε επί μακράν σειρά ετών αιρετό μέλος της αντιπροσωπείας της κοινότητος, της δημογεροντίας, της εφορείας των σχολών και των επιτροπών των ιερών ναών, αλλά και ενεργό μέλος του μακεδονικού αγώνος. Βλ. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, ό.π., σ. 39. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σσ. 5, 24, 42, 62, 67, 96, 105, 136, 142, 145, 149, 157, 170, 186, 188, 204, 216, 243, 247, 269, όπου δημοσιεύονται τα πρακτικά της αντιπροσωπείας και της δημογεροντίας της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας υπογεγραμμένα και από τον Γεώργιο Πρωτόπαπα.
[21] Ο Κλεάνθης Τερμεντζής, επιφανής προσωπικότητα της Καβάλας, υπήρξε επανειλημμένως αιρετό μέλος της αντιπροσωπείας της κοινότητος, της δημογεροντίας, της εφορείας των σχολών, στην οποία επί σειρά ετών υπήρξε και ταμίας αυτής, και των επιτροπών των ιερών ναών. Ο Κλεάνθης Τερμεντζής διετέλεσε Δήμαρχος από τον Αύγουστο του 1913 μέχρι και το τέλος του Ιουλίου του 1916, οπότε έχουμε στην Καβάλα την έναρξη της βουλγαρικής κατοχής. Απελύθη επισήμως των καθηκόντων του, στις 4 Ιουλίου του 1971. Επανεξελέγη Δήμαρχος Καβάλας και άλλες τρεις φορές, ήτοι από την 1η Νοεμβρίου 1920 μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1922, από την 16η Μαΐου 1925 μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 1925 και από την 1η Σεπτεμβρίου 1929 μέχρι και το τέλος Μαρτίου του έτους 1934. Βλ. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, ό.π., σ. 39. Ευαγγέλου Παπαδόπουλου, ό.π., σ. 454. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σ. 121, όπου στο ευρετήριο ονομάτων και τόπων του εκδοθέντος υπό του Ν. Ρουδομέτωφ κώδικος της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας παρατίθενται λεπτομερώς οι σελίδες των πρακτικών του κώδικος που υπογράφονται και από τον Κλεάνθη Τερμεντζή ως μέλους της αντιπροσωπείας της κοινότητος, της δημογεροντίας, της εφορείας των σχολών και των επιτροπών των ιερών ναών.
[22] Ο Ηλίας Φέσσας, γόνος γνωστής και οικονομικώς ευπόρου εμπορικής οικογένειας της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας υπήρξε μαθηματικός και ίσως διά βραχύ χρονικό διάστημα διδάσκων των σχολών της κοινότητος, ενώ παράλληλα επί σειρά ετών διετέλεσε αιρετό μέλος της αντιπροσωπείας της κοινότητας, της δημογεροντίας, της εφορείας των σχολών (1900-1902, 1906-1908, 1914-1915) και των επιτροπών των ιερών ναών. Την 6η Σεπτεμβρίου 1901 διορίζεται γραμματεύς της εφορείας των σχολών, θέση μη προβλεπόμενη υπό του Κανονισμού και το πρώτον συναντωμένη. Ο Ηλίας Φέσσας εχρημάτησε επίσης ταμίας της εφορείας των σχολών κατά το σχολικό έτος 1907-1908 αλλά και μετά την απελευθέρωση. Βλ. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, ό.π., σ. 39, υποσ. 86. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Η παιδεία…, ό.π., σσ. 72, 89. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σ. 122, όπου στο ευρετήριο ονομάτων και τόπων του εκδοθέντος υπό του Ν. Ρουδομέτωφ κώδικος της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας παρατίθενται λεπτομερώς οι σελίδες των πρακτικών του κώδικος που υπογράφονται και από τον Ηλία Φέσσα ως μέλους της αντιπροσωπείας της κοινότητος, της δημογεροντίας, της εφορείας των σχολών και των επιτροπών των ιερών ναών.
[23] Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σ. 89.
[24] Ο Ευθύμιος Κανελλόπουλος διετέλεσε Υποπρόξενος στην Καβάλα για βραχύτατο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Ιανουάριο του 1904 έως και τον Μάρτιο του 1904. Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σ. 70.
[25] Ο Ιωάννης Γρυπάρης (1848-1922) καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Μυκόνου. Αφού πραγματοποίησε σπουδές νομικών στην Αθήνα και στο Παρίσι ακολούθησε δικαστική σταδιοδρομία, την οποία διέκοψε για να πολιτευθεί. Το έτος 1879 εξελέγη βουλευτής Σύρου με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη και επανεξελέγη το 1881. Από το 1886 εισήλθε στο διπλωματικό σώμα υπηρετώντας σε διάφορες θέσεις. Το 1903 και για επτά έτη υπηρέτησε ως Πρέσβης στην εν Κωνσταντινουπόλει ελληνική πρεσβεία και επί της πρωθυπουργίας του Ελ. Βενιζέλου ετέθη επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών (από 18-10-1910 έως 29-4-1912), οπότε μετά την λήξη της υπουργικής του θητείας, επέστρεψε ως πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπηρέτησε μέχρι το έτος 1914. Με την ανάρρηση στο θρόνο του βασιλέως Αλεξάνδρου ο Ιωάννης Γρυπάρης διορίστηκε μέγας αυλάρχης μέχρι το θάνατο του βασιλέως. Βλ. Ανωνύμου, Γρυπάρης Ιωάννης, Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκης, 4(1928) 172. Αντωνίου Μακρυδημήτρη, Οι υπουργοί της Ελλάδας 1829-2000, Αθήνα 2000, σ. 73.
[26] Βλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία Θράκης, Τόμ. Β΄, Ξάνθη 1999, σ. 504.
[27] Περί του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου (1902-1914), βλ. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ο Μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Νικόλαος Σακκόπουλος και η εποχή του (1862-1927), Θεσσαλονίκη 2001, όπου παρατίθεται όλη η σχετική βιβλιογραφία. Του ιδίου, Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας, Θάσου και Σαμοθράκης Νικόλαος Σακκόπουλος και η εποχή του, περιοδικό «Ενδοχώρα», 85(2003) 53-62. Του ιδίου, Πτυχές της εκκλησιαστικής και εθνικής προσφοράς και δράσεως του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου (1902-1914) στη Θάσο, «Θασιακά», 13(2004-2006) 425-456. (Η ίδια μελέτη αναδημοσιεύεται στα Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών: «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια. Η Καβάλα και το Αιγαίο», Ιστορικό και Λαογραφικό Αρχείο Καβάλας, Τόμ. Β΄, Καβάλα 2007, σσ. 247-281.
[28] Βλ.  Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία Θράκης, Τόμ. Α΄, Ξάνθη 1998, σσ. 494-495.
[29] Τα τρία υπηρεσιακά διπλωματικά έγγραφα από το αρχείο του Γεωργίου Αστεριάδη, τα οποία φυλάσσονται αποθησαυρισμένα στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο του Δήμου Καβάλας, δημοσιεύονται αυτούσια και άνευ ουδεμιάς παρεμβάσεως στο περιεχόμενό τους, στο σχετικό παράρτημα των εγγράφων, το οποίο έπεται της παρούσης μελέτης.
[30] Ο Άγγελος Άννινος διετέλεσε Υποπρόξενος στο Ελληνικό Υποπροξενείο Καβάλας από τον Μάρτιο του 1904 έως τα τέλη Δεκεμβρίου του 1905. Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σ. 70.
[31] Περί του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ Σγουρού (1891-1910), βλ. την υπ’ αρίθμ. 4 υποσημείωση, όπου παρατίθεται και η πλήρης σχετική βιβλιογραφία.
[32] Ο Φίλιππος Α. Κοντογούρης, διαδεχθείς τον Άγγελο Άννινο, διετέλεσε Υποπρόξενος στο Ελληνικό Υποπροξενείο Καβάλας λιγότερο του ενός μηνός, ήτοι από τον Δεκέμβριο του 1905 έως τον Ιανουάριο του 1906. Η δε σύνταξη και αποστολή προς το Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών του υπό ημερομηνία 20 Ιανουαρίου 1906 πρώτου από τα δημοσιευόμενα υπηρεσιακά διπλωματικά έγγραφα, θα πρέπει να έλαβε χώρα ολίγον προς της αντικαταστάσεως του Υποπρόξενου Κοντογούρη από τον Υποπρόξενο Νικόλαο Μαυρουδή. Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σ.70.
[33] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 1). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία Θράκης, Τόμ. Γ΄, Ξάνθη 2000, σ. 457.
[34] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 1). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 458.
[35] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 1). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 458.
[36] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 1). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 458.
[37] Περί του Γεωργίου Πρωτόπαπα, βλ. την υπ’ αρίθμ. 20 υποσημείωση.
[38] Ο μνημονευόμενος στο υπηρεσιακό έγγραφο του Υποπροξένου Φιλίππου Κοντογούρη, Ζαφείριος Καλέντζης, ασχολούμενος ενεργά με τα κοινοτικά ζητήματα, υπήρξε μέλος της αντιπροσωπείας και ταμίας της εφορείας των σχολών της ελληνορθοδόξου κοινότητας Καβάλας. Βλ. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σσ., 136, 158, 175, όπου δημοσιεύονται τα πρακτικά των συνεδριάσεων της κοινοτικής αντιπροσωπείας στα οποία υπογράφει ως μέλος αυτής και ο Ζαφείριος Καλέντζης.
[39] Ο Ευγένιος Ιορδάνου επί μακρά σειρά ετών υπήρξε μέλος της κοινοτικής αντιπροσωπείας, της εφορείας των σχολών (1901-1902, 1904-1905), της εφορείας του κοινοτικού νοσοκομείου και διαφόρων άλλων κοινοτικών επιτροπών. Βλ. Μητροπολίτου Φιλίππων Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, ό.π., σ. 38. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σσ. 39, 67, 105, 136, 137, 147, 149, 157, 174, 218, όπου δημοσιεύονται τα πρακτικά των συνεδριάσεων της κοινοτικής αντιπροσωπείας, στα οποία υπογράφει ως μέλος αυτής και ο Ευγένιος Ιορδάνου.
[40] Περί του Ηλία Φέσσα, βλ. την υπ’ αρίθμ. 22 υποσημείωση.
[41] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 1). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 458.
[42] Οι σπουδαιότεροι οικονομικοί πόροι για την εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία των σχολών της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας προέρχονταν κυρίως από τα ημερομίσθια των καπνεργατών, από τα εισιτήρια των μαθητών και από την πάγια ετήσια επιχορήγηση των τριών ιερών ναών της πόλεως. Το καπνεργατικό ημερομίσθιο εξασφάλιζε ένα σοβαρό ποσό για την εκπαίδευση, αφού οι 300 λίρες, οι οποίες είχαν εισπραχθεί κατά το 1902, ανήλθαν κατά το έτος 1910 στο ποσό των 700 λιρών. Σε αντάλλαγμα της προσφοράς αυτής τα τέκνα των καπνεργατών ή των στενών συγγενών αυτών απαλλάσσονταν της πληρωμής εισιτηρίου. Κατά δε την κοινή συνεδρία της δημογεροντίας και της εφορείας, της 14ης Αυγούστου 1908, απεφασίσθη ότι η απόδειξη πληρωμής ημερομισθίου των καπνεργατών υπέρ των κοινοτικών σχολών θα ισχύει μόνο για τον ίδιο τον πληρώνοντα ή για τα τέκνα του ή για τους αδελφούς του, αλλά όχι και για τους άλλους συγγενείς του. Επειδή όμως πολλοί καπνεργάτες δυστροπούσαν μετέπειτα να καταβάλλουν το καθιερωμένο ετήσιο ημερομίσθιό τους για την ενίσχυση του ταμείου της σχολικής εφορείας, γι’ αυτό και η εφορεία στις 30 Μαΐου 1912 το κατήργησε. Βλ. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, ό.π., σσ. 84-86, υποσ. 386. Πρβλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Η παιδεία…, ό.π., σσ. 83-84, Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σ. 16.
[43] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 1). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 458.
[44] Ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ Σγουρός από το έτος 1904 αγωνιζόταν και με κάθε τρόπο ασκούσε πιέσεις προς το Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών προκειμένου να επιτύχει την ίδρυση Ελληνικού Υποπροξενείου στην πόλη της Ξάνθης. Τελικώς το Υπουργείο των Εξωτερικών της Ελλάδος, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση, ενός και πλέον έτους, ενέκρινε την σύσταση Υποπροξενείου στην Ξάνθη, μόλις τον Δεκέμβριο του 1905, και ως Υποπρόξενος διορίσθηκε ο Άγγελος Άννινος, μέχρι τότε Υποπρόξενος της Ελλάδας στην Καβάλα, ο οποίος όμως για κάποιο ανεξήγητο λόγο δεν μετέβαινε στην Ξάνθη για την ανάληψη των υπηρεσιακών καθηκόντων του. Ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ αντιδρώντας για την όλη διαμορφωθείσα κατάσταση ήλθε σε επαφή με τον Ίωνα Δραγούμη και ζήτησε την άμεση παρέμβασή του προκειμένου να δοθεί αμέσως λύση στο όλο ζήτημα, ενώ και ο ίδιος με μακροσκελή επιστολή του προς τον Έλληνα Υπουργό των Εξωτερικών εζήτησε την ταχεία ανάληψη των υπηρεσιακών καθηκόντων του διορισθέντος Υποπροξένου Αγγέλου Αννίνου για την λειτουργία του ήδη προ ενός έτους συσταθέντος Υποπροξενείου Ξάνθης. Ο Υποπρόξενος Άγγελος Άννινος αφίχθη τελικώς στην Ξάνθη και ανέλαβε τα καθήκοντά του, κατά τον Δεκέμβριο του έτους 1906. Βλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Α΄, ό.π., σσ. 506, 507. Πρβλ. Του ιδίου, Συμβολή…, ό.π., σσ. 688-697. Του ιδίου, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σσ. 459, 482, 484.
[45] Βλ. Παράρτημα Εγγραφών (Έγγρ. 1). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 459.
[46] Ο Νικόλαος Μαυρουδής διετέλεσε Υποπρόξενος της Ελλάδος στην Καβάλα από τον Ιανουάριο του 1906 έως και τον Ιούλιο του 1907. Βλ. Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη, Ο Μακεδονικός…, ό.π., σ.70.
[47] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 2). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 462.
[48] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 2). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 462. Του ιδίου, Συμβολή…, ό.π., σ. 658.
[49] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 2). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 462. Του ιδίου, Συμβολή…, ό.π., σ. 658.
[50] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 2). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σσ. 461-462. Του ιδίου, Συμβολή…, ό.π., σ. 658.
[51] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 2). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 462.
[52] Για τον Έλληνα διπλωμάτη Ιωάννη Γρυπάρη, βλ. την υπ’ αρίθμ. 25 υποσημείωση.
[53] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 3). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σσ. 468-469. Ωστόσο εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Πέτρος Γεωργαντζής στην περί του Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Βλάχου αναφορά του (Βλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Συμβολή…, ό.π., σ. 658) μνημονεύει μόνο το υπ’ αρίθμ. πρωτ. 150 και με ημερομηνία 16 Απριλίου 1906 υπηρεσιακό διπλωματικό έγγραφο του Υποπροξένου Καβάλας Νικολάου Μαυρουδή προς τον Έλληνα Υπουργό των Εξωτερικών Αλέξανδρο Σκουζέ, αλλά παραλείπει να κάνει μνεία του υπ’ αρίθμ. πρωτ. 245 και με ημερομηνία 7 Μαΐου 1906 «εμπιστευτικού» διπλωματικού εγγράφου του εν Θεσσαλονίκη Ελληνικού Προξενείου υπηρετούντος ανωτέρου διπλωματικού υπαλλήλου Φιλίππου Κοντογούρη προς τον εν Κωνσταντινουπόλει Έλληνα Πρεσβευτή Ιωάννη Γρυπάρη, το οποίο εκοινοποιήθη και στο Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών, όπου αποκαλύπτεται όλο το σκοτεινό παρασκήνιο της ραδιούργου τακτικής του Μητροπολίτου Ξάνθης Ιωακείμ Σγούρου και της υπ’ αυτού γενομένης σκευωρίας εναντίον του Αρχιερατικού Επιτρόπου αυτού στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας, Αρχιμ. Σπυρίδωνος Βλάχου, τον οποίο ο ίδιος δοθείσης της καταλλήλου ευκαιρίας εμπαθώς απέλυσε και ιταμώς εξεδίωξε από την Καβάλα κατά τα μέσα Απριλίου του έτους 1906.
[54] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 3). Πρβλ. Πέτρου Αλ Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 469.
[55] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 3). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 469.
[56] Βλ. Παράρτημα Εγγράφων (Έγγρ. 3). Πρβλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 469.
[57] Ο Υποπρόξενος Καβάλας Νικόλαος Μαυρουδής στο υπ’ αρίθμ. πρωτ. 434 και με ημερομηνία 14 Σεπτεμβρίου 1906 υπηρεσιακό διπλωματικό του έγγραφο προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος αναφέρει: «Λαμβάνω την τιμήν να γνωρίσω τω Β. Υπουργείω ότι ο Μητροπολίτης Ξάνθης ωνόμασεν Αρχιερ. Επίτροπόν του εν Καβάλλα τον Αρχιμανδρίτην κ. Νεόφυτον Ευαγγελίδην, τέως διευθυντήν της Σχολής Καισαρείας και πρώην Επίτροπον του Μητροπολίτου Προύσης. Ο νέος Αρχ. Επίτροπος, απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής Χάλκης, ανέλαβε τα καθήκοντά του από δύο εβδομάδων, φαίνεται δ’ έχων και καλάς διαθέσεις και εκλεκτά προσόντα όπως φανή ωφέλιμος εις την Κοινότητα Καβάλλας και χρήσιμος συνεργάτης του Υποπροξενείου». Βλ. Πέτρου Γεωργαντζή, Προξενικά Αρχεία…, Τόμ. Γ΄, ό.π., σ. 485. Ο Αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Ευαγγελίδης υπηρέτησε ως Αρχιερατικός Επίτροπος Καβάλας μόλις για ένα έτος (1906-1907). Το δε έτος 1910 εξελέγη υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μητροπολίτης Ελασσώνος. Βλ. Πέτρου Α. Γεωργαντζή, Συμβολή…, ό.π., σ. 657. Μητροπολίτου Φιλίππου, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου…, ό.π., σ. 37. Βασιλείου Θ. Σταυρίδη, Η Ιερά Θεολογική…, ό.π., σ. 270. Του ιδίου, Επισκοπικοί…, ό.π., σ. 393. Νικολάου Ρουδομέτωφ, ό.π., σσ. 188-214, όπου δημοσιεύονται τα πρακτικά των συνεδριών της κοινοτικής αντιπροσωπείας και της δημογεροντίας Καβάλας, στα οποία υπογράφει ο προεδρεύων των εν λόγω κοινοτικών σωμάτων Αρχιερατικός Επίτροπος, Αρχιμ. Νεόφυτος.
[58] Για το βιογραφικό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνος Βλάχου, βλ. την υπ’ αρίθμ. 3 υποσημείωση.
[59] Βλ. Βλάχος Σπυρίδων ο από Ιωαννίνων…, ό.π., σσ. 47-48. Πρβλ. Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελίου και Βιάννου Ανδρέα Νανάκη, Πτυχές Σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας στον 20ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 137-138.
* Στα δημοσιευόμενα έγγραφα δεν υπήρξε καμμία μεταβολή στην σύνταξη, ορθογραφία, και στίξη τους.




Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Οι κατά τα έτη 1905 - 1906 διπλωματικές και εκκλησιαστικές διενέξεις στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας  με επίκεντρο τον Αρχιερατικό Επίτροπο αυτής, Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα Βλάχο (υπό έκδοση εισήγηση στο επιστημονικό -  ιστορικό συνέδριο της Καβάλας, Νοέμβριος 2017) 


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ











ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ


ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΒΑΦΕΙΔΗ ΕΠΙ
ΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΘΑΣΙΩΝ (1887/1888)

Τέσσερα ανέκδοτα έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακίου*

         I.  Ευσύνοπτα προλεγόμενα περί της αυτοδιοικητικής κοινοτικής οργανώσεως και του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης στη Θάσο κατά τον 19ο αιώνα.

    Μετά την κατάλυση του Βυζαντινού Κράτους και την επικράτηση των Οθωμανών στην «καθ’ ημάς Ανατολή», ο μόνος θεσμός ο οποίος επεβίωσε μέσα στους «σκοτεινούς αιώνες» της επαράτου δουλείας και υπήρξε η όντως «Κιβωτός της Σωτηρίας» των υπόδουλων Ρωμιών ήταν το μαρτυρικό Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο μεριμνούσε αόκνως και ανυστάκτως διά των εκάστοτε Πατριαρχών, της Αγίας και Ιεράς Πατριαρχικής Συνόδου και των κατά τόπους Μητροπολιτών αυτού για την άρτια οργάνωση, πρόοδο και ανάπτυξη των απανταχού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Ρωμαίικων Κοινοτήτων.
    Το Ρωμαίικο Γένος, το οποίο ήταν αναγνωρισμένο από την Υψηλή Πύλη ως Rum Millet και οργανωμένο σε ελληνορθόδοξες κοινότητες υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των κατά τόπους Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επεβίωσε παρά τις δυσβάστακτες αντιξοότητες χάρις στα λεγόμενα «εθναρχικά προνόμια»[1], τα οποία είχαν παραχωρηθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο από της εποχής του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητού. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο  ως «Εθνάρχουσα Εκκλησία» και θεσμός του Γένους επέτυχε συν τω χρόνω, με σύνεση και διάκριση, να ενισχύσει την ίδρυση και οργάνωση ενός άλλου παράλληλου ζωτικής σημασίας θεσμού, που ήταν ο «κοινοτικός θεσμός» έχοντας ως βάση την «κοινότητα», όπου ο οθωμανοκρατούμενος ελληνισμός οργάνωσε κοινωνικά, εκκλησιαστικά, εκπαιδευτικά και οικονομικά την ζωή του εντός του πλαισίου το οποίο όριζαν τα παραχωρηθέντα υπό των Σουλτάνων προνόμια μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα.
    Η μεγάλη τομή για την ανάπτυξη και πρόοδο  των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων συνετελέσθη με την έκδοση από τον Σουλτάνο Αβδούλ Μετζήτ (1839-1861) δύο «Υψίστων Σουλτανικών Διαταγμάτων»[2]: α) του Χάττ-ι- Σερίφ του Γκιουλχανέ (1839) διά του οποίου άρχιζε η περίοδος των «Τανζιμάτ» (μεταρρυθμίσεις) και ανεγνωρίζετο για πρώτη φορά η ισότητα Χριστιανών και Ιουδαίων προς τους Μουσουλμάνους υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ειδικότερα εδίδετο η υπόσχεση σεβασμού της τιμής και της περιουσίας όλων γενικά των υπηκόων του Σουλτάνου, επέρχονταν μεταρρυθμίσεις στην απονομή της δικαιοσύνης και καταργούνταν η «εκληπτορία» (που καθιστούσε εξοντωτικό το φορολογικό σύστημα) και η γενική υποχρεωτική στράτευση[3]. Και β) το Χάττ-ι- Χουμαγιούν (1856), το οποίο, όπως γράφει ο πολύς Ιστορικός και Καθηγητής της εν Χάλκη Ιεράς Θεολογικής Σχολής, Μητροπολίτης Γέρων Ηρακλείας Φιλάρετος Βαφείδης (1848 ή 1850-1933) «… ανεγνώριζε τας πνευματικάς προνομίας και ατελείας των χριστιανικών κοινοτήτων, εξησφάλιζε την πλήρη θρησκευτικήν ελευθερίαν των διαφόρων θρησκευμάτων, παρεχώρει την άδειαν του εγείρειν και επισκευάζειν ναούς, σχολεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα, απέκρουε την βίαιαν αλλαξοθρησκείαν, διεκήρυττε την πλήρη ισότητα των υπηκόων, απηγόρευε την προτίμησιν θρησκευτικής τινος κοινότητος υπέρ την άλλην, παρείχε εις πάντας το δίκαιον του αναλαμβάνειν διάφορα αξιώματα και επισκέπτεσθαι τα σχολεία του κράτους, διέτασσε τον καταρτισμόν μικτών δικαστηρίων, επέτρεπε την εξαγοράν της στρατιωτικής υπηρεσίας και το δίκαιον του έχειν τους ξένους ιδιοκτησίας, επέβαλλεν απόλυτον ανεξιθρησκείαν κ.τ.λ»[4].
    Ο Καθηγητής Χαράλαμπος Παπαστάθης εν προκειμένω αναφέρει χαρακτηρηστικά ότι: «Στην πράξη η αυτοδιοίκηση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών περιοριζόταν μέσα σε θρησκευτικά πλαίσια. Συγκεκριμένα: α) στα καθαρώς θρησκευτικά ζητήματα, όπως ήταν η εκλογή και η ισοβιότητα των Επισκόπων, η ανέγερση ναών, β) σε θεσμούς που είχαν προέχοντα θρησκευτικό χαρακτήρα, σαν τη μνηστεία, το γάμο, το διαζύγιο, τη διατροφή των συζύγων, τις διαθήκες, καθώς και το εφαρμοστέο ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο και την άσκηση της δικαστικής εξουσίας, και γ) στη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία των κοινοτικών, φιλανθρωπικών και πολιτιστικών συσσωματώσεων, ακριβώς επειδή κριτήριο για τη συγκρότησή τους ήταν η θρησκευτική ομολογία των μελών τους»[5]. Ειδικότερα για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ο ίδιος γράφει: «Οι Χριστιανοί και οι Ισραηλίτες θα μετείχαν τόσο στην απονομή της δικαιοσύνης με τα μικτά δικαστήρια όσο και στη διοίκηση με τα μικτά διοικητικά συμβούλια. Το ιερονομικό δίκαιο (σερί) έπαυε να έχει αποκλειστική ισχύ· άρχιζε η νομοπαρασκευαστική προσπάθεια για τη σύνταξη κωδίκων ιδιωτικού , ποινικού και δικονομικού δικαίου , καθώς και νόμων διοικητικής οργάνωσης»[6].
    Ύστερα από την έκδοση των δύο ως άνω σουλτανικών Διαταγμάτων συνετάχθησαν οι νέοι και σύμφωνοι προς τις μεταρρυθμίσεις της Υψηλής Πύλης «Κανονισμοί» των Ρωμιών υπηκόων του Σουλτάνου. Οι Κανονισμοί αυτοί, υπό τον τίτλο: «Γενικοί Κανονισμοί περί διευθετήσεως των Εκκλησιαστικών και Εθνικών πραγμάτων των υπό τον Οικουμενικόν Θρόνον διατελούντων Ορθοδόξων Χριστιανών, υπηκόων της Α. Μεγαλειότητος του Σουλτάνου», συντάχθηκαν και ψηφίστηκαν το 1860 από τα μέλη (κληρικούς και λαϊκούς) του Εθνικού Προσωρινού Συμβουλίου και το έτος 1862 επεκυρώθησαν από τον Σουλτάνο. Από τότε οι Γενικοί (ή Εθνικοί) Κανονισμοί, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Χαράλαμπος Παπαστάθης, «αποτέλεσαν τον ειδικό συνταγματικής υφής – θα μπορούσαμε ίσως να πούμε με τη νεώτερη ορολογία – χάρτη  των δικαιωμάτων του Γένους μέχρι το 1923, οπότε και καταργήθηκαν από την Συνθήκη της Λωζάννης»[7].
    Στη νήσο Θάσο η απονομή της δικαιοσύνης[8] παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αποκαλύπτει πτυχές της όλης πολιτικής, εκκλησιαστικής, οικονομικής, οικογενειακής και εν γένει κοινωνικής ζωής των Θασίων, τόσο κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας όσο και κατά την περίοδο της Αιγυπτιοκρατίας.
    Ο Κωνσταντίνος Χιόνης, ο οποίος επί μακράν σειρά ετών διά της ενδελεχούς συγγραφικής παραγωγής αξιόλογων επιστημονικών μελετών έχει ασχοληθεί με το ζήτημα της απονομής της δικαιοσύνης στη Θάσο, αναφέρει ότι στις υπόδουλες  ελληνικές περιοχές κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας τα βασικά δικαιοδοτικά όργανα απονομής του δικαίου ήταν οι κατά τόπους Ιεροδίκες, οι Μητροπολίτες και οι Δημογέροντες (Προεστοδημογέροντες)[9]. Τούτο ίσχυε και στη νήσο Θάσο μέχρι και το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνος, αλλά, όπως επισημαίνει ο ίδιος, «από τα μέσα όμως του 19ου αιώνα άρχισε να γίνεται ουσιώδης αλλαγή στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης στη Θάσο. Το παλιό Ιεροδικείο έπαψε να λειτουργεί και στη θέση του βρίσκουμε το Συμβούλιον Θάσου, που απένειμε δικαιοσύνη για μια εικοσαετία . Την ίδια χρονική περίοδο δικαστικές αρμοδιότητες ασκούσε και η Γενική Συνέλευση πάνω σε διενέξεις κοινοτήτων, ενώ οι προεστοδημογέροντες δίκαζαν σε πρώτο βαθμό μικρότερες υποθέσεις, που εφεσιβάλλονταν ενώπιον του Συμβουλίου Θάσου. Το 1886 καταργήθηκε το Συμβούλιον Θάσου και ιδρύθηκε το Πρωτοδικείο Θάσου που έγινε το βασικό όργανο της απονομής του δικαίου για τους Θασίους. Οι μουχταροδημογέροντες έπαψαν να δικάζουν και περιορίζονται σε πράξεις συμβιβασμού μικροϋποθέσεων, ενώ η Εκκλησία αναδιοργανώνεται και τη θέση των εκκλησιαστικών συμβουλίων την παίρνουν κατά την περίοδο αυτή τα μικτά εκκλησιαστικά δικαστήρια, που εντυπωσιάζουν με τις τεκμηριωμένες αποφάσεις των»[10].
    Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι λόγω των κατά καιρούς μεταβολών του πολιτικού διοικητικού καθεστώτος στη Θάσο επήλθαν αντίστοιχα μεταβολές και στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, τόσο με τις παραλλαγές ή εναλλαγές στα καθ’ ύλην αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα[11](Ιεροδικείο, Πρωτοδικείο, Συμβούλιον, Δημογεροντία (Προεστοδημογεροντία), Γενική Συνέλευση, Εκκλησιαστικά Συμβούλια και εν συνεχεία Μικτά Εκκλησιαστικά Δικαστήρια υπό την προεδρία του εκάστοτε Μητροπολίτου), όσο και με το εφαρμοστέο δίκαιο, τη γνωστή τριπλή ή τετραπλή διαμάχη και σύγκρουση δικαίων, πολλαπλής προέλευσης (οθωμανικής, αιγυπτιακής, φραγκικής και ελληνικής), ήτοι επίσημο βυζαντινό, εκκλησιαστικό και εθιμικό[12].
    Όσον αφορά ειδικότερα την απονομή του δικαίου από την Εκκλησία[13] στη νήσο Θάσο, η οποία από το 1646 και συμπεριλαμβανομένης και της χρονικής περιόδου στην οποία αναφέρεται η παρούσα μελέτη, υπήγετο αδιαλείπτως στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας[14], μας αποκαλύπτει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πτυχές για την όλη οργάνωση και την επί ποικίλων αστικής φύσεως υποθέσεων των Θασίων δικαιοδοτική κρίση των υπό την  προεδρία των εκάστοτε Μητροπολιτών Μαρωνείας λειτουργούντων Εκκλησιαστικών Συμβουλίων και μετά το έτος 1890 των πρωτοϊδρυθέντων και συγκροτηθέντων λεγομένων Μικτών Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων (ΜΕΔ).
    Ο αοίδιμος Γεώργιος Παπαευστρατίου σχετικά με την κοινοτική  αυτοδιοίκηση και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στη Θάσο αναφέρει ότι μετά τους βενετοτουρκικούς πολέμους οι Θάσιοι διαβιούσαν «εν αφανεία μεν, αλλά και εν σχετική ευπραγία υπό τους Τούρκους με τας ολίγας προνομίας, την εσωτερικήν αυτοδιοίκησιν και την πολιτικήν νομοθεσίαν ην εξήσκουν οι παρά του λαού εκλεγόμενοι Δημογέροντες, και οι εκάστοτε Μητροπολίται, οίτινες ηκολούθουν προς λύσιν των μεταξύ των Θασίων αναφυομένων διαφορών τα επικρατούντα έθιμα, και συνεβουλεύοντο την Εξάβιβλον του Αρμενοπούλου»[15].
    Από τις αρχές του 19ου αιώνος οι Μητροπολίτες Μαρωνείας στο πλαίσιο της ποιμαντικής μέριμνάς τους για το πλήρωμα της Εκκλησίας στη Θάσο επεσκέπτοντο συχνά και κατ’ έτος την νήσο, όπου περιόδευαν τα χωριά, εκδίκαζαν υποθέσεις της αρμοδιότητός τους, συνέτασσαν ή επεκύρωναν διαθήκες και άλλα δικαιοπρακτικά έγγραφα και εισέπρατταν τα αρχιερατικά δικαιώματά τους. Ο Κωνσταντίνος Χιόνης αναφέρει ότι η επιρροή της Εκκλησίας στην απονομή της δικαιοσύνης ενισχύθηκε περισσότερο μετά την κατάργηση του Ιεροδικείου Θάσου και ότι οι συχνές επισκέψεις και περιοδείες των εκάστοτε Μητροπολιτών Μαρωνείας στα χωριά της νήσου περιόρισαν, χωρίς να εξαλείψουν τελείως, την προσφυγή των Χριστιανών στην τουρκική δικαιοσύνη[16]. Επιπλέον, σε κάθε χωριό υπήρχε Αρχιερατικός Επίτροπος του εκάστοτε Μητροπολίτου Μαρωνείας, ο οποίος τον εκπροσωπούσε κατά τον χρόνο της απουσίας του, ενώ ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος είχε την έδρα του στην πρωτεύουσα της νήσου. Από δε τα μέσα του 19ου αιώνος, ήτοι μετά τις μεταρρυθμίσεις των «Τανζιμάτ» και την ψήφιση και εφαρμογή των λεγομένων «Γενικών ή Εθνικών Κανονισμών», οι ποιμαντικές περιοδείες των Μητροπολιτών Μαρωνείας στη Θάσο ήταν συχνότερες, μία ή δύο κατ’ έτος, τακτικώς ή εκτάκτως, και κατ’ αυτές εκδίκαζαν υποθέσεις, οι οποίες αφορούσαν θέματα μνηστείας, γάμου και κληρονομιών, συνεβίβαζαν διαφορές αντιδίκων ή αντιπάλων παρατάξεων, ελάμβαναν μέτρα για τη βελτίωση των κοινοτικών πραγμάτων και ενίσχυαν το εθνικοθρησκευτικό φρόνημα των κατοίκων[17].
    Από δε τον πρώτο κώδικα «του εν Κάστρω Μικτού Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου», «διαπιστώνεται ότι από το 1895 ο Μητροπολίτης Μαρωνείας περνούσε μια φορά τον χρόνο και περιόδευε τα χωριά της Θάσου για να δικάσει τις υποθέσεις της αρμοδιότητός του. Η περιοδεία του γινόταν το καλοκαίρι. Όταν συγκεντρωνόταν, όμως, υποθέσεις και ήταν επείγουσες, όριζε ένα χωριό, όπου θα γινόταν η συνεδρίαση και πήγαιναν οι διάδικοι για να δικασθούν»[18]. Συγκρότηση των εκκλησιαστικών δικαστηρίων καταγράφεται σε κάθε χωριό της Θάσου όπου σ’ αυτά εκδικάζονταν οι υποθέσεις των κατοίκων επιτόπια υπό την προεδρία του εκάστοτε Μητροπολίτου Μαρωνείας ή του Αρχιερατικού Επιτρόπου αυτού. Η δε σύνθεση των εκκλησιαστικών δικαστηρίων αποτελούνταν από τους κληρικούς και λαϊκούς άρχοντες εκάστου κοινότητος της νήσου, ενώ η εκδίκαση των ποικίλων υποθέσεων ελάμβανε χώρα στα σχολεία ή στα κοινοτικά καταστήματα του κάθε χωριού[19].
    Ο εκάστοτε Μητροπολίτης Μαρωνείας προήδρευε των εκκλησιαστικών δικαστηρίων πλαισιωμένος και συνεπικουρούμενος από τα λεγόμενα Εκκλησιαστικά Συμβούλια τα οποία από το έτος 1890 αντεκαθεστάθησαν από τα λεγόμενα Μικτά Εκκλησιαστικά Δικαστήρια[20], που όμως ήταν αρτιότερα οργανωμένα και στη σύνθεσή τους συμμετείχαν καταξιωμένα πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας με ήθος και κύρος, διαθέτοντα κατά το δυνατόν και κάποια σχετική κατάρτιση[21].
    Οι κατά την προβλεπόμενη δικονομική διαδικασία[22] εκδιδόμενες αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων είχαν άρτια τεκμηριωμένο σκεπτικό και διατακτικό και ήταν θεμελιωμένες στην «Εξάβιβλο» του Κ. Αρμενόπουλου και στα έθιμα (εθιμικό δίκαιο) του τόπου, συμφώνως προς την επικρατούσα βασική δικαιϊκή αρχή: «κατά το έθος της νήσου και το δίκαιον»[23]. Εύστοχα έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι οι αποφάσεις των Μικτών Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων μετά το 1890 και κυρίως μετά το 1900 δεν ήταν τεκμηριωμένες μόνο στις διατάξεις της «Εξαβίβλου» του Κ. Αρμενόπουλου αλλά και στην ελληνική νομολογία επειδή τα ελληνικά νομικά εγχειρίδια που κυκλοφορούσαν κατ’ εκείνη την περίοδο επηρέαζαν αναμφίβολα και τον υπόδουλο ελληνισμό.[24]  
 Όσον αφορά την συμπεριφορά και στάση των Ιεροδικών της Θάσου έναντι των δικαστικών αρμοδιοτήτων των Μητροπολιτών, φαίνεται ότι ενίοτε αυτές αμφισβητούνταν από τους Ιεροδίκες, οι οποίοι εκπροσωπούσαν την τοπική εξουσία, αφού έχουμε περιπτώσεις Χριστιανών που κατέφευγαν στα τουρκικά δικαστήρια και για υποθέσεις οι οποίες ανήκαν αποκλειστικά στην δικαιοδοτική αρμοδιότητα του θρησκευτικού ηγέτη της περιοχής[25]. Σε γενικότερο πλαίσιο όμως και λόγω της ψηφίσεως και εφαρμογής των «Γενικών Εκκλησιαστικών Κανονισμών», όπως επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Χιόνης, «οι δικαστικές αρμοδιότητες των Μητροπολιτών δεν αμφισβητούνται από τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι Τούρκοι διοικητές της Θάσου αναγνωρίζουν τις δικαστικές αυτές αρμοδιότητες, αφού σ’ έγγραφά τους αναφέρουν για υποθέσεις ότι ανήκουν στην αρμοδιότητα του Μητροπολίτη… η αλλαγή της πολιτικής κατάστασης που γίνεται το 1902 στη Θάσο δεν επηρέασε τη θέση του Μητροπολίτη. Οι δικαστικές αρμοδιότητές του αναγνωρίζονται και από τον μουτεσαρίφη που εγκαταστάθηκε στο νησί».[26]


      II.  Ιστορικά και δικονομικά στοιχεία εκ των τεσσάρων δημοσιευμένων εγγράφων από τους κώδικες της πατριαρχικής αλληλογραφίας.


    Τα ανέκδοτα εκκλησιαστικά έγγραφα των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας, οι οποίοι φυλάσσονται στο Πατριαρχικό Αρχειοφυλακίο, αποτελούν πολυτιμότατες και ατόφιες ιστορικές πηγές για όλες σχεδόν τις πτυχές της πολιτικής, εκκλησιαστικής, δικαιϊκής, εκπαιδευτικής, οικονομικής και εν γένει κοινωνικής ζωής των κατοίκων της νήσου Θάσου. Πρόκειται όμως μόνο για τα λεγόμενα «εξερχόμενα» και από τους εκάστοτε Οικουμενικούς Πατριάρχες υπογεγραμμένα απαντητικά έγγραφα ή «απαντητικά πατριαρχικά γράμματα» της επισήμου πατριαρχικής αλληλογραφίας, που είναι αποθησαυρισμένη στους αντίστοιχους κώδικες του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακίου και διά της οποίας διαπιστώνεται πως η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως επελαμβάνετο ποικίλων και ενίοτε πολύπλοκων ζητημάτων των κατά τόπους Ιερών Μητροπόλεων αυτής και εν προκειμένω της Μητροπόλεως Μαρωνείας, δίδοντας τις δέουσες ανά περίσταση οδηγίες προς τους κατά καιρούς Μητροπολίτες Μαρωνείας [27], όταν αυτοί απευθύνοντο εγγράφως προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο προκειμένου ο Πατριάρχης με την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο να επιληφθεί των θεμάτων που είχαν ανακύψει και απασχολούσαν τους Χριστιανούς κατοίκους της Θάσου, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, υπήγετο στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας.[28]
    Παρατηρούμε επίσης ότι τα «εξερχόμενα» πατριαρχικά γράμματα είχαν ποικίλο περιεχόμενο, το οποίο αφορούσε όλες τις πτυχές του εκκλησιαστικού, πνευματικού και διοικητικού βίου των κατά τόπους εκκλησιαστικών επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και δι’ αυτών η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως πληροφορούσε τους Μητροπολίτες αυτής για την σταδιακή και πολυδαίδαλη διαδικαστική εξέλιξη κάποιου εκκρεμούντος αμιγώς πνευματικού ή διοικητικού, εκκλησιαστικού ή και πολιτικού, ζητήματος το οποίο οι κατά τόπους Ιεράρχες είχαν γνωστοποιήσει αρμοδίως και εγγράφως στο Οικουμενικό Πατριαρχείο προς επίλυση ή διεκπεραίωση αυτού και αφού είχε προηγηθεί εκτενής σχετική αλληλογραφία και είχαν διενεργηθεί υπό της Μητρός Εκκλησίας όλες οι επ’ αυτού προβλεπόμενες ενέργειες, ανέμεναν την τελική έκβαση της όλης υποθέσεως καθώς και τις σχετικές εκ του Πατριαρχείου οδηγίες περί του πρακτέου.
    Από την μελέτη των «εξερχομένων» «απαντητικών πατριαρχικών γραμμάτων» προς τους εκάστοτε Μητροπολίτες Μαρωνείας δυνάμεθα να συμπαιράνουμε ποιο ήταν και το περιεχόμενο των υπ’ αυτών απεσταλέντων «εισερχομένων» στο Οικουμενικό Πατριαρχείο γραμμάτων, τα οποία όμως δεν σώζονται καταγεγραμμένα στους κώδικες της πατριαρχικής αλληλογραφίας. Σημειωτέον δε ότι από την επισταμένη ανάγνωση των «απαντητικών πατριαρχικών γραμμάτων» πληροφορούμεθα, πως ανάλογα με την φύση, την ιδιαιτερότητα και την σοβαρότητα του ανακυπτομένου κάθε φορά ζητήματος, το οποίο  οι εκάστοτε Μητροπολίτες Μαρωνείας γνωστοποιούσαν στη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και αυτή εκαλείτο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της να το επιλύσει ή «οικονομήσει», άλλοτε αυτό επελύετο αποκλειστικώς «συνοδική αποφάσει» ή «συνοδική διαγνώμη», αμέσως ή σε βάθος χρόνου με συνέχιση της σχετικής αλληλογραφίας, και άλλοτε διά των καθ’ ύλην λοιπών αρμοδίων αμιγώς εκκλησιαστικών (π.χ. αρμόδιες Συνοδικές Επιτροπές ή με εντολή του Πατριάρχου η Αρχιγραμματεία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου)  ή και μικτών (π.χ. Διαρκές Μικτόν Εθνικόν Συμβούλιον) θεσμικών υπηρεσιών και οργάνων του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
    Ειδικότερα όσον αφορά τα τέσσερα δημοσιευόμενα ανέκδοτα έγγραφα της πατριαρχικής αλληλογραφίας διαπιστώνουμε ότι αυτά αποτελούν τα «εξερχόμενα» επίσημα πατριαρχικά γράμματα, τα οποία απέστειλε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος[29] Ε΄ (1887-1891) στον τότε λόγιο Μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίνο Βαφείδη[30] (1885-1888), τον διετελέσαντα και Καθηγητή στην κατά Χάλκη Ιερά Θεολογική Σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και αναφέρονται σε δικονομικής φύσεως ζητήματα απονομής του δικαίου για ιδιωτικές υποθέσεις, οι οποίες απασχολούσαν τους Θασίους και καθ’ ύλην αρμοδία για την διεκπεραίωση αυτών ήταν η Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας στο πρόσωπο του Μητροπολίτου Κωνσταντίνου.
    Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα συγκεκριμένα τέσσερα ανέκδοτα πατριαρχικά γράμματα εστάλησαν στον Μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίνο κατά την διετία 1887-1888, δηλαδή σε μία μεταβατική περίοδο, όταν στη Θάσο ήδη είχαν επέλθει από την Αιγυπτιακή Χεδιβική Αρχή (1813-1902) και μάλιστα μόλις προ διετίας ριζικές μεταβολές στην απονομή της δικαιοσύνης με την κατάργηση κατά το τέλος του 1885 του «Συμβουλίου Θάσου» και την ίδρυση και λειτουργεία κατά τις αρχές του έτους 1886 (πιθανότατα τον Απρίλιο του 1886) του Πρωτοδικείου Θάσου[31], το οποίο κατέστη το νέο βασικό δικαιοδοτικό όργανο απονομής του δικαίου στους Θασίους, ενώ παράλληλα οι μουχταροδημογέροντες  έπαψαν να δικάζουν και ο ρόλος τους περιορίστηκε σε πράξεις συμβιβασμού μικροϋποθέσεων[32]. Η δε Εκκλησία συνέχιζε να απονέμει το δίκαιο με τα λεγόμενα Εκκλησιαστικά Συμβούλια υπό την προεδρία του εκάστοτε Μητροπολίτου Μαρωνείας, τα οποία καταργήθησαν το 1890 και αντεκατεστάθησαν από τα αργότερα οργανωμένα Μικτά Εκκλησιαστικά Δικαστήρια[33].
    Αξιοσημείωτο και αξιοπερίεργο, όχι όμως και ανεξήγητο, είναι βέβαια εν προκειμένω το γεγονός ότι παρόλο που από το 1862 είχαν επικυρωθεί και τεθεί σε απόλυτη εφαρμογή από την Υψηλή Πύλη οι «Γενικοί ή Εθνικοί Εκκλησιαστικοί Κανονισμοί», οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, προέβλεπαν ρητώς και με σαφήνεια την ίδρυση Μικτών Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων σε όλες τις εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, όπερ και εγένετο, εντούτοις στη νήσο Θάσο η ίδρυση Μικτών Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων συνετελέσθη μόλις το έτος 1890, ήτοι τριάντα συναπτά έτη αργότερα. Τούτο βέβαια θα μπορούσε να ερμηνευθεί, εάν ληφθεί υπόψιν το γεγονός ότι αφενός μεν η Θάσος ευρίσκετο υπό Αιγυπτιακή Χεδιβική πολιτική διοίκηση, αφετέρου δε διότι οι Θάσιοι ευφυώς σκεπτόμενοι και κινούμενοι για όσο χρονικό διάστημα θεωρούσαν ότι το ισχύον σύστημα απονομής της δικαιοσύνης από την Εκκλησία, δηλαδή με την λειτουργία των λεγομένων Εκκλησιαστικών Συμβουλίων τους συνέφερε, επεδίωκαν και επετύγχαναν την διατήρησή του. Όταν όμως προφανώς θεώρησαν ότι ήταν προς το συμφέρον τους και θα έπρεπε να εφαρμοσθούν οι υπό της Υψηλής Πύλης επικυρωθέντες «Εθνικοί ή Γενικοί Εκκλησιαστικοί Κανονισμοί», όπως από ετών ίσχυαν επί των ζητημάτων απονομής του δικαίου από την Εκκλησία και σε όλες τις λοιπές Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου, προέβησαν στην έστω και καθυστερημένη ίδρυση των λεγόμενων Μικτών Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Πρόκειται μάλιστα για την μετά την ψήφιση και εφαρμογή των «Γενικών Εκκλησιαστικών Κανονισμών» περίοδο κατά την οποία οι δικαστικές αρμοδιότητες των Μητροπολιτών δεν αμφισβητούνται πλέον από τις τοπικές πολιτικές διοικητικές αρχές στη Θάσο , τόσο κατά ατην περίοδο της Αιγυπτιοκρατίας (1813-1902), όσο και κατά την επακολουθήσασα Οθωμανοκρατία (1902-1912)[34].
    Από τα τέσσερα δημοσιευμένα «εξερχόμενα» έγγραφα των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας προς τον Μαρωνείας Κωνσταντίνο, τα μεν δύο πρώτα, που είναι του έτους 1887, αφορούν διαφορετικών προσώπων και δικονομικών ζητημάτων απονομής του δικαίου υποθέσεις για τις οποίες ο Μητροπολίτης είχε προενημερώσει αρμοδίως και εγγράφως το Οικουμενικό Πατριαρχείο , ενώ τα άλλα δύο, τρίτο και τέταρτο κατά σειρά, τα οποία εστάλησαν εκ της Μητρός Εκκλησίας στον Μητροπολίτη Κωνσταντίνο κατά το έτος 1888, αναφέρονται σε δικονομικά ζητήματα της αυτής εκδικαζόμενης υποθέσεως στην οποία εμπλέκονται τα αυτά πρόσωπα και το ένα έγγραφο αποτελεί συνέχεια του άλλου.
   Το πρώτο[35] (Παράρτημα, Αρ.Εγγρ.1) από τα «εξερχόμενα» πατριαρχικά έγγραφα ή γράμματα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας αποστέλλεται στις 7 Οκτωβρίου του 1887 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Διονύσιο «εις απάντησιν» [36] του    από 3ης Αυγούστου 1887 αποσταλέντος προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο γράμματος του  Μητροπολίτου Μαρωνείας Κωνσταντίνου διά του οποίου ο Ιεράρχης αφού εκθέτει στην Μητέρα Εκκλησία τα περί της λύσεως της μνηστείας του εκ Θάσου Βασιλείου Σωτηρίου, κατόπιν της υπό του προκατόχου του[37] εκδοθείσης σχετικής αποφάσεως, εξαιτείται από το Πατριαρχείο «τας περί του πρακτέου οδηγίας». Ο Πατριάρχης Διονύσιος προτρέπει τον Μαρωνείας Κωνσταντίνο «ότι δέον ίνα υποδείξη τω ευρημένω, όπως ποιήσηται χρήσιν κατά της αποφάσεως του προκατόχου αυτής των υπό του νόμου χορηγουμένων αυτώ εκδίκων μέσων»[38].
    Στο ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος από δικονομικής απόψεως δεύτερο δημοσιευμένο έγγραφο[39] (Παράρτημα, Αρ.Εγγρ.2) της πατριαρχικής αλληλογραφίας, το οποίο απέστειλε στις 24 Οκτωβρίου 1887 ο Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος «εις απάντησιν»[40]του από 4ης Οκτωβρίου 1887 απεσταλέντος γράμματος του Μαρωνείας Κωνσταντίνου   προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο γίνεται λόγος περί της μεταξύ του προεστού της κοινότητος Μαριών Θάσου «Δ. Θωμαΐδου[41] και της χήρας Σταμάτας Δημ. Δρακόντου[42] υποθέσεως»[43], την οποία ζητούσε ο Ιεράρχης να «δικασθή κατ’ ευθείαν εν τοις Πατριαρχείοις»[44]. Ο Πατριάρχης Διονύσιος, κατόπιν σχετικής συνοδικής αποφάσεως, ενημέρωνε διά του εν λόγω πατριαρχικού γράμματος τον Μαρωνείας Κωνσταντίνο «ότι τούτο ου δύναται γενέσθαι καθότι αι εν ταις επαρχίαις υποθέσεις θεωρούνται πρότερον επιτοπίως, εκτός αν αμφότεροι οι ενδιαφερόμενοι αιτήσωνται την απ’ ευθείας εκδίκασιν αυτών εν τοις Πατριαρχείοις»[45]. Προέτρεπε δε τον Μητροπολίτη «και εν τη προκειμένη περιστάσει η αυτής Ιερότης, ανεξαρτήτως των προβαλλομένων υπ’ αυτής λόγων οφείλει εκδούναι την πρωτόδικον απόφασιν κατά τα ειθισμένα, ακολούθως δε οι ενδιαφερόμενοι δύνανται είγε βούλονται ανενεχθήναι τη Εκκλησία»[46].
    Τα δύο επόμενα πατριαρχικά γράμματα του Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου, τα οποία απευθύνονται προς τον Μαρωνείας Κωνσταντίνο και το ένα αποτελεί συνέχεια του άλλου, αφορούν την αυτή υπόθεση απονομής δικαίου και τα αυτά εμπλεκόμενα πρόσωπα των διαδίκων. Με το πρώτο[47] (Παράρτημα, Αρ.Έγγρ.3) εκ των δύο «εξερχομένων» πατριαρχικών γραμμάτων, το οποίο φέρει ημερομηνία 1 Απριλίου 1888, ο Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος αφού αρχικώς γνωστοποιεί στον Μαρωνείας Κωνσταντίνο ότι κατόπιν της υποβληθείσης στο Διαρκές Εθνικό Μικτό Συμβούλιο[48] (Δ.Ε.Μ.Σ) εφέσεως των Δημητρίου Θωμαΐδου και Ιωάννου Γ. Θεοδώρου, αμφοτέρων κατοίκων του χωρίου Μαριών της Θάσου, κατά της Σταμάτας Δ. Κουτζούρη, κατοίκου του αυτού χωρίου, και κατά της από 17ης Νοεμβρίου 1887 εκδοθείσης αποφάσεως της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας, και αφού ορίσθηκε η ημέρα «προς συζήτησιν της πρώτης δικασίμου… μετά παρέλευσιν είκοσι και μιάς ημερών από της κοινομοιήσεως των σχετικών εγγράφων»[49], διαβιβάζει στον Ιεράρχη «εσωκλείστως αντίγραφον της εν λόγω εφέσεως μετ’ αντιγράφου εγγυητικού»[50] και τον προτρέπει «ίνα κοινοποιήση ταύτα προς την καθ’ ης η έφεσις Σταμάταν Κουτζούρη και αποστείλη… εγκαίρως το τακτικόν επιδοτήριον…».[51]
    Σε συνέχεια του ως άνω πατριαρχικού γράμματος ο Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος  αποστέλλει και δεύτερο[52] (Παράρτημα, Αρ.Έγγρ.4) επί της αυτής υποθέσεως γράμμα στον Μαρωνείας Κωνσταντίνο, υπό ημερομηνία 16 Ιουνίου 1888, διά του οποίου περικλείει «δύο αντίγραφα αποφάσεως του Δ.Ε.Μ. Συμβουλίου εκδοθείσης επί της κατ’ έφεσιν δίκην μεταξύ Δημητρίου Θωμαΐδου και Ιωάννου Γ. Θεοδώρου εφεσιόντων και Σταμάτας Δ. Κουτζούρη εφεσιβλήτου απάντων κατοίκων του χωρίου Μαριών της Νήσου Θάσου»[53] και προτρέπει τον Ιεράρχη αφού κοινοποιήσει τα υπό του Πατριαρχείου επικυρωμένα αντίγραφα «προς τους καθ’ ων η απόφασις αύτη Δημήτριον Θωμαΐδην και Ιωάννην Γ. Θεοδώρου λάβη και πέμψη εγκαίρως… τα τακτικά
επιδοτήρια
[54]».
    Από την επισταμένη  και ενδελεχή μελέτη των ως άνω δημοσιευομένων εγγράφων εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας διαπιστώνουμε το άρτια οργανωμένο σύστημα απονομής του δικαίου από τα εκκλησιαστικά δικαστήρια των κατά τόπους Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στα οποία ετηρούντο με απόλυτη αυστηρότητα, προσήλωση και σεβασμό όλες οι δικονομικές διατάξεις για την ορθή και αμερόληπτη απονομή της δικαιοσύνης επειδή ακριβώς ο «δικονομικός τύπος» διασφάλιζε και την «ουσία» όταν ανέκυπταν ποικίλες ιδιωτικού δικαίου διαφορές μεταξύ των Χριστιανών. Το γεγονός ότι οι Μητροπολίτες προήδρευαν στα εκκλησιαστικά δικαστήρια και ήταν επιφορτισμένοι με το ευθυνοφόρο έργο της απονομής του δικαίου μετά των λοιπών λαϊκών μελών αυτών, αρχικώς στα εκκλησιαστικά συμβούλια και έπειτα στα λεγόμενα Μικτά Εκκλησιαστικά Δικαστήρια, αποτελούσε, ως επί το πλείστον, μία ισχυρή δικαιοδοτική εγγύηση για την ορθή και αδιάβλητη εκδίκαση των υποθέσεων των Χριστιανών που προσέφευγαν στην τοπική Εκκλησία για την υπεράσπιση, προστασία και διεκδίκηση των ιδιωτικής φύσεως δικαιωμάτων τους. Επιπρόσθετα δε η δυνατότητα εκδικάσεως πολλών υποθέσεων, πρωτοδίκως ή κατ’ έφεσιν και από το Διαρκές Εθνικό Μικτό Συμβούλιο που λειτουργούσε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά την εφαρμογή των «Γενικών ή Εθνικών Εκκλησιαστικών Κανονισμών», εξασφάλιζε περισσότερα εχέγγυα για την ορθή και αμερόληπτη απονομή του δικαίου σε περίπτωση που τα εκκλησιαστικά δικαστήρια των κατά τόπους Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκτελούσαν πλημμελώς τα δικαστικά τους καθήκοντα. Το γεγονός μάλιστα ότι οι κατά τόπους Μητροπολίτες απευθύνονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο εκζητούντες τις «περί του πρακτέου οδηγίες» επί των διαφόρων δικονομικών ή άλλης νομικής φύσεως ζητημάτων, φανερώνει τον καθοριστικής σημασίας εγγυητικό ρόλο της Μητρός Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στην αδιάβλητη, ευθύδικη και ορθή απονομή του δικαίου στο πλαίσιο της δικαίας δίκης.
    Εκ των πραγμάτων πάντως αποδεικνύεται ότι η Εκκλησία στο πρόσωπο των εκάστοτε Μητροπολιτών στις εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπήρξε πρόμαχος των δικαίων του υπόδουλου Γένους και εγγυητής της απονομής του δικαίου όταν οι ραγιάδες Χριστιανοί Ρωμιοί κατέφευγαν σε αυτή ως τη μόνη ασφαλή και βέβαια «Κιβωτό Σωτηρίας».

     III.            ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΝΕΚΔΟΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ*

(1)

Τω Μαρωνείας Κωνσταντίνω
αρ. πρωτ. 4188                   

    Εις απάντησιν του από γ΄ Αυγούστου αδελφικού αυτής γράμματος, δι’ ου εκτιθείσα την περί λύσεως μνηστείας υπόθεσιν του εκ Θάσου Βασιλείου Σωτηρίου εφ’ ης εξεδόθη απόφασις επί του προκατόχου αυτής, εξαιτείται τας περί του πρακτέου οδηγίας, δηλούμεν τη αυτής Ιερότητι ότι δέον ίνα υποδείξη τω ειρημένω, όπως ποιήσηται χρήσιν κατά της αποφάσεως του προκατόχου αυτής των υπό του νόμου χορηγουμένων αυτώ ενδίκων μέσων. Η δε του Θεού χάρις…
͵αωπζ΄ Οκτωβρίου ζ΄

Ο Κωνσταντινουπόλεως εν Χω αγαπητός αδελφός
(Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ.πρωτ.4188, έτος 1887, σ.13).


(2)

Τω Μαρωνείας Κωνσταντίνω
  αρ. πρωτ. 4459

    Διά του από δ΄ ενεστώτος αδελφικού αυτής γράμματος πραγματευομένου περί της μεταξύ του Δ. Θωμαΐδου και της χήρας Σταμάτας Δημ. Δρακόντου υποθέσεως, η αυτής Ιερότης εξαιτείται ίνα, διά τους εν αυτώ εκτιθεμένους λόγους, η υπόθεσις αύτη δικασθή κατ’ ευθείαν εν τοις Πατριαρχείοις. Εις απάντησιν προαγόμεθα δηλώσαι αυτή, συνοδική αποφάσει, ότι τούτο ου δύναται γενέσθαι καθότι αι εν ταις επαρχίαις υποθέσεις θεωρούνται πρότερον επιτοπίως, εκτός αν αμφότεροι οι ενδιαφερόμενοι αιτήσωνται την απ’ ευθείας εκδίκασιν αυτών εν τοις Πατριαρχείοις. Ομοίως και εν τη προκειμένη περιστάσει η αυτής Ιερότης, ανεξαρτήτως των προβαλλομένων υπ’ αυτής λόγων οφείλει εκδούναι την πρωτόδικον απόφασιν κατά τα ειθισμένα, ακολούθως δε οι ενδιαφερόμενοι δύνανται είγε βούλονται ανενεχθήναι τη Εκκλησία. Η δε του Θεού χάρις…
͵αωπζ΄ Οκτωβρίου κδ΄

Ο Κωνσταντινουπόλεως εν Χω αγαπητός αδελφός
(Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ.πρωτ.4459, έτος 1887, σσ.26-27).


(3)

Τω Μαρωνείας Κωνσταντίνω
αρ. πρωτ. 1249                

    Υποβληθείσης τω Δ.Ε.Μ. Συμβουλίω εφέσεως του Δημητρίου Θωμαΐδου και Ιωάννου Γ. Θεοδώρου, κατοίκων του χωρίου Μαριών της Νήσου Θάσου, κατά Σταμάτας Δ. Κουτζούρη, κατοίκου του αυτού χωρίου και κατά της από ιζ΄ Νοεμβρίου αωπζ΄ αποφάσεως της Ιεράς αυτής Μητροπόλεως, και ορισθείσης ημέρας προς συζήτησιν της πρώτης δικασίμου Τετάρτης και ώρας εννάτης της πρωΐας μετά παρέλευσιν είκοσι και μιάς ημερών από της κοινοποιήσεως των σχετικών εγγράφων, διαβιβάζομεν αυτή εσωκλείστως αντίγραφον της εν λόγω εφέσεως μετ’ αντιγράφου εγγυητικού αξιούντες ίνα κοινοποιήση ταύτα προς την καθ’ ης η έφεσις Σταμάταν Κουτζούρη και αποστείλη ημίν εγκαίρως το τακτικόν επιδοτήριον. Η δε του Θεού χάρις…
͵αωπη΄ Απριλίου α΄

Ο Κωνσταντινουπόλεως εν Χω αγαπητός αδελφός
(Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ.πρωτ.1249, έτος 1888, σ.152).

(4)

Τω Μαρωνείας Κωνσταντίνω
αρ. πρωτ. 2398                 

    Περικλείομεν εν τη παρούση δύο αντίγραφα αποφάσεως του Δ.Ε.Μ. Συμβουλίου εκδοθείσης επί της κατ’ έφεσιν δίκης μεταξύ Δημητρίου Θωμαΐδου και Ιωάννου Γ. Θεοδώρου εφεσιόντων και Σταμάτας Δ. Κουτζούρη εφεσιβλήτου απάντων κατοίκων του χωρίου Μαριών της Νήσου Θάσου και προτρεπόμεθα την αυτής Ιερότητα όπως τα αντίγραφα ταύτα επικεκυρωμένα παρ’ ημίν κοινοποιήσασαν προς τους καθ΄ ων η απόφασις αύτη Δημήτριον Θωμαΐδην και Ιωάννην Γ. Θεοδώρου λάβη και πέμψη εγκαίρως ημίν τα τακτικά επιδοτήρια. Η δε του Θεού χάρις…
͵αωπη΄ Ιουνίου ιστ΄

Ο Κωνσταντινουπόλεως εν Χω αγαπητός αδελφός
(Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ.πρωτ.2398, έτος 1888, σ.213).




* Οι αρχειακές και βιβλιογραφικές βραχυγραφίες οι οποίες χρησιμοποιούνται στην παρούσα μελέτη είναι οι κάτωθι:
- Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α.: Αρχειοφυλάκιο Οικουμενικού Πατριαρχείου – Κώδικες Πατριαρχικής Αλληλογραφίας
- Γ.Π.: Γρηγόριος Παλαμάς
- Ε.Α.: Εκκλησιαστική Αλήθεια
- Ε.Ε.Θ.Χ.: Επετηρίς Εστίας Θεολόγων Χάλκης
- Θ.Η.Ε.: Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια
- ΚΠ: Κωνσταντινούπολη
[1] Βλ. Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δευτέρα Έκδοσις, Αθήναι 1959, σσ. 688-689.
[2] Βλ. Στο ίδιο, σσ. 691-692. Μητροπολίτου Διδυμοτείχου Φιλαρέτου Βαφείδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Τόμ. ΙΙΙ, Μέρος Β΄, Εν Αλεξανδρεία 1928, σσ. 19-20. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1453-Σήμερον), Θεσσαλονίκη 1987, σ. 18. Χαράλαμπου Κ. Παπαστάθη, Οι Κανονισμοί των Ορθόδοξων Ελληνικών Κοινοτήτων του Οθωμανικού Κράτους και της Διασποράς, Τόμ. Πρώτος, Νομοθετικές Πηγές – Κανονισμοί Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 9-10.   
[3] Βλ. Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, ό.π., σσ. 691-692. Μητροπολίτου Διδυμοτείχου Φιλαρέτου Βαφείδου, ό.π., σσ. 19-20. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, ό.π., σ. 18. Χαράλαμπου Κ. Παπαστάθη, ό.π., σσ. 9-10.
[4] Βλ. Μητροπολίτου Διδυμοτείχου Φιλαρέτου Βαφείδου, ό.π., σσ. 19-20.
[5] Βλ. Χαράλαμπου Κ. Παπαστάθη, ό.π., σ. 11.
[6] Βλ. Στο ίδιο, σ. 11.
[7] Βλ. Στο ίδιο, σ. 12.
[8] Για την απονομή της δικαιοσύνης στη Θάσο παραθέτουμε βιβλιογραφικά της παρακάτω ενδεικτικές μελέτες. Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, H απονομή της δικαιοσύνης στη Θάσο κατά την Τουρκοκρατία, «Θασιακά», 5 (1988) 152-213 και Β΄ Μέρος «Θασιακά», 6 (1989) 193-208. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη της απονομής της δικαιοσύνης στη Θάσο, «Θασιακά», 15 (2009-2010) 9-186, όπου παρατίθεται πλήρης η σχετική επί του θέματος βιβλιογραφία. Αιμιλίας Παππά – Καραπιδάκη, Ένα παράδειγμα απονομής δικαιοσύνης στη Θάσο κατά τον 19ο αι. Ο Κώδικας του Πρωτοδικείου της Θάσου του 1896, «Θασιακά», 7 (1992) 161-178. Γεωργίου Π. Νάκου, Μια μορφή κοινοτικής δικαστικής δικαιοδοσίας στο εθιμικό δίκαιο της Θάσου, «Θασιακά», 7 (1992) 65-89. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Στοιχεία απονομής δικαιοσύνης εις την Θάσον, «Θασιακά», 9 (1996) 57-66. Του ιδίου, Μια δίκη δικαίου εις την Θάσον, «Θασιακά», 10 (2001) 113-121. Λαζάρου Κοεμτζόπουλου, Η απονομή της δικαιοσύνης στη Θάσο κατά τους χρόνους της εξέγερσης των κατοίκων της κατά της Αιγυπτιοκρατίας (1894-1905), «Θασιακά», 9 (1996) 267-301. Τάσου Γριτσόπουλου, Κανονισμός της Επιτροπής Ορφανών της νήσου Θάσου, «Θασιακά», 10 (2001) 143-155. Χαράλαμπου Κ. Παπαστάθη, Κοριτσιάτικο, θεσμός του εθιμικού δικαίου στη Θάσο, «Θασιακά», 1 (1984) 37-39. Πολυτίμης Παυλίδου – Διονύση Μαυρόγιαννη, Το Μικτό Εκκλησιαστικό Δικαστήριο Θεολόγου Θάσου: Απονομή δικαιοσύνης επί οικογενειακών σχέσεων βάσει ανεκδότου κώδικος του 19ου – 20ου αι., «Θασιακά», 12 (2005) 565-575. Γεωργίας Κ. Χιόνη, Μια απόφαση του Μ.Ε. Δικαστηρίου Ποταμιάς το 1904, «Θασιακά», 13 (2006) 511-519.    
[9] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 152. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ. 20.
[10] Βλ. Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 154.
[11] Βλ, Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 155-179. Του ιδίου, Η απονομή…, «Θασιακά», 6 (1989) 193-208. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σσ. 20-61.
[12] Βλ. Πολυτίμης Παυλίδου – Διονύση Μαυρόγιαννη, ό.π., σ. 568.
[13] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 152. Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 202-208. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σσ. 37-46. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Στοιχεία…, ό.π., σσ. 58-61. Λαζάρου Κοεμτζόπουλου, ό.π., σσ. 281-285. Πολυτίμης Παυλίδου – Διονύση Μαυρόγιαννη, ό.π., σσ. 569-575. Γεωργίας Κ. Χιόνη, ό.π., σσ. 511-514.
[14] Η άλλοτε υποβιβασθείσα Μητρόπολη Μαρωνείας σε Πατριαρχική Εξαρχία, ύστερα από σχετική συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανυψώθηκε και πάλι σε Μητρόπολη κατά το έτος 1646, επί της Πατριαρχίας Ιωαννικίου του Β΄. Το ίδιο έτος, με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο, οι δύο «Πατριαρχικαί Νήσοι» της Θάσου και της Σαμοθράκης υπήχθησαν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας. Από το Νοέμβριο του 1924 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1932, η νήσος Θάσος απεσπάσθη της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της Μητροπόλεως Μαρωνείας και, ύστερα από σχετική συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, απετέλεσε ανεξάρτητη προσωποπαγή Μητρόπολη, με πρώτο και μοναδικό Μητροπολίτη αυτής τον από Προικοννήσου Γεώργιο (Μισαηλίδη). Όταν όμως το έτος 1932 ο Μητροπολίτης Γεώργιος μετετέθη στη Μητρόπολη Παραμυθίας, η Μητρόπολη Θάσου καταργήθη και η νήσος επανυπήχθη στη Μητρόπολη Μαρωνείας, έως ότου το έτος 1953  υπήχθη οριστικώς στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Φιλίππων. Για την αναφερόμενη επί του θέματος αυτού σχετική βιβλιογραφία, βλ. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η φιλεκπαιδευτική και φιλοπρόοδος προσφορά και δράση των Μητροπολιτών Μαρωνείας από το 1860 μέχρι και σήμερα. Συμβολή στην εκκλησιαστική και επισκοπική ιστορία της Μητροπόλεως Μαρωνείας, στο: «Θράκιος», Αφιερωματικός Τόμος στον Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής Δαμασκηνό, Θρακική Βιβλιοθήκη – 10, Κομοτηνή 2006, υποσ. 118, όπου παρατίθεται πλήρης η σχετική βιβλιογραφία. Του ιδίου, Η πολιτισμική και πνευματική προσφορά της τοπικής Εκκλησίας στην Κομοτηνή και το Νομό Ροδόπης από το 1860 μέχρι και σήμερα, Τόμος Πρακτικών Επιστημονικού Συνεδρίου: «Η Κομοτηνή και ο ευρύτερος χώρος (παρελθόν – παρόν – μέλλον)». Εκδόσεις Εταιρίας Παιδαγωγικών Επιστημών Κομοτηνής, Κομοτηνή 2006, σσ. 108-109, υποσ. 118.
[15] Βλ. Γεωργίου Παπαευστρατίου, Ιστορία της νήσου Θάσου, Εν Αλεξανδρεία 1922, σ.117. Πρβλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ.38
[16] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 202-203. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ. 44. Πρβλ. Πολυτίμης Παυλίδου – Διονύση Μαυρόγιαννη, ό.π., σ. 574. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Στοιχεία…, ό.π., σ. 59.
[17] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 202. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σσ. 38-39. Πρβλ. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Στοιχεία…, ό.π., σ. 58. Λαζάρου Κοεμτζόπουλου, ό.π., σ. 281. Γεωργίας Κ. Χιόνη, ό.π., σ. 512.
[18] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ. 41. Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 204. Η Γεωργία Κ. Χιόνη σε σχετική μελέτη της αναφέρει ότι ο Μητροπολίτης Μαρωνείας «μερικές φορές μεταβαίνει και έκτακτα για τη λύση των υποθέσεων που επείγουν, καλώντας μάλιστα τους διαδίκους από άλλα χωριά να παραστούν στο χωριό που εκείνος ορίζει για τη συζήτηση των διαφόρων αγωγών ή ανακοπών». Βλ. Γεωργίας Κ. Χιόνη, ό.π., σ. 514. Πρβλ. Λαζάρου Κοεμτζόπουλου, ό.π., σ. 281.
[19] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 203. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ.39.
[20] Βλ, Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 154. Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 204. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ.40. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Στοιχεία…, ό.π., σ. 61. Λαζάρου Κοεμτζόπουλου, ό.π., σσ. 281-285. Γεωργίας Κ. Χιόνη, ό.π., σ.512. Μία ενδιαφέρουσα προσέγγιση για τις ποικίλες αναγκαιότητες που επέβαλαν την ίδρυση και τη λειτουργία των Μικτών Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων στη Θάσο αναφέρουν οι Πολυτίμη Παυλίδου και Διονύσης Μαυρόγιαννης σε σχετική μελέτη τους, όπου διαβάζουμε ότι: «κατ’ αρχάς, η σύσταση Μ.Ε.Δ. σε διάφορες κοινότητες της Θάσου υπαγορεύθηκε από πολλαπλές πολιτικές, θρησκευτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες των κατοίκων και πιστών του νησιού. Το βάρος της διπλής εξωτερικής κατοχής και διακυβέρνησης της νήσου τόσο από τους Τούρκους όσο και από την Αιγυπτιακή αρχή ήταν δυσβάστακτο. Δημιουργούσε αντικρουόμενες διοικητικές, φορολογικές και άλλες αρνητικές καταστάσεις για την ομαλή διαβίωση των κατοίκων… Τα Μ.Ε.Δ. ήταν συνεπώς μια επιτυχής θεσμική παρέμβαση της Εκκλησίας, η οποία είχε ως σκοπό και συνέπεια την επίλυση διαφορών όχι μόνο προσωπικών οικογενειακών και κληρονομικών αλλά και οικονομικών και εμπραγμάτων δικαιωμάτων, σε τρόπο που οι κάτοικοι να μην εκτρέπονται προς την οθωμανική δικαιοσύνη. Τα Μ.Ε.Δ. που λειτουργούσαν υπό την προσωπική προεδρία του Μητροπολίτη Μαρωνείας και Θάσου, είχαν το πλεονέκτημα της ενσωμάτωσης σε αυτά της κοσμικής – κοινοτικής εξουσίας, η οποία κατείχε και την απόλυτη πλειοψηφία κατά την εκδίκαση των υποθέσεων…». Βλ. Πολυτίμης Παυλίδου – Διονύση Μαυρόγιαννη, ό.π., σ. 574.
[21] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 204. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ. 40. Γεωργίας Κ. Χιόνη, ό.π., σ. 513. Ο Λάζαρος Κοεμτζόπουλος δημοσιέυει σχετικό έγγραφο του Μητροπολίτου  Μαρωνείας Νικολάου, υπό ημερομηνία  27-10-1904, ο οποίος για την σύνθεση του Μικτού Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου ζητούσε από τους μουχταροδημογέροντες και προκρίτους της κοινότητος Κάστρου να του υποδείξουν τέσσερα πρόσωπα «διακρινόμενα επί νομομαθεία, ευθιδικία και αμεροληψία». Βλ. Λαζάρου Κοεμτζόπουλου, ό.π., σ. 285. Οι δε Πολυτίμη Παυλίδου και Διονύσης Μαυρόγιαννης αναφέρουν ότι: «οι εκπρόσωποι των κατοίκων στη σύνθεση του Μ.Ε.Δ. προήρχοντο μονίμως, όπως διαφαίνεται, από περιορισμένη ομάδα προκρίτων και δημογερόντων. Εξ άλλου, οι διάδικοι που προσέφευγαν στο Μ.Ε.Δ. ήταν συνήθως, αν μη αποκλειστικώς, απλά μέλη της κοινότητας και όχι βέβαια πρόκριτοι, ήτοι έμποροι κάτοικοι, ούτε δημογέροντες». Βλ. Πολυτίμης Παυλίδου – Διονύση Μαυρόγιαννη, ό.π., σ. 574. 
[22] Όσον αφορά την δικονομική διαδικασία, η οποία προεβλέπετο και εφαρμοζόταν κατά την εκδίκαση των ποικίλων υποθέσεων στα Μικτά Εκκλησιαστικά Δικαστήρια, πληροφορούμαστε από τους Πολυτίμη Παυλίδου και Διονύση Μαυρόγιαννη, ότι: «κατ’ αρχάς τηρούνται όλες κατά το δυνατόν οι πρακτικές δικονομικής διατύπωσης, ήτοι η έγγραφη αγωγή, η καταχώρηση σε πρωτόκολλο και η αναγραφή στο πινάκιο της δικασίμου, η κλήτευση και παράσταση των διαδίκων μετά μαρτύρων, η κατ’ αντιμωλία συζήτηση, η αποδεικτική διαδικασία, , η αιτιολόγηση της απόφασης και η διατύπωση αυτής με επιμερισμό της δαπάνης». Βλ. Πολυτίμης Παυλίδου – Διονύση Μαυρόγιαννη, ό.π., σ. 574.
[23] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 152. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ. 45. Γεωργίου Π. Νάκου, ό.π., σσ. 65-77. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Στοιχεία…, ό.π., σσ. 57-60. Πολυτίμης Παυλίδου – Διονύση Μαυρόγιαννη, ό.π., σ. 575. Γεωργίας Κ. Χιόνη, ό.π., σσ. 513-514.
[24] Βλ. Γεωργίας Κ. Χιόνη, ό.π., σσ. 513-514.
[25] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 152. Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 202-203. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ. 39. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Στοιχεία…, ό.π., σσ.59-60. Γεωργίας Κ. Χιόνη, Προσφυγές Θασίων Χριστιανών για κληρονομικές διαφορές σε τουρκικά δικαστήρια, «Θασιακά», 12 (2005) 717-723. Ειδικότερα δε για τον τρόπο με τον οποίο οι εκάστοτε Μητροπολίτες Μαρωνείας αντιμετώπιζαν το λεπτό και φλέγον ζήτημα της υπό των Ιεροδικών εκδικάσεως  υποθέσεων, οι οποίες ανήκαν στην αρμοδιότητα της τοπικής Εκκλησίας, ήτοι της Μητροπόλεως Μαρωνείας, ο Κωνσταντίνος Χιόνης γράφει: «Ο Ιεροδίκης δίκαζε σύμφωνα με το ιερό οθωμανικό δίκαιο και βρισκόταν σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των δύο άλλων φορέων που απένειμαν δικαιοσύνη. Στους τόπους που υπηρετούσε πάντα είχε τον κύριο λόγο σαν φορέας της εξουσίας που ήταν. Δε δίσταζε να δικάζει πολλές φορές και υποθέσεις Χριστιανών που κατέφευγαν σε τουρκικά δικαστήρια, ακόμα και σε γαμικά και κληρονομικά θέματα που ανήκαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Εκκλησίας. Η παραβίαση αυτή υποχρέωνε την Εκκλησία να υποχωρεί για ν’ αποφύγει τη σύγκρουσή της με το τουρκικό δίκαιο. Άλλωστε τα διαζύγια που χορηγούσε η τουρκική δικαιοσύνη διαμόρφωναν μια κατάσταση, γι’ αυτό και η Εκκλησία αναγκαζόταν να εκδίδει διαζευκτήρια γράμματα για να περιβάλλει με τον τύπο της νομιμότητας αυτού του είδους τις αποφάσεις των ιεροδικών. Οι επιθέσεις των οργάνων της τουρκικής δικαιοσύνης αποσκοπούσαν στην αφαίρεση του προνομίου της Εκκλησίας να δικάζει υποθέσεις που ανήκαν στην αρμοδιότητά της. Οι προσπάθειες όμως αυτές απέτυχαν, γιατί η Εκκλησία ακολούθησε σωστή πολιτική κι απέφυγε μ’ επιμέλεια τη σύγκρουσή της με το τουρκικό δίκαιο. Αφού κατόρθωσε μ’ ευέλικτο τρόπο να ξεπεράσει τις δύσκολες στιγμές, συνέχιζε η Εκκλησία να δικάζει και ν’ απονέμει το δίκαιο σύμφωνα με την «Εξάβιβλο» του Κ. Αρμενοπούλου». Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 152. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ. 25.
[26] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 208. Πρβλ. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Στοιχεία…, ό.π., σ. 60.
[27] Βλ. και τις σχετικές μελέτες στις οποίες δημοσιεύεται σειρά εγγράφων από τους κώδικες της πατριαρχικής αλληλογραφίας που απεστέλλοντο εκ Φαναρίου στους εκάστοτε Μητροπολίτες Μαρωνείας και αφορούσαν ποικίλα ανακύπτοντα ζητήματα του πολιτικού, εκκλησιαστικού, εκπαιδευτικού, οικονομικού, δικαιϊκού και εν γένει κοινωνικού βίου των Θασίων. Παραθέτουμε ενδεικτικά τις κάτωθι: Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Πτυχές της εκκλησιαστικής και εθνικής προσφοράς και δράσεως του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου (1902-1914) στη Θάσο, «Θασιακά», 13 (2006) 425-456. Του ιδίου, Σελίδες εκκλησιαστικής δράσεως των Μητροπολιτών Μαρωνείας Ιωακείμ Βαλασιάδη (1894-1900) και Κωνσταντίου Γαζή (1900-1902) στη Θάσο, «Θασιακά», 14 (2009) 521-545.
[28] Βλ. την υπ’ αριθμ. 14 σχετική υποσημείωση, όπου και οι σχετικές βιβλιογραφικές παραπομπές.
[29] Βλ. Γεωργίου Ι. Παπαδοπούλου, Η Σύγχρονος Ιεραρχία, ΚΠ 1895, σσ. 363, υποσ, 96, και 463-539. Δημητρίου Μαυροπούλου, Πατριαρχικαί Σελίδες, Αθήναι 1960, σσ. 13-22. Έλενας Αθανασιάδου, Οι από της Αλώσεως και εντεύθεν Πατριαρχεύσαντες, Έκδοση Β΄, Σταμπούλ 1962, σσ. 575-576. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, Οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι (1860-Σήμερον), Α΄ Ιστορία, Θεσσαλονίκη 1977, σσ. 317-340, όπου παρατίθεται πλήρης η σχετική βιβλιογραφία.
[30] Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνσταντίνος Βαφείδης, υιός του Ιωάννου και της Θωμαΐδος Βαφείδου, εγεννήθη στις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης το έτος 1848, κατά την μαρτυρία του αδελφού του Φιλαρέτου Βαφείδου. Εσπούδασε στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης μαζί με τον μετέπειτα εισαχθέντα σε αυτήν για θεολογικές σπουδές Φιλάρετο Βαφείδη. Κατά την διάρκεια της φοιτήσεώς του εχειροτονήθη Διάκονος και απεφοίτησε της Σχολής το έτος 1869, υποβαλών την αινέσιμη διατριβή: «Περί της διά του Ελληνισμού Ευαγγελικής του Κυρίου Προπαρασκευής». Ως αριστούχος της Θεολογίας απεστάλη υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ρωσία, όπου συνέχισε τις θεολογικές σπουδές του στην Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου μαζί με τον Γρηγόριο Ζιγαβηνό, κατά τα έτη 1869-1872. Όταν ο Διάκονος Κωνσταντίνος Βαφείδης επέστρεψε από την Ρωσία, διορίσθηκε Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης κατά τον Ιούνιο του 1872 και εδίδαξε σε αυτήν επί εξαετίαν (1872-1878) τα μαθήματα της Δογματικής, της Ιεράς Κατηχητικής και των Σλαυωνικών, ενώ Καθηγητής της Σχολής στο μάθημα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας διετέλεσε και ο αδελφός του Φιλάρετος. Ως Ιεροδιάκονος έλαβε μέρος στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (1872), η οποία αντιμετώπιζε το ζήτημα της σχισματικής Βουλγαρικής Εξαρχίας, και υπέγραψε τον σχετικό «Όρο» αυτής. Το έτος 1881 αφού εχειροτονήθη Πρεσβύτερος και προχειρίσθηκε Αρχιμανδρίτης, έγινε ο πρώτος Επόπτης των σχολείων της Κωνσταντινουπόλεως, όπου οργάνωσε κύκλο κατηχήσεων «μεθοδικών και λίαν χρησίμων». Η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέλεξε τον Αρχιμανδρίτη Κωνσταντίνο, κατά την 2α Σεπτεμβρίου του 1885, Μητροπολίτη Μαρωνείας, την οποία διεποίμανε επί τριετίαν (1885-1888), και στα επόμενα έτη μετετέθη στις Μητροπόλεις Σερρών (18 Οκτωβρίου 1888), Νικοπόλεως και Πρεβέζης (1 Φεβρουαρίου 1892) και Διδυμοτείχου (1 Αυγούστου 1896) όπου διήλθε τα τελευταία έτη της ζωής του, αποθανών την 26η Απριλίου του 1899 και ενταφιασθείς στον προαύλιο χώρο του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Αθανασίου Διδυμοτείχου. Διάδοχος δε αυτού στο θρόνο της Μητροπόλεως Διδυμοτείχου υπήρξε ο κατά σάρκα αδελφός του Φιλάρετος (1899-1928). Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος Βαφείδης, ο οποίος υπήρξε ανήρ λόγιος και περισπούδαστος, συγκαταλέγεται μεταξύ των επιστημοτέρων θεολόγων της εποχής του και πολλές από τις μελέτες του είναι δημοσιευμένες στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια» (Ε.Α., 2(1881/1882), 3(1882/1883), 4(1883/1884), επίσημο περιοδικό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Βλ. και την σχετική βιβλιογραφία: Μητροπολίτου Διδυμοτείχου Φιλαρέτου Βαφείδου, ό.π., σσ. 413, 418-419. Γεωργίου Ι. Παπαδόπουλου, ό.π., σ. 69, υποσ. 33. Αποστόλου Μέξη, Η εν Χάλκη Ιερά Θεολογική Σχολή, ΚΠ 1933, Τόμ. Ι, σσ. 107, 119, 132-133, 207. Φιλαρέτου Βιτάλη, Κωνσταντίνος Βαφείδης, Θ.Η.Ε., 8 (1966) 5. Πέτρου Θ. Πέννα, Ιστορία των Σερρών, Έκδοση Β΄, Αθήναι 1966, σσ. 87, 474. Μητροπολίτου Μιλήτου Αιμιλιανού Τσακοπούλου, Επισκοπικοί Κατάλογοι κατά τους Κώδικας των Υπομνημάτων του Αρχειοφυλακείου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, «Ορθοδοξία», 33 (1958) 165,171,287,295. Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου Ματθαιάκη, Επισκοπικός Κατάλογος Μητροπόλεως Μαρωνείας, «Εκκλησία», 40 (1963) 53. Μητροπολίτου Μύρων Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου, Τα Προγράμματα Διδασκαλίας και ειδικώτερον ο Συστηματικός Κλάδος Θεολογίας εις την Ιεράν Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης, Ε.Ε.Θ.Χ, Αθήναι 1980, σσ. 89, 95. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 157-159. Του ιδίου, Επισκοπική Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 87-88. Του ιδίου, Επισκοπικοί Κατάλογοι κατά τους Κώδικας των Υπομνημάτων του Αρχειοφυλακείου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Έκδοσις Β΄ Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, Αλεξανδρούπολις 2000, σσ. 346, 351, 357, 364, 369. Γεωργίου Γκαβαρδίνα, Κατάλογος εκδεδομένων και ανεκδότων έργων των αδελφών Κωνσταντίνου και Φιλαρέτου Βαφείδου σωζομένων εις το αρχείον της Ιεράς Μονής Βλατάδων, Ανάτυπο 728 (1990) από Γ.Π., 72 (1989) 491-519. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ο Μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Φιλάρετος Βαφείδης και η εποχή του (1850-1933). Ένας λόγιος Θρακιώτης Ιεράρχης, «Ενδοχώρα», 83 (2002) 41-47. Σάββα Σαββίδη, Φιλάρετος Βαφείδης ο Σοφός Ιεράρχης, Διδυμότειχο 2014, σσ. 23, 72, 87, 180, 235, 302-304, όπου γίνεται αναφορά στον Μητροπολίτη Κωνσταντίνο Βαφείδη.   
[31] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 154, 166 κ. εξ. Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 196. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σ. 28 κ. εξ.
[32] Βλ. Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 154. Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 196-202. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σσ. 46-51.
[33] Ειδικότερα για την ίδρυση, εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των Μικτών Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων της νήσου Θάσου, καθώς και για τις αποφάσεις που εξέδιδαν, παραθέτουμε τις παρακάτω ενδεικτικές μελέτες: Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 5 (1988) 154. Του ιδίου, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 202-208. Του ιδίου, Ιστορική εξέλιξη…, ό.π., σσ. 37-46. Λαζάρου Κοεμτζόπουλου, ό.π., σσ. 281-285. Πολυτίμης Παυλίδου – Διονύση Μαυρόγιαννη, ό.π., σσ. 565-575. Γεωργίας Κ. Χιόνη, Μια απόφαση…, ό.π., σσ. 511-519.
[34] Βλ. Κωνσταντίνου Χιόνη, Η απονομή…, ό.π., «Θασιακά», 6 (1989) 208. Κωνσταντίνου Βαβούσκου, Στοιχεία…, ό.π., σ. 60.
[35] Βλ. Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ. πρωτ. 4188, έτος 1887, σ. 13.
[36] Βλ. Στο ίδιο.
[37] Βλ. Στο ίδιο. Προφανώς αναφέρεται στον άμεσο προκάτοχο του Μαρωνείας Κωνσταντίνου, Μητροπολίτη Ιερώνυμο Γοργία ο οποίος διεποίμανε την Μητρόπολη Μαρωνείας από το έτος 1877 έως το 1885 και εν συνεχεία μετετέθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη Μητρόπολη Νικοπόλεως. Βλ. Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου Ματθαιάκη, ό.π., σ. 53. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, Επισκοπικοί…, ό.π., σσ. 334, 345.
[38] Βλ. Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ.πρωτ.4188, έτος 1887, σ.13.
[39] Βλ. Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ. πρωτ. 4459, έτος 1887, σσ. 26-27.
[40] Βλ. Στο ίδιο.
[41] Ο Δημήτριος Θωμαΐδης, ο οποίος υπήρξε από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Θάσου κατά το β΄ ήμισυ του 19ου αιώνος και μέχρι το 1902, γεννήθηκε το έτος 1840 στην κοινότητα των Μαριών, όπου έμαθε τα γράμματα της εποχής του. Από νέος ασχολήθηκε δραστήρια με το εμπόριο δασικών προϊόντων και την πολιτική. Απέκτησε πολιτική εμπειρία και επί σαράντα έτη διετέλεσε προεστός της κοινότητος Μαριών, ενώ παράλληλα ανέλαβε διάφορα αξιώματα από το 1863 έως το 1902. Είναι βέβαια γεγονός ότι απέκτησε και τεράστια ακίνητη περιουσία, η οποία δεν δημιουργήθηκε μόνο από τη δική του γονική κληρονομιά ή της γυναίκας του, αλλά πιθανότατα αυξήθηκε με την αγορά και άλλων κτημάτων τα οποία συγκέντρωνε από άλλους ιδιοκτήτες είτε με ανταλλαγή είτε ασκώντας προς αυτούς πιέσεις, λόγω και της θέσεώς του, να του τα πωλήσουν. Είχε δε ουκ ολίγους δικαστικούς αγώνες που αφορούσαν κτηματικές ή και άλλες περιουσιακής φύσεως διαφορές με διάφορα πρόσωπα.
   Το έτος 1885 υπογράφει ως προεστός των Μαριών την αναφορά που αποστέλλουν οι αντιπρόσωποι των κοινοτήτων της Θάσου στον Έλληνα Υποπρόξενο της Καβάλας Αλ. Τσιμπουράκη και του ζητούν να ενεργήσει για την άμεση αντικατάσταση του Διοικητού της Θάσου Ιμπραήμ Ασαφή Μπέη. Ο Δημήτριος Θωμαΐδης δεν αρκείται μόνο στην αναφορά αυτή, αλλά αποστέλλει έγγραφη διαμαρτυρία και προς τους Υποπροξένους των ξένων χωρών στην Καβάλα, με αποτέλεσμα να δεχθεί δύο αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας εναντίον του. Τον Αύγουστο του 1894 υπογράφει την αναφορά των αντιπροσώπων της Γενικής Συνελεύσεως των Κοινοτήτων της Θάσου προς τον Χεδίβη της Αιγύπτου Αμπάς Χιλμή Β΄, με την οποία διαμαρτύρονταν για την εκμετάλλευση των δασών της νήσου από την εταιρία Ν.Ι. Ψιακή. Η αναφορά τελικώς δεν εστάλη διότι εν τω μεταξύ ακυρώθηκε το συμβόλαιο ενοικιάσεως των δασών από την εταιρία Ψιακή. Το έτος 1901 υπογράφει ως αντιπρόσωπος της κοινότητος των Μαριών την «Αναφορά – Διαμαρτυρία Αντιπροσώπων Χωριών Θάσου» προς τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Χαν για τις αλλεπάλληλες επεμβάσεις της Αιγυπτιακής Κυβερνήσεως στην εσωτερική διοίκηση της νήσου, οι οποίες αποβλέπουν στην κατάργηση των προνομίων της. Ο Δημήτριος Θωμαΐδης αναμειγνύεται στον Μακεδονικό Αγώνα και φυλακίζεται στο Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης, απ’ όπου αποφυλακίζεται το 1907 και επιστρέφει στη Θάσο. Οι δυσμενείς όμως για τον ίδιο συνθήκες που επικρατούσαν στη νήσο, τον εξαναγκάζουν να ζητήσει άσυλο στην Αίγυπτο και να αυτοεξοριστεί. Επιστρέφει στη Θάσο το 1912 και πεθαίνει το 1918. Βλ. Γιάννη Κ. Καραδρακόντη, Ο Δημ. Θωμαΐδης και η δράση του στη Θάσο κατά το 19ο αιώνα, «Θασιακά», 9 (1996) 217-236. Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου, Δήμαρχος Θάσου Γεώργιος Δ. Θωμαΐδης (1904-1916), «Θασιακά», 10 (2001) 234-237.    
[42] Η οικογένεια Δρακόντου, η οποία διαβιούσε στην κοινότητα των Μαριών Θάσου, όπως φαίνεται, σύμφωνα και με τα γραφόμενα σε σχετική μελέτη του Γιάννη Κ. Καραδρακόντη, είχε από ετών διενέξεις με τον Δημήτριο Θωμαΐδη, επειδή ο ίδιος λόγω της θέσεώς του ως επί σαράντα έτη προεστού των Μαριών απαιτούσε από τους διαφόρους ιδιοκτήτες ακινήτων να αποδεχθούν τις προτάσεις – πιέσεις του και είπε να ανταλλάξουν τα κτήματά τους με δικά του είτε να του τα πωλήσουν, προκειμένου να ικανοποιήσει την ακόρεστη προτίμησή του να συγκεντρώνει μεγάλες εκτάσεις κτημάτων. Ο Γιάννης Κ. Καραδρακόντης επικαλούμενος την μαρτυρία του Κ. Δρ. Πουτούρη, αναφέρει ότι μόνον ένας δάμασε τον προεστό, ο Γιώργης Δρακόντης ή «Κφουγιώργης», ο οποίος ήταν κουφός και όταν τον εκάλεσε ο Δημήτριος Θωμαΐδης για ανταλλαγή ή πώληση του κτήματός του (αμμούδας του) στη Σκάλα Μαριών, αντέδρασε αρνούμενος την προσφορά του προεστού, ο οποίος άνοιξε ανέκδοτο πόλεμο με τον γέροντα. Ο Γιώργης Δρακόντης δεν εκάμφθη και κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας στο ναό των Ταξιαρχών Μαριών εισέρχεται με ένα τσεκούρι στον ώμο απειλώντας ενώπιον όλων ότι θα «σκοτώσει τον προεστό». Ο προεστός πληροφορήθηκε τα δυσάρεστα γι’ αυτόν συμβάντα και «εσιώπησεν». Έκτοτε και μέχρι σήμερα το αγρόκτημα ανήκει στα εγγόνια και δισέγγονα του Γιώργη Δρακόντη. Βλ. Γιάννη Κ. Καραδρακόντη, ό.π., σσ. 223-224.
   Η δε χήρα Σταμάτα Δημ. Δρακόντου, σύμφωνα με το δημοσιευμένο έγγραφο της πατριαρχικής αλληλογραφίας, η οποία ήταν και αυτή κάτοικος της κοινότητος Μαριών και συγγενικό πρόσωπο της οικογενείας Δρακόντου, φαίνεται πως είχε δικαστικές περιπέτειες με τον προεστό Δημήτριο Θωμαΐδη και το όλο ζήτημα κατόπιν των σχετικών ενεργειών του Μητροπολίτου Μαρωνείας Κωνσταντίνου έφθασε κατά το έτος 1887 μέχρι και το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
[43] Βλ. Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ.πρωτ. 4459, έτος 1887, σσ. 26-27
[44] Βλ. Στο ίδιο.
[45] Βλ. Στο ίδιο.
[46] Βλ. Στο ίδιο.
[47] Βλ. Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ.πρωτ. 1249, έτος 1888, σ. 152.
[48] Σύμφωνα με τους «Εθνικούς ή Γενικούς Εκκλησιαστικούς Κανονισμούς», οι οποίοι συντάχθηκαν και ψηφίστηκαν το έτος 1860 από τα μέλη (κληρικούς και λαϊκούς) του «Εθνικού Προσωρινού Συμβουλίου» και στα 1862 επεκυρώθησαν υπό του Σουλτάνου, προέβλεπαν την ίδρυση και του «Διαρκούς Μικτού Εθνικού Συμβουλίου». Στον «Τέταρτο Κανονισμό» των «Γενικών ή Εθνικών Κανονισμών» και στα σχετικά άρθρα αυτού γίνεται εκτενής αναφορά στα «περί σχηματισμού του Διαρκούς Μικτού Συμβουλίου» και συγκεκριμένα στο Α΄ άρθρο ορίζεται ότι: «Το Διαρκές Εθνικόν Μικτόν Συμβούλιον σύγκειται εκ δώδεκα μελών, των μεν τεσσάρων Αρχιερέων, των δε οκτώ λαϊκών. Προεδρεύεται δε υφ’ ενός των Αρχιερατικών αυτού μελών, του πρώτου τη τάξει μεταξύ των τεσσάρων, διά διπλώματος πατριαρχικού. Οσάκις δε υποθέσεις ουσιώδεις αναδεικνύουσιν αναγκαίαν την παρουσίαν του Πατριάρχου, τότε η αυτόκλητος, ή κατά πρόσκλησιν παρευρισκόμενος εις το Συμβούλιον, θέλει προεδρεύει. Το Συμβούλιον θέλει έχει και δύω γραμματείς, πρώτον και δεύτερον, δυναμένους να μεταφράζωσιν εις τας ακολούθους διαλέκτους. Ελληνικήν, Οθωμανικήν, Βουλγαρικήν και Γαλλικήν».
   Στο δε τμήμα το οποίο αφορά τα «Καθήκοντα των μελών του Διαρκούς Μικτού Συμβουλίου» και στο Γ΄ άρθρο ορίζεται μεταξύ άλλων και ότι: «Το ειρημένον Συμβούλιον… θέλει εξετάζει και διαιτεί τας περί διαθηκών, αφιερωματικών εγγράφων (Βακφιγέ), τραχώματος και προικός συμβαινούσας διαφοράς, και θέλει θεωρεί όσας υποθέσεις μη πνευματικάς παραπέμπει η υψ. Πύλη εις το Πατριαρχείον· οι δε τους βακουφικούς κανόνας, τας γαίας, και λοιπούς γενικούς κανονισμούς της Κυβερνήσεως αφορώσαι υποθέσεις, αύται φυσικώς θέλουσι θεωρείσθαι εις τα υπό της Κυβερνήσεως διωρισμένα δικαστήρια και συμβούλια, ως και πρότερον».
   Συναφώς στο ΙΔ΄ άρθρο του «Τετάρτου Κανονισμού» ορίζεται ότι: «Τας περί κληρονομίας μεταξύ δύω Χριστιανών συμπιπτούσας διενέξεις θέλει θεωρεί και διαιτεί το ειρημένον Συμβούλιον όταν κατ’ αίτησιν των εναγόντων ανατεθώσιν εις τα Πατριαρχεία». Βλ. Χαράλαμπου Κ. Παπαστάθη, Οι Κανονισμοί…, ό.π., σσ. 98, 100, 101.
[49] Βλ. Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ.πρωτ. 1249, έτος 1888, σ. 152.
[50] Βλ. Στο ίδιο.
[51] Βλ. Στο ίδιο.
[52] Βλ. Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/58, αρ.πρωτ. 2398, έτος 1888, σ. 213.
[53] Βλ. Στο ίδιο.
[54] Βλ. Στο ίδιο.
* Στα δημοσιευμένα έγγραφα δεν υπήρξε καμμία μεταβολή στη σύνταξη, ορθογραφία και στίξη τους.



Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Δικονομική αλληλογραφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίνο Βαφείδη επί αστικών υποθέσεων των Θασίων (1887/1888). Τέσσερα ανέκδοτα έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακίου, «Θασιακά», 18 (2017) 457-475.


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ











ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ
ΘΑΣΟΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ (1915-1935)
Ιστορικές μαρτυρίες από τα ανέκδοτα έγγραφα αλληλογραφίας του ιστορικού αρχείου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης*
Από τα έξι πρωτοδημοσιευόμενα σύμμεικτα εκκλησιαστικά έγγραφα του ιστορικού αρχείου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, τα μεν πέντε (τα τέσσερα πρώτα και το έκτο) προέρχονται από το σχετικό φάκελο αλληλογραφίας της «Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας», ενώ το πέμπτο κατά σειρά δημοσιεύσεως στο παράρτημα που έπεται, από το φάκελο αλληλογραφίας της «Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων».
Τα συγκεκριμένα έγγραφα καλύπτουν την μεταξύ των ετών 1915-1935 χρονική περίοδο και τα περισσότερα αναφέρονται σε γενικότερα εκκλησιαστικά γεγονότα, τα οποία δεν σχετίζονται άμεσα, τουλάχιστον, με τη Θάσο. Ωστόσο, τα πλείστα εξ αυτών,  εγράφησαν στη Θάσο από πρόσωπα σχετιζόμενα με τη νήσο, ενώ και εκείνα ακόμη που δεν εγράφησαν στη Θάσο, εντούτοις αφορούν πρόσωπα τα οποία συνδέονται με τη νήσο.
Τα πρώτα τέσσερα έγγραφα υπογράφονται από το Μητροπολίτη Μαρωνείας Μελισσηνό Χριστοδούλου[1] (1914-1920), ο οποίος τα τρία εξ αυτών έγραψε και απέστειλε στους αποδέκτες τους από τη Θάσο, η οποία κατά την περίοδο εκείνη  υπήγετο ακόμη στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας[2], επειδή, ειδικότερα, κατά το μεταξύ των ετών 1914-1919 χρονικό διάστημα, η Θάσος υπήρξε η προσωρινή εκκλησιαστική έδρα του Μητροπολίτου Μαρωνείας Μελισσηνού[3], ο οποίος είχε καταφύγει στη νήσο λόγω της βουλγαρικής κατοχής στη Δυτική Θράκη και της οδυνηράς εμπεριστάτου καταστάσεως υπό την οποία τελούσε η Μητρόπολη Μαρωνείας, αφού οι Βούλγαροι κατακτητές είχαν αντικανονικώς εγκαταστήσει με τη δύναμη των όπλων στην πόλη της Γκιουμουλτζίνας (Κομοτηνή), έδρα της Μητροπόλεως Μαρωνείας, βουλγαροεξαρχικό Μητροπολίτη[4] και εξ αρχής είχαν απαγορεύσει την ενθρόνιση και εγκατάσταση του κανονικού πατριαρχικού Μητροπολίτου Μελισσηνού.
Το τέταρτο έγγραφο εγράφη υπό του Μητροπολίτου Μελισσηνού και εστάλη από τη γενέτειρά του, τις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, όπου ευρίσκετο κατά την περίοδο εκείνη πλησίον των συγγενών του λόγω της κλονισθείσας υγείας του[5]. Το επόμενο, πέμπτο κατά χρονολογική σειρά, δημοσιευόμενο έγγραφο συνετάχθη στην κοινότητα Μαριών της Θάσου και αποστολέας του είναι ο Θασίτης Ιερομόναχος ΧατζηΣωτήριος Β΄ Ρακιτζής,[6] ενώ το έκτο και τελευταίο έγγραφο υπεγράφη από το Μητροπολίτη Μαρωνείας Άνθιμο Σαρίδη[7] (1922-1938) στην Κομοτηνή και παρεδόθη στον ιδιώτη αποδέκτη του, ο οποίος είχε διατελέσει κατά τα παρελθόντα έτη δημοδιδάσκαλος στη Θάσο.[8]
Τα τρία εκ των τεσσάρων εγγράφων, τα οποία συνέταξε και απέστειλε ο Μαρωνείας Μελισσηνός αποτελούν ενιαία ενότητα, αφού αναφέρονται στο κατά τη χρονική εκείνη περίοδο  ιδιαίτερα φλέγον ζήτημα της υπαγωγής των Ιερών Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείο, οι οποίες εκτείνονταν γεωγραφικά  στις λεγόμενες Νέες Χώρες,  στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος.
Το όλο ζήτημα  της εκκλησιαστικής χειραφετήσεως των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών ετέθη επιτακτικά αμέσως μετά την υπογραφή των Συνθηκών Λονδίνου και Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου /10 Αυγούστου 1913) με τις οποίες παραχωρούνταν στην Ελλάδα τα εδάφη των Νέων Χωρών, ήτοι της Ηπείρου, της Μακεδονίας και των νήσων του Αιγαίου.[9]
Ιδιαίτερη κινητικότητα για την επίλυση του όλου ζητήματος παρετηρήθη μεταξύ των ετών 1913- 1915 και ως συμβαλλόμενα μέρη υπήρξαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Βασίλειο της Ελλάδος, η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και οι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών. Στη συνέχεια όμως, όπως φαίνεται από τα γεγονότα, ο ρόλος των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών κατά τις διαπραγματεύσεις για την εκκλησιαστική χειραφέτηση των επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Νέες Χώρες υπήρξε απλώς συμβουλευτικός.[10]
Εξάλλου, από την 21η Μαρτίου 1914 είχε συσταθεί «Νομοπαρασκευαστική Επιτροπεία»[11] αναθεωρήσεως της ισχύουσας μέχρι τότε καταστατικής νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και σ’ αυτήν συμμετείχαν εξ ίσου τρεις Μητροπολίτες και Επίσκοποι «εκ μεν της παλαιάς Ελλάδος»: 1) Αθηνών Θεόκλητος, 2) Μεσσηνίας Μελέτιος και 3)Μονεμβασίας Γερμανός, «εκ δε της Νέας Ελλάδος», 4) Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, 5) Δράμας Αγαθάγγελος και
6) Πέτρας Τίτος.
Στο ιστορικό αυτό πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και εργασιών της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπείας ο Μαρωνείας Μελισσηνός, όπως και πολλοί άλλοι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών, ευρίσκετο σε συνεχή επικοινωνία με τον έμπειρο και δραστήριο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο,[12] ο οποίος κατά τις διαπραγματεύσεις των ετών 1914-1915, αλλά και μέχρι την οριστική επίλυση του ζητήματος κατά το έτος 1928, διεδραμάτισε καταλυτικό ρόλο και η συμβολή του υπήρξε καθοριστικής σημασίας.
Στο πρώτο λοιπόν έγγραφο, αν και αποτελεί προσχέδιο επιστολής, η οποία τελικώς εστάλη κατά τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1915 προς τον τότε αρμόδιο υπουργό των Εκκλησιαστικών, ο Μαρωνείας Μελισσηνός απαντά στην υπ’ αριθ. 37439 και υπό ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 1915 προηγηθείσα εγκύκλιο, την οποία είχε αποστείλει ο αρμόδιος υπουργός προς όλους τους Αρχιερείς της ελληνικής επικράτειας για να εκφέρουν τη γνώμη τους σχετικά με τα προς αυτούς αποσταλέντα προσχέδια νόμων, τα οποία είχε συντάξει η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπεία με σκοπό την αναθεώρηση της μέχρι τότε ισχύουσας εκκλησιαστικής νομοθεσίας.
Στην απαντητική επιστολή του ο Μαρωνείας Μελισσηνός, αφού αναφέρεται στο άξιο επαίνου και ευγνωμοσύνης έργο της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπείας, θεωρεί απολύτως επιβεβλημένη και καταλυτικής σημασίας τη συμβολή και γνώμη όχι μεμονωμένα εκάστου Ιεράρχου, αλλά όλων των Μητροπολιτών, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλουν στην τελειότερη και αποτελεσματικότερη διαρρύθμιση των εκκλησιαστικών και νομοκανονικών ζητημάτων που εκκρεμούσαν.
Προς το σκοπό τούτο, με έμφαση υπογραμμίζει στον αρμόδιο υπουργό ότι «…απαραιτήτως επιβάλλεται η σύγκλησις απάσης της Ιεραρχίας, χάριν της τελειοτέρας διαρρυθμίσεως των προσχεδίων».[13]
Στο  τέλος δε του προσχεδίου της επιστολής του και ως «υστερόγραφο» ο Μητροπολίτης Μελισσηνός γράφει ότι επιφυλάσσεται εν Συνόδω της Ιεραρχίας να αναπτύξει την ταπεινή γνώμη του περί Επισκόπων, Πρωτοσυγκέλλων, Εφημερίων και Ιερών Μονών.[14] Το δεύτερο συναφούς περιεχομένου έγγραφο του Μητροπολίτου Μελισσηνού, με ημερομηνία 23 Σεπτεμβρίου 1915, απευθύνεται στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο (1912-1951). Πρόκειται για απαντητική επιστολή του Μαρωνείας Μελισσηνού σε προτέρα επιστολή του Θεσσαλονίκης Γεννναδίου με την οποία γνωστοποιούσε στο Μητροπολίτη Μαρωνείας το έγγραφο που είχε αποστείλει ο αρμόδιος υπουργός των Εκκλησιαστικών στην Ιεραρχία.
Στο προοίμιο της επιστολής ο Μητροπολίτης Μελισσηνός διερωτάται εν απορία πώς ενώ κατά την περίοδο εκείνη λάμβανε χώρα διάβημα περί συγκλήσεως της Ιεραρχίας, εντούτοις ο Θεσσαλονίκης Γεννάδιος δεν κάνει ουδεμία μνεία στην επιστολή του περί του γεγονότος αυτού. Στα γραφόμενά του ο Μητροπολίτης Μελισσηνός εκθέτει λεπτομερώς στον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο τις πρωτοβουλίες στις οποίες είχε προβεί από κοινού με το Μητροπολίτη Ξάνθης Άνθιμο[15] (1910-1922), όταν τον Αύγουστο του 1915 επεσκέφθησαν τους Μητροπολίτες[16] Σερρών Απόστολο (1909- 1922), Δράμας Αγαθάγγελο (1910-1922) και Ελευθερουπόλεως Γερμανό[17] και κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως απεφάσισαν από κοινού «…όπως οι Αρχιερείς της Ανατολικής Μακεδονίας ιδιαιτέρως προβώσιν εις διάβημα εγγράφως υπέρ συγκλήσεως της Ιεραρχίας προς την Ιεράν Σύνοδον…».[18] Προς το σκοπό τούτο, όπως αναφέρει, είχαν ορίσει ομοφώνως με πληρεξούσιο έγγραφο ως αντιπρόσωπό τους το Μητροπολίτη Σερρών Απόστολο, προκειμένου μετά των λοιπών αντιπροσώπων Αρχιερέων, όταν θα συνήρχετο σε ολομέλεια η Βουλή κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1915, να ενημερώσουν «…και τους Βουλευτάς υπέρ της ανάγκης της συγκλήσεως της Ιεραρχίας…».[19]
Στην ίδια επιστολή αναφέρεται επίσης ότι είχε ανατεθεί στο Μητροπολίτη Δράμας Αγαθάγγελο[20] «… να γράφη εις κατάλληλον και δραστήριον Αρχιερέα ιδιαιτέρως της Δυτικής Μακεδονίας μετά της εντολής, όπως συνεννοηθή μετά των Αρχιερέων της Δυτικής Μακεδονίας και από κοινού αποστείλωσιν έγγραφον και ούτοι υπέρ συγκλήσεως κατά το πνεύμα του ημετέρου εγγράφου… διορίσωσι δε  και αντιπρόσωπόν των, όστις να περευρεθή εις Αθήνας το πρώτον δεκαήμερον του Οκτωβρίου δια τα περαιτέρω…».[21] Παράλληλα δε ανετίθετο στο Μητροπολίτη Δράμας «…να γράψη τα αυτά εις  Αρχιερέα της Ηπείρου, της Κρήτης, του Αιγαίου και της Παλαιάς Ελλάδος, όπως από κοινού και οι Αρχιερείς εκάστου των τμημάτων τούτων, ιδιαιτέρως στείλωσιν έγγραφον και αντιπρόσωπον…».[22]
Είναι πάντως ενδεικτικό ότι ο Μαρωνείας Μελισσηνός κατακλείοντας την επιστολή του υπογραμμίζει και πάλι με έμφαση στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ότι εκθύμως συμμερίζεται και υπογράφει «…οιανδήποτε ενέργειαν και απόφασιν των αγίων Αδελφών υπέρ συγκλήσεως της Ιεραρχίας…».[23]
Μετά το κείμενο της κυρίας επιστολής και εν είδει «υστερόγραφου» ο Μητροπολίτης Μελισσηνός σημειώνει προς τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο ότι μέχρι εκείνης της στιγμής ουδεμία είδηση είχε λάβει περί των γενομένων ενεργειών του Μητροπολίτου Δράμας. Ήταν πεπεισμένος, ωστόσο, ότι ο εν λόγω ικανός και δραστήριος Μητροπολίτης, θα είχε εκπληρώσει, όπως γράφει ο ίδιος στην επιστολή του, «κατά κεραίαν τα εγκριθέντα και αποφασισθέντα».[24] Παράλληλα εκφράζει την ελπίδα ότι και οι αντιπρόσωποι Αρχιερείς μαζί με τους πληρεξουσίους τους θα παρευρεθούν στην Αθήνα και «…δραστηρίως θα εργασθώσι υπέρ της συγκλήσεως της Ιεραρχίας…».[25] Αταλάντευτα όμως δηλώνει στον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο ότι οι αντιπρόσωποι αρχιερείς «…εν αποτυχία… δέον να διαμαρτυρηθώσι δεόντως εν ονόματι απάσης της Ιεραρχίας και να  επιφυλάξωσι τα δικαιώματα αυτών. Φρονώ δ’ ότι θα επιδοκιμάσητε την τοιαύτην ενέργειαν και θα ενισχύσητε αυτήν δεόντως. Αλλά και εις πάσαν άλλην ενέργειαν υπέρ της συγκλήσεως, πρόθυμος ειμί, ως και ανωτέρω δηλώ».[26] Στην Τρίτη και τελευταία επιστολή, με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 1915, του Μαρωνείας Μελισσηνού σχετικά με το ζήτημα των Μητροπόλεων των λεγομένων Νέων Χωρών, η οποία εστάλη από το Λιμένα της Θάσου στον  Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, πληροφορούμεθα τα περί της προόδου του έργου της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπείας σε όλα τα επιμέρους ζητήματα που αφορούσαν τη μεταρρύθμιση της μέχρι τότε ισχύουσας εκκλησιαστικής –καταστατικής νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τα σχετικά νομοκανονικά έγγραφα, τα οποία είχε αποστείλει ο Θεσσαλονίκης Γεννάδιος στον Μαρωνείας Μελισσηνό, αφού υπεγράφησαν από τον ίδιο και τον Ξάνθης Άνθιμο, ο οποίος κατά την περίοδο εκείνη φιλοξενούνταν στη Θάσο, εστάλησαν προς υπογραφή και από τον Ελευθερουπόλεως Γερμανό.
Στη συγκεκριμένη επιστολή ο Μαρωνείας Μελισσηνός αναφερόμενος στο πολύτιμο έργο και την καθοριστικής σημασίας συμβολή του Θεσσαλονίκης Γενναδίου, καθώς και στο ζήτημα της αμέσου συγκλήσεως της Συνόδου της Ιεραρχίας, μεταξύ άλλων γράφει: «…πληρέστατα σύμφωνοι εσμέν καθ’ όλα δια τας υπέρ των θεσμών, ιερών κανόνων, παραδόσεων της Εκκλησίας ενδελεχείς φροντίδας σας, ας παρακαλούμεν να εξακολουθήτε ευθαρσώς, καθόσον οιαδήποτε ενέργεια της πενταμελούς επιτροπής, ης η εκλογή λίαν εύστοχος εστί, προς την επιβαλλομένην κανονικώς σύγκλησιν της Ιεραρχίας, δεν είναι δυνατόν ει μη να η ασπαστή παρά πάντων…».[27] Κατά το επόμενο χρονικό διάστημα και κυρίως στις αρχές του έτους 1917 η εκκλησιαστική κατάσταση των Νέων Χωρών περιήλθε σε απόλυτο αδιέξοδο, ύστερα από την αναβολή των προηγηθεισών διαπραγματεύσεων κατά τα έτη 1914/1915 για τη χειραφέτησή τους και την απομόνωση της Θεσσαλονίκης τόσο από την Κωνσταντινούπολη λόγω της εμπολέμου καταστάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, όσο και από την Αθήνα λόγω του εθνικού διχασμού και της υπάρξεως δύο κυβερνήσεων.[28] Τελικώς, η ιστορική Συνέλευση της Ιεραρχίας των Νέων Χωρών έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη από την 28η Απριλίου μέχρι και την 10η Μαΐου 1917 στην οποία έλαβαν μέρος 23 Μητροπολίτες και επαρχιούχοι Επίσκοποι των Νέων Χωρών, μεταξύ αυτών και ο Μαρωνείας Μελισσηνός, καθώς και ορισμένοι εκ του κλίματος της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος[29]. Η οριστική επίλυση του ζητήματος των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών επετεύχθη τελικώς με την έκδοση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο του σχετικού «Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου».[30]
Η τετάρτη και τελευταία από τις επιστολές του Μαρωνείας Μελισσηνού, με ημερομηνία 7 Σεπτεμβρίου 1920, εγγράφη από τον ίδιο όταν ευρίσκετο για λόγους υγείας στη γενέτειρά του, τις Σαράντα Εκκλησιές[31] της Ανατολικής Θράκης, και εστάλη στον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο. Ο Μητροπολίτης Μελισσηνός κατά την περίοδο εκείνη είχε λάβει σχετική τιμητική πρόσκληση του αρμοδίου υπουργού των Εκκλησιαστικών να παραβρεθεί μαζί με τους υπολοίπους αρχιερείς των Νέων Χωρών στον επίσημο εορτασμό της οριστικής συνάψεως Ειρήνης μετά το  τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Παναθηναϊκό Στάδιο της πρωτεύουσας για την τέλεση πάνδημης δοξολογίας.
Με την απαντητική επιστολή του πληροφορούσε τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο ότι αδυνατούσε να ανταποκριθεί στη σχετική πρόκληση λόγω της σοβαράς καταστάσεως της υγείας του και του δήλωνε ότι «…αποφάσει…του αντιπροσώπου της Κυβερνήσεως και τη γνώμη της Δημογεροντίας, αποστέλλεται να παραστή είς την εορτήν ο διευθύνων των Ιεράν Μητρόπολιν Μαρωνείας Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης[32], ίνα αντιπροσωπεύση αυτήν…».[33]
Το επόμενο, εν πολλοίς ανορθόγραφο και με ασυνταξίες, μακροσκελές έγγραφο, το οποίο είναι το μόνο από τα δημοσιευόμενα που προέρχεται από το φάκελο αλληλογραφίας της «Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων», πέμπτο κατά σειρά στο παράρτημα και με ημερομηνία 6 Ιουλίου 1927, υπογράφεται από το Θάσιο στην καταγωγή, ασθενούντα και πενόμενο, Ιερομόναχο ΧατζηΣωτήριο Β΄ Ρακιτζή[34] και αποστέλλεται στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, τον οποίο παρακαλεί να τον διορίσει εφημέριο και ιεροψάλτη σε κάποια από τις ενορίες της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης προκειμένου να εξασφαλίσει τα αναγκαία προς το ζην για τον ίδιο και τα μέλη της πενόμενης οικογένειάς του, καθώς και για να υποβληθεί στην αναγκαία και επιβεβλημένη προς αποκατάσταση της υγείας του χειρουργική επέμβαση και εν συνεχεία ιατροφαρμακευτική θεραπεία. Στο ίδιο έγγραφο, ο συντάκτης του διατραγωδεί με κάθε λεπτομέρεια στο Μητροπολίτη Γεννάδιο και τις επώδυνες δοκιμασίες της ζωής του.
Ο εν λόγω ιερομόναχος αναφέρει συγκεκριμένα, ότι, αφού αδίκως συκοφαντήθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο[35] (1923-1938), απομακρύνθηκε βιαίως και αναιτίως από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου υπηρετούσε, και αφού ευρέθη μέχρι και σε κρατητήριο της Θεσσαλονίκης, απελάθη, όντας βαρέως ασθενής, στην ιδιαιτέρα πατρίδα του, στο χωριό Μαριές της νήσου Θάσου, όπου διέμενε φρουρούμενος από αστυνομικά όργανα, ενώ η οικογένειά του ευρίσκετο σε άκρα πενία. Περί δε της διαγωγής του προτρέπει τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο να απευθυνθεί στους διαβιούντες στη Θεσσαλονίκη αδελφούς Κωνσταντινίδη εκ των οποίων ο Κώστας Κωνσταντινίδης ως βουλευτής τον είχε γνωρίσει στην Αθήνα, όπου υπηρετούσε ως κληρικός, και αργότερα στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στον καθηγητή της Ιερατικής Σχολής Αγίας Αναστασίας Φαρμακολυτρίας Χαλκιδικής Εμμανουήλ Χανιώτη με τον οποίο συνδεόταν προς της χειροτονίας του.
Το έκτο και τελευταίο από τα δημοσιευόμενα έγγραφα, με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 1935, υπογράφεται από τον Μαρωνείας Άνθιμο[36] (1922 -1938) και, όπως αναγράφεται, χορηγείται εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας ως «πιστοποιητικό» για κάθε νόμιμη χρήση στον εκ Στρωμνίτσης καταγόμενο δημοδιδάσκαλο Γεώργιο Κωνσταντίνου Παπαδόπουλο, απόφοιτο του ελληνικού διδασκαλείου Θεσσαλονίκης, ο οποίος είχε διδάξει επί διετία στην Αστική Σχολή της κοινότητας Παναγίας Θάσου και ειδικότερα κατά τα έτη 1889-1890 και 1890-1891.
Με το παραπάνω λοιπόν αναλυτικό εισαγωγικό κείμενο επί του περιεχομένου των δημοσιευομένων εγγράφων της εκκλησιαστικής αλληλογραφίας του ιστορικού αρχείου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης καθώς και από τη μελέτη των ιδίων αυτών εγγράφων του σχετικού παραρτήματος που έπεται, αντλούμε, έστω και σε αδρές γραμμές, χρήσιμες ιστορικές μαρτυρίες για πρόσωπα και γεγονότα  της εθνικά και εκκλησιαστικά κρίσιμης χρονικής περιόδου μεταξύ των ετών 1915- 1935. Ορισμένα εξ αυτών, κατά το μάλλον ή ήττον, σχετίζονται με τη Θάσο και συμπληρώνουν το σύμμεικτο ιστορικό ψηφιδωτό της όσο ακόμη αυτή  υπήγετο στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΝΕΚΔΟΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ*
(1)
Κύριε Υπουργέ
Αποκρινόμενοι εις την υπ’ αριθ. 37439 και ημερ. 8ης Σεπτεμβρίου 1915 εγκύκλιον υμών προς τους ανά το Κράτος Αρχιερείς, όπως εξενέγκωσι την γνώμην των σχετικώς προς τα αποσταλέντα αυτοίς προσχέδια Νόμων, τα συνταχθένα υπό της Νομοπαρασκευαστικής Επτροπείας προς αναθεώρησιν και σύνταξιν της εκκλησιαστικής Νομοθεσίας, υποβάλλομεν καθηκόντως και προθύμως τα εξής.
1.) Το έργον της ως άνω Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπείας αριδήλως εστί προϊόν επιζήλων επισημονικών γνώσεων, πολυχρονίου πείρας και ακριβούς μελέτης. ως τοιούτον δε άξιον της ευγνωμοσύνης προς αυτήν, ου μόνον του ιερού κλήρου, αλλά και παντός Ορθοδόξου και φιλοπάτριδος, φιλούντος την βελτίωσιν και ανόρθωσιν των καθ’ ημάς εκκλησιαστικών και κοινών εν γένει.
2.) Ουχ ήττον η διά  της συμβολής των επ’ αυτού γνωμών απάντων των Ιεραρχών, απορρεουσών επίσης εκ πολυχρονίου πείρας και δη και εξ ειδικών μελετών παρά τινων, αναντιρρήτως σπουδαίως δύναται να συμβάλη εις την επί το τελειότερον διαρρύθμισιν αυτού.
3.) Αλλ’ η έκφρασις γνώμης παρ’ εκάστου Ιεράρχου μεμονωμένης, ουχί ευκόλως δύναται να φέρη εις το ποθητόν αποτέλεσμα. Μόνον διά διαλέξεων και συζητήσεων μεταξύ όλων των Ιεραρχών, συγκαλουμένων εις Σύνοδον, δύναται να επιτευχθή τούτο, κατά την ημετέραν αντίληψιν και κρίσιν, ην διετυμπανήσαμεν και εν τη υπ’ αριθ. 232 και ημερομηνίαν 4 Αυγούστου 1915 επιστολή ημών.
4.) Την τοιαύτην δε κρίσιν ημών ενίσχυσεν έτι μάλλον και η διάλεξις μετά συναδέλφων περί των εν τοις προσχεδίοις. Εκάστου εξ αυτών πολύτιμον συμβολήν παρέχοντος κατά τας ιδιαιτέρας μελέτας και την πείραν αυτού. διά της ανταλλαγής πολλών γνωμών και συζητήσεων επ’ αυτών επιτυγχανομένου αείποτε τελειοτέρου πορίσματος.
5.) Όθεν απαραιτήτως επιβάλλεται η σύγκλησις απάσης της Ιεραρχίας, χάριν της τελειοτέρας διαρρυθμίσεως των προσχεδίων.
Υ.Γ. Συνωδά δε τω κανόνι «το ισχυρόν ου βλάπεται δια του περιττού» παραθέτομεν ενταύθα εν συνόψει…»
Και εκτίθημι την γνώμην μου περί τινων εκ των κυριοτέρων απαντητικώς (περί Επισκόπων, Πρωτοσυγκέλλων, Εφημερίων, Ιερών Μονών) καταλήγω δε «Επιφυλασσόμενοι εν Συνόδω της Ιεραρχίας ν’ αναπτύξωμεν την ταπεινήν γνώμην ημών».
 + ο. Μ. Μ.
(Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Φάκελος Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας)


(2)
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ
Θάσος (Thaso Grèce)
Αριθ. Πρωτ. 161
Σεβασμιώτατε, λίαν μοι αγαπητέ και περιπόθητε εν Χριστώ αδελφέ Άγιε Θεσσαλονίκης κ. Γεννάδιε,
Την υπό ημερομηνίαν 16 Σεπτεμβρίου 1915 φιλικήν Σας έλαβον χθες και έγνων τα εν αυτή. Και εμοί εστάλη η υπ’ αριθμ. 37439 και ημερομηνίαν 8ης Σεπτεμβρίου εγκύκλιος του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, εις ην και απήντησα. Περικοπήν δε της απαντήσεως επισυνάπτω προς μείζονα διαφώτισιν. Σχετικόν διάβημα υπέρ συγκλήσεως της Ιεραρχίας γίνεται, εν απορία δε διατελώ πώς ουδέν περί τούτου αναφέρετε εν τη επιστολή Σας. μήπως δεν ελάβατε γνώσιν αυτού;
Εν πάση περιπτώσει εύλογον κρίνω να εκθέσω Υμίν τα περί τούτου. Μετά του αγίου Ξάνθης επισκεφθέντος μοι ενταύθα το δεύτερον 15ήμερον του Αυγουστου, μετ΄ ανταλλαγήν γνωμών περί των προσχεδίων, επεσκέφθημεν τους Αγίους αδελφούς, Σερρών, Μελενίκου, Δράμας και Ελευθερουπόλεως, μεθ’ ων αντηλλάξαμεν γνώμας και κατελήξαμεν εις την απόφασιν, όπως οι Αρχιερείς της Ανατολικής Μακεδονίας ιδιατέρως προβώσιν εις διάβημα εγγράφως υπέρ συγκλήσεως της Ιεραρχίας προς την Ιεράν Σύνοδον κ.λ.π. το έγγραφον συνετάχθη και υπεγράφη, επρόκειτο δε ν’ αποσταλή εις τον προς ον όρον. Υπεγράψαμεν και πληρεξούσιον έγγραφον ν’ αντιπροσωπεύση ημάς, ο άγιος αδελφός Σερρών μεταβαίνων εις Αθήνας το πρώτον δεκαήμερον του Οκτωβρίου. έχοντες υπ’ όψιν τότε, ότι η Βουλή θα συνήρχετο την 15 Οκτωβρίου, ίνα δυνηθώσιν  οι αντιπρόσωποι Αρχιερείς να διαφωτίσωσι και τους Βουλευτάς υπέρ της ανάγκης της συγκλήσεως της Ιεραρχίας. Τω δε αγίω Δράμας ανετέθη να γράψη εις κατάλληλον και δραστήριον Αρχιερέα ιδιαιτέρως της Δυτικής Μακεδονίας και από κοινού αποστείλωσιν έγγραφον και ούτοι υπέρ συγκλήσεως κατά το πνεύμα του ημετέρου εγγράφου, ούτινος αντίγραφον να σταλή. διορίσωσι δε και αντιπρόσωπόν των, όστις να παρευρεθή εις Αθήνας το πρώτον δεκαήμερον του Οκτωβρίου δια τα περαιτέρω. επίσης ιδιαιτέρως να γράψη τα αυτά εις Αρχιερέα της Ηπείρου, της Κρήτης, του Αιγαιόυ και της Παλαιάς Ελλάδος. όπως από κοινού και οι Αρχιερείς εκάστου των τμημάτων τούτων, ιδιαιτέρως στείλωσιν έγγραφον και αντιπρόσωπον. Ταύτα διαβιβάζω εν συνόψει τη υμετέρα αγάπη, ήτις λεπτομερείας δύναται να λάβη παρά του αγίου Δράμας.
Δηλώ δε ότι οιανδήποτε ενέργειαν και απόφασιν των αγίων Αδελφών υπέρ συγκλήσεως της Ιεραρχίας ευθύμως συμμερίζομαι και υπογράφω.
Επί τούτοις παρακαλώ θερμώς να μοι έχητε ενήμερον των πολυτίμων ενεργειών Σας υπέρ εξασφαλίσεως των Ιερών συμφερόντων της Εκκλησίας, άτινα εξ ίσου είναι συμφέροντα και της Πολιτείας.
Μετ’ αδελφικών ασπασμών
ολοπρόθυμος εν Χριστώ αδελφός
+ Ο Μαρωνείας Μελισσηνός
Θάσος, 23η Σεπτεμβρίου 1915
Υ.Γ.: Αγαπητέ αδελφέ,
Μέχρι σήμερον ουδεμίαν είδησιν έλαβον περί των ενεργειών του αδελφού Αγίου Δράμας. Ερειδόμενος όμως εις την ενεργητικότητα και επίζηλον δραστηριότητά του, πέπεισμαι ότι εξεπλήρωσε κατά κεραίαν τα εγκριθέντα και αποφασισθέντα. Ελπίζω δ’ ότι μετά των πληρεξουσίων των, οι 6 Αρχιερείς αντιπρόσωποι εκ των ειρημένων τμημάτων (των Μητροπολιτών όλων), θα παρευρεθώσιν εν Αθήναις το πρώτον 10ήμερον του προσεχούς Οκτωβρίου και δραστηρίως θα εργασθώσι υπέρ της συγκλήσεως της Ιεραρχίας.
Εν αποτυχία δε φρονώ ότι δέον να διαμαρτυρηθώσι δεόντως εν ονόματι απάσης της Ιεραρχίας και να επιφυλάξωσι τα δικαιώματα αυτών.
Φρονώ δ’ ότι θα επιδοκιμάσητε την τοιαύτην ενέργειαν και θα ενισχύσητε αυτήν δεόντως.
Αλλά και εις πάσαν άλλην ενέργειαν υπέρ της συγκλήσεως, πρόθυμός ειμί, ως και ανωτέρω δηλώ.
Υμέτερος
+ Ο Μαρωνείας Μελισσηνός
(Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Φάκελος Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας)
(3)
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ
Θάσος (Thaso Grèce)
Αριθ. Πρωτ. 287
Σεβασμιώτατε, λίαν μοι αγαπητέ και περιπόθητε εν Χριστώ αδελφέ Άγιε Θεσσαλονίκης κ. Γεννάδιε,
Έλαβον την υπ’ ημερ. 1 Οκτωβρίου 1915 αδελφικήν Σας, ως και τα 4 έγγραφα: 1)Προς την Α.Μ., 2)τον Πρωθυπουργόν, 3) τον Υπουργόν των Εκκλησιαστικών και 4)την Ιεράν Σύνοδον, άτινα υπέγραψα, ως και ο Άγιος αδελφός Ξάνθης, ον από της παρελθούσης Τετάρτης φιλοξενώ εν τη ταπεινή Μητροπόλει μου, μεθ’ ου πληρέστατα σύμφωνοι εσμέν καθ’ όλα διά τας υπέρ των θεσμών, ιερών κανόνων, παραδόσεων της Εκκλησίας ενδελεχείς φροντίδας σας, ας παρακαλούμεν να εξακολουθήτε ευθαρσώς, καθόσον οιαδήποτε ενέργεια της πενταμελούς επιτροπής, ης η εκλογή λίαν εύστοχός εστι, προς την επιβαλλομένην κανονικώς σύγκλησιν της Ιεραρχίας, δεν είναι δυνατόν ει μη να η ασπαστή παρά πάντων.
Σήμερον δε διά του κλητήρος του Αγίου αδελφού Ξάνθης εστάλησαν εις τον Αγ. αδελφόν Ελευθερουπόλεως δια τα περαιτέρω.
Μετ’ ασπασμών και αδελφικής αγάπης
 ολοπρόθυμος εν Χριστώ αδελφός
+ Ο Μαρωνείας Μελισσηνός
Λιμήν Θάσου, 9 Οκτωβρίου 1915
(Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Φάκελος Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας)


(4)
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Σαράντα Εκκλησίαι, 7η Σεπτεμβρίου 1920
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ
(Θάσου και Σαμοθράκης)
Αριθ. Πρωτ.469
Παναγιώτατε, αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ, την φιλικήν και λίαν μοι περισπούδαστον Αυτής Παναγιότητα αδελφικώς εν Κυρίω κατασπαζόμεθα
Χθες (6) περιήλθεν εις χείρας μου ενταύθα το υπ’ αριθ. 38563 και ημερομηνίαν 22 Αυγούστου 1920 έγγραφον του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, δι’ ου προσκαλούνται οι Σεβ. Αρχιερείς των Νέων Χωρών να παρουσιασθώσιν εις τον επίσημον εορτασμόν της συνάψεως της ειρήνης εν τω Παναθηναϊκώ σταδίω, διά τελέσεως πανδήμου δοξολογίας. Μετά των θερμών ευχαριστιών μου διά την τιμητικήν ταύτην πρόσκλησιν, προάγομαι ταπεινώς να δηλώσω, ότι αδυνατώ να αποκριθώ εις αυτήν, λόγω της ακροσφαλούς καταστάσεως της υγείας μου. Αποφάσει δε του αντιπροσώπου της Κυβερνήσεως και τη γνώμη της Δημογεροντίας, αποστέλλεται να παραστή εις την εορτήν ο διευθύνων την Ιεράν Μητρόπολιν Μαρωνείας Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης Μηχαήλ Κωνσταντινίδης, ίνα αντιπροσωπεύση αυτην. Επί τούτοις δε διατελώ
Ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός ολοπρόθυμος
+ Ο Μαρωνείας Μελισσηνός
Υ.Γ.: Έλαβον εν Θάσω την τηλεγραφικήν απάντησιν Σας εις την υπ’ Αριθ. Πρωτ. 430 και ημερ. 23 Ιουλίου 1920 επιστολήν μου και ευχαριστώ θερμώς
Ο ίδιος
(Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Φάκελος Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας)
(5)
Εν Νήσω Θάσσου, Χωρίον Μαριαί
Τη  6η Ιουλίου 1927
Παναγιώτατε Άγιε Θεσσαλονίκης Μητροπολίτα…
Κύριε Γεννάδιε…
Λαμβάνω την τιμήν, βαθυσεβάστως, και ταπεινοφρόνως παράκλησιν ποιούμενος, τη υμετέρα Παναγιώτητι. Ο ιερομόναχος Σωτήριος Β΄ Ρακιτζής, αναφέρω ότι είμαι ο εν τω κρατητηρίω Θεσσαλονίκης, αφιχθείς εξ Αθηνών, και σήμερον υπάρχω αναιτίως απελαθείς εις Θάσον την δυστηχησμένην πατρίδαν μου. Ενώ εγώ εν Αθήναις, προσεπάθουν να υποστώ εγχείρισιν πάσχων πτώσεως στομάχου, και πανέτοιμος υπήρξα πλην όμως, αι απελάσεις, του εν Αθήναις Μακαριωτάτου κυρίου Χρυσοστόμου με απήλασαν αναιτίως και όντως σήμερον ευρίσκομαι απελαθείς, φυλλατόμενος αστυνομικών οργάνων, και εγώ, προσεύχομαι νυχθημερόν (η θεία χάρις η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα κτλπ.) αυτή αύτη, να συγχωρήση πάντας εκείνους, οίτινες, διέβαλλον προς τον εν Αθήναις αγαθοεργόν μοι Μακαριώτατον και με απήλασαν και τοιουτρόπως εν Νήσω Θάσου σήμερον μετοικών ευρίσκομαι μακράν της επιστήμης η οποία δύναταί με θεραπεύσαι ασθένειάν μου, πτώσιν στομάχου ην αποδυκνύει η ακτινοσκόπησίς μου γενομένη εν Αθήναις.
Όθεν, παρακαλώ τη υμετέρα βαθυσεβάστω Παναγιώτητι. Δια ταύτης, της εγγράφου ταπεινής μου και αναξίας επιστολής επιρρίψατε εις εμέ, βλέμμα προστασσίας και παρακαλώ αποστείλλατέ μοι, Σημείωμα υμετέρας Παναγιώτητος, ότι θα με διορίσσετε εν Θεσσαλονίκη εφημέριον και ιεροψάλτην καθ’ ον τρόπον βούλεται η υμετέρα Παναγιώτης. μέχρις ότου,υποστώ εγχείρισιν συνεπεία πτώσεως στομάχου, επιθυμώ ιερουργός εντός της πόλεως όπου θα διαταχθω υπό της υμετέρας Παναγιώτητος ευπειθέστατος εγώ, ο ταπεινός και αμαρτωλός ιερομόναχος διατρίβων υπό απέλασιν τιμωρώ εν σφοδροτάτη πτωχεία. εμαυτόν, αδελφάς και Γονείς μου γέρωντας. Πλην όμως, δια της προστασίας εκ της υμετέρας Παναγιώτητος, θα λαμπρυνθή η οικία του πατρός μου, εδώ δε, θα ιεροπράττω υγιέστατος λειτουργός εν Θεσσαλονίκη δια των ευχών και ευλογίας της υμετέρας Παναγιώτητος…
Περί δε της διαγωγής μου δύνασθε να εξετάσσητε τους εν Θεσσαλονίκη αδελφούς Κωνσταντινίδην Φαρμακοποιόν Κύριον Κώσταν Κωνταντινίδην όστις εργασθείς Βουλευτής με εγνώριζε εν Αθήναις το αυτό και εν Θεσσαλονίκη. Ομοίως, δύνασθε και τον Καθηγητήν Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας Κύριον Εμμανουήλ Χανιώτην να τον εξετάσσητε, γνωρίζη περί της εμής διαγωγής διότι προ της βαθμού της Ιερωσύνης μου υπήρξα μετ’ αυτού.
Επί πλέον μόλις την υμετέραν Παναγιώτητα θα γνωστοποιηθώ ενώπιον της υμετέρας Παναγιώτητος και θα εργασθώ ευπειθέστατος ο διά των ευχών και διορισμού της υμετέρας Παναγιώτητος καταπολεμήσω οικιακών, οικογενειακών, αδελφικών και πατρικών συμφορών.
Ο εν Νήσω Θάσσου χωρίον Μαριαί απελαθείς… και ταπεινοφρόνως και βαθυσεβάστως προσκυνών την υμετέραν Παναγιώτητα. αιξαιτούμενος προστασίαν θα αναμένω σημείωμα δορισμού μου εν Θεσσαλονίκη. Εγώ δε, άμα τη αφίξει ενταύθα εις τας χείρας μου, τοιούτου σημειώματος, περί διορισμού μου εν Θεσσαλονίκη αστραπιαίως θα αφιχθώ εις Θεσσαλονίκην αδεία της εν Θάσσου Αστυνομικής αρχής εξ ης σήμερον περιορίζομαι ενταύθα. ένθα, υπάρχουν Γέρωντες πτωχοί ιερείς.
Και πλην τούτο εγώ έχω χρείαν επιστημονικών εργασσιών εις την πτώσιν στομάχου εξ ης πάσχω και διαγραφείσσης ταύτης της ελαφράς μου νόσου, θα είμαι ιερεύς με κλήσιν και ζηλωτής προς την εκκλησίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αλλά λόγω των αμαρτιών μου, προσκυνώ την υμετέραν παναγιώτητα ζητών συγχώρησιν και θα αναμένω τα ανωτέρω ημέτερα αιτήματα…
Ταπεινός Ιερομόναχος ΧατζηΣωτήριος Β΄ Ρακιτζής
Προσκυνώ την υμετέραν Παναγιώτητα  
(Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Φάκελος Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων και Νεαπόλεως)


(6)
Ιερά Μητρόπολις Μαρωνείας
Αριθ. Πρωτ. 1442
Η Ιερά Μητρόπολις Μαρωνείας
Πιστοποιεί
Βάσει των παρ’ αυτή στοιχείων ότι ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Παπαδόπουλος, Έλλην το γένος, δημοδιδάσκαλος εκ Στρωμνίτσης και απόφοιτος του εν Θεσσαλονίκη επί Τουρκοκρατίας λειτουργούντος ελληνικού Διδασκαλείου, εδίδαξεν επί διετίαν εν τη Αστική Σχολή της Κοινότητος «Παναγίας» της νήσου Θάσου της καθ’ Ημάς Θεοσώστου επαρχίας, ήτοι κατά τα σχετικά έτη 1889-1890 και 1890-1891.
Εις πίστωσιν τούτου χορηγείται το παρόν πιστοποιητικόν ίνα τω χρησιμεύση όπου δει.
Εν Κομοτηνή, τη 2α Δεκεμβρίου 1935
+Ο Μαρωνείας και Θάσου Άνθιμος
(Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Φάκελος Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας).



* Οι αρχειακές και βιβλιογραφικές βραχυγραφίες οι οποίες χρησιμοποιούνται στην παρούσα μελέτη, είναι οι κάτωθι:
-Α.Θ.: Αρχείον Θράκης.
-Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Μ.: Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Φάκελος Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας.
-Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Φ.Ν.: Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Φάκελος Αλληλογραφίας Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων και Νεαπόλεως.
-Γ.Π.: Γρηγόριος Παλαμάς.
-Ε.Α.: Εκκλησιαστική Αλήθεια.
-Θ.Ε.: Θρακική Επετηρίδα.
-Θ.Η.Ε.: Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια.
-Θ.Χ.: Θρακικά Χρονικά.
[1] Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Μελισσηνός Χριστοδούλου εγεννήθη την 21η Μαρτίου 1855 στις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης και αφού περάτωσε την εγκύκλια παιδεία στα ελληνορθόδοξα εκπαιδευτήρια της γενέτειράς του, συνέχισε περαιτέρω τις σπουδές του στην Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή από την οποία απεφοίτησε αριστούχος και επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου διετέλεσε για ικανό χρονικό διάστημα διδάσκαλος στα εκεί λειτουργούντα ελληνορθόδοξα εκπαιδευτήρια. Στη συνέχεια, κατόπιν επιτυχών εισαγωγικών εξετάσεων, ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του αναγορεύθηκε «Διδάκτωρ του Δικαίου» και για αρκετά έτη εργάσθηκε ως μαχόμενος δικηγόρος στην Ανατολική Θράκη. Κατά το έτος 1893 και σε ώριμη ηλικία ενετάχθη στον ιερό κλήρο του Οικουμενικού Πατριαρχειόυ και αφού χειροτονήθηκε διάκονος και εν συνεχεία πρεσβύτερος, έλαβε και το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Αρχικώς υπηρέτησε στην Ιερά Μητρόπολη Φιλιππουπόλεως και έπειτα στο Πατριαρχείο Αντιοχείας. Κατά το έτος 1897 εχειροτονήθη Επίσκοπος Παμφίλου και διετέλεσε αρχιερατικώς προϊστάμενος Ταταούλων (Ταταύλα) Κωνσταντινουπόλεως μέχρι το έτος 1914, οπότε εξελέγη Μητροπολίτης Μαρωνείας. Ο Μητροπολίτης Μελισσηνός λόγω της βουλγαρικής κατοχής από το 1914 έως και το 1919 διέμενε στη Θάσο. Στην Κομοτηνή εγκατεστάθη για ελάχιστο χρονικό διάστημα κατά το έτος 1919, όταν στη Θράκη είχε επιβληθεί η μεταβατική διασυμμαχική διοίκηση, αλλά για λόγους υγείας επέστρεψε εσπευσμένα στη Θάσο και λίγο αργότερα, κατά τα μέσα του έτους 1920, απεσύρθη εφησυχάζων στη γενέτειρά του, τις Σαράντα Εκκλησιές, όπου εκοιμήθη (2 Οκτωβρίου 1920) και ετάφη. Ο Μητροπολίτης Μελισσηνός υπήρξε ανήρ λόγιος και  συγγραφέας δόκιμος πολλών αξιόλογων και πρωτότυπων μουσικολειτουργικού, ιστορικογεωγραφικού και νομικού (αστικού δικαίου) περιεχομένου επιστημονικών συγγραμμάτων, με κορυφαίο εκείνο που αφορά τα κωλύματα του γάμου. Βλ. Ε.Α., 34 (1914) 60, 102. 40 (1920) 324. Θρ. Πηλείδη, Μνημόσυνα. Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Μελισσηνός Χριστοδούλου, «Θρακικά», 7 (1936) 351-354. Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου, Επισκοπικός Κατάλογος Μητροπόλεως Μαρωνείας, Ανάτυπο εκ του περιοδικού «Εκκλησία», Εν Αθήναις 1963, σ.15. Φ. Τριάρχη, Ο Νομός Ροδόπης Χθες και σήμερα, Α.Θ., 39 (1976) 168. Β.Θ.Σταυρίδη, Επισκοπικοί Κατάλογοι κατά τους Κώδικας των Υπομνημάτων του Αρχειοφυλακίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Έκδοσις Β΄, Ιερά Μητρόπολις Αλεξανδρουπόλεως, Αλεξανδρούπολις 2000, σσ. 402, 406. Ι.Ελ. Σιδηρά, ο Μαρωνείας Μελισσηνός (1914-19920), Εφημ. της Κομοτηνής «Ο Χρόνος», της 10ης Δεκεμβρίου 2008, Αρ. Φύλ. 10.074, σ.12.
[2] Η άλλοτε υποβιβασθείσα Μητρόπολη Μαρωνείας σε Πατριαρχική Εξαρχία, ύστερα από σχετική συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανυψώθηκε και πάλι σε Μητρόπολη κατά το έτος 1646, επί της Πατριαρχείας Ιωαννικίου του Β΄. Το ίδιο έτος, με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο, οι δύο «Πατριαρχικαί Νήσοι»  της Θάσου και της Σαμοθράκης υπήχθησαν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας. Από το Νοέμβριο του 1924 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 1932, η νήσος Θάσος απεσπάσθη της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της Μητροπόλεως Μαρωνείας και, ύστερα από σχετική συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, απετέλεσε ανεξάρτητη προσωπαγή Μητρόπολη, με πρώτο και μοναδικό Μητροπολίτη αυτής τον από Προικοννήσου Γεώργιο (Μισαηλίδη). Όταν όμως το έτος 1932 ο Μητροπολίτης Γεώργιος μετετέθη στη Μητρόπολη Παραμυθίας, η Μητρόπολη Θάσου κατηργήθη και η νήσος επανυπήχθη στη Μητρόπολη Μαρωνείας, έως ότου το έτος 1953 υπήχθη οριστικώς στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Φιλίππων. Για την αναφερόμενη επί του θέματος αυτού βιβλιογραφία, βλ. Ι. Ελ. Σιδηρά, Η φιλεκπαιδευτική και φιλοπρόοδος προσφορά και δράση των Μητροπολιτών Μαρωνείας από το 1860 μέχρι και σήμερα. Συμβολή στην εκκλησιαστική και επισκοπική ιστορία της Μητροπόλεως Μαρωνείας, στο: «Θράκιος», Αφιερωματικός Τόμος στο Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Δαμασκηνό, Θρακική Βιβλιοθήκη -10, Κομοτηνή 2006, υποσ. 118, όπου παρατίθεται πλήρης η σχετική βιβλιογραφία. Του ιδίου, Η πολιτισμική και πνευματική προσφορά της τοπικής εκκλησίας στην Κομοτηνή και το Νομό Ροδόπης από το 1860 μέχρι σήμερα, Τόμος Πρακτικών Επιστημονικού Συνεδρίου: «Η Κομοτηνή και ο ευρύτερος χώρος (παρελθόν – παρόν – μέλλον), Εταιρεία Παιδαγωγικών Επιστημών Κομοτηνής, Κομοτηνή 2006, σσ. 108-109, υποσ. 118.
[3] Βλ. Θρ. Πηλείδη, ό,π., σ. 352. Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου, ό.π., σ.15. Φ. Τριάρχη, ό.π., σ.168. Ι.Ελ. Σιδηρά, Ο Μαρωνείας…, ό.π., σ. 12. Ε.Α., 34 (1914) 102. Κ.Ι.Χιόνη, Ένας κώδικας από  το Κάστρο των ετών 1864-1923, «Θασιακά», 10 (2001) 742-745, όπου γίνεται εκτενής αναφορά στα κοινοτικά πρακτικά της δημογεροντίας του Κάστρου, τα οποία αφορούν την περίοδο των ετών
1914- 1918 και υπογράφονται από τον ευρισκόμενο στη Θάσο Μαρωνείας Μελισσηνό.
[4] Με την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913) και την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στη Βουλγαρία, η Μητρόπολη Μαρωνείας, όπως και οι υπόλοιπες Μητροπόλεις της Θράκης, ετέθη υπό την εκκλησιαστική διαποίμανση βουλγαροεξαρχικού σχισματικού αρχιερέως. Κατά το έτος 1914, όπως αναφέρει ο Στ. Κυριακίδης, στην Κομοτηνή λειτουργούσε ο Μητροπολίτης Αχρίδος Βόρις, ενώ κατά το έτος 1916, μεταξύ άλλων, και τη Μητρόπολη Μαρωνείας διηύθυνε ο Μητροπολίτης πρώην Σκοπίων Θεοδόσιος. Βλ. Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου, ό.π., σ. 11. Φ. Τριάρχη, ό.π., σ. 165. Στ. Π. Κυριακίδη, Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι, Εν Αθήναις 1919, σ. 176.Γρ. Ευθυμίου, Ο Διδυμοτείχου Φιλάρετος προς τον Βούλγαρο Νομάρχη Μ. Ρόζενταλ, Α.Θ., 23 (1958) 305-306. Π. Γεωργαντζή, Θρακικός Αγώνας 1912-1920. Ύστατοι απελευθερωτικοί Αγώνες της Δ. Θράκης, Ξάνθη 1993, σ. 147. Κ.Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. ΘΡΑΚΗ, Έκδοση Δ΄, Θεσσαλονίκη, σσ. 281-282.
[5] Βλ. Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Μ., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 4), καθώς και τα γραφόμενα με τη σχετική βιβλιογραφία στην υποσ. 31.
[6] Βλ. Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Φ.Ν., (Παράρτημα Αρ. Εγγρ.5).
[7] Για το βίο και την εν γένει εκκλησιαστική προσφορά  και δράση του Μητροπολίτου Μαρωνείας Ανθίμου, βλ. τα γραφόμενα και τη σχετική βιβλιογραφία στην υποσ.36.
[8] Βλ. Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Μ., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 6).
[9] Βλ. Κ. Α. Βαβούσκου, Η Νομοκανονική Υπόστασις των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, Β΄ Έκδοσις, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1973.Εμ. Κωνσταντινίδη, Η ανακήρυξις του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η θέσις των Μητροπόλεων των «Νέων Χωρών» (1928), Αθήναι 1974, σ. 26 κ. εξ. Μητροπολίτου Κίτρους Βαρνάβα Δ. Τζωρτζάτου, Οι βασικοί θεσμοί διοικήσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος μετά ιστορικής ανασκοπήσεως, Εν Αθήναις 1977, σσ. 38-39. Αθ. Α. Αγγελόπουλου, Η Εκκλησιαστική Ιστορία των Νέων Χωρών (1912-1928), Θεσσαλονίκη 1982, σσ. 17. Του ιδίου, Εκκλησιαστική Ιστορία. Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος (Εικοστός Αιώνας), Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 56-57. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρυσοστόμου Α. Παπαδόπουλου, Η Εκκλησία της Ελλάδος απ’ αρχής μέχρι του 1934, Έκδοσις Γ΄, Αθήναι 2000, σσ. 221-222. Μητροπολίτου Σεβαστείας Δημητρίου Κ. Κομματά, Η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του 1928 Παρακωλυομένη τοις Όροις, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 52-54.
[10] Βλ. Αθ. Α. Αγγελόπουλου, Η Εκκλησιαστική…, ό.π., σ.17.
[11] Βλ. Στο ίδιο, σ.20.
[12] Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης εγεννήθη στη Μεσόπολη της Προύσας το έτος1868. Μετά την ολοκλήρωση της εγκυκλίου παιδείας στη γενέτειρά του εισήχθη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε το έτος 1893. Αφού χειροτονήθηκε Διάκονος μετέβη στην Κομοτηνή, όπου διορίσθηκε διευθυντής των εκεί ελληνορθοδόξων σχολών και Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Μαρωνείας μέχρι το 1897, οπότε εκλήθη υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και εχειροτονήθη Πρεσβύτερος, λαβών και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου. Μετά από οκταετή ευδόκιμη υπηρεσία στα Πατριαρχεία ως Υπογραμματέας και Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου εξελέγη κατά το έτος 1905 Μητροπολίτης Λήμνου και το έτος 1912 μετετέθη στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, την οποία εποίμανε μέχρι την 17η Μαρτίου 1951, οπότε εκοιμήθη πλήρης ημερών. Υπήρξε ο μακροβιότερος εν ενεργεία Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1912-1951). Βλ. Ι. Ελ. Σιδηρά, Η φιλεκπαιδευτική …, ό.π., σ.267, υποσ. 53, όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Β.Θ. Σταυρίδη, ό.π., σσ. 381, 398. Του ιδίου, Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 269. Αρχιμ. Ευγενίου Κωσταρίδη, Η Σύγχρονος Ελληνική Εκκλησία. Αι Υπηρεσίαι της Εκκλησίας προς το Έθνος κατά την λήξασαν Εκατονταετηρίδα (1821-1921), Εν Αθήναις 1921, σσ. 437-439. Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος (1821-1921),Τόμ. Στ΄, «ΕΚΚΛΗΣΙΑ –ΚΛΗΡΟΣ», Εν Αθήναις 1922, σ. 102. Γ.Π., 34 (1951) 61-70. «Εκκλησία», 28 (1951) 108. «Ορθοδοξία», 16 (1951) 173-178. Στ. Γ. Παπαδόπουλου, Γεννάδιος ο Αλεξιάδης, Θ.Η.Ε., 4(1964)291. Αφιερωματικός – Τιμητικός Τόμος: «Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (1912-1951)», Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και Πατραρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών – Ιερά Μονή Βλατάδων, Έκδοση Κέντρου Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1992, όπου σκιαγραφείται η προσωπικότητα του Ιεράρχου και καταγράφεται η όλη εθνική και εκκλησιαστική δράση του.
[13] Βλ. Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Μ., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ.1).
[14] Βλ. Στο ίδιο.
[15] Ο εκ Ραιδεστού της Ανατολικής Θράκης Μητροπολίτης Άνθιμος Αναστασιάδης απεφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης κατά το έτος 1881. Υπήρξε Αρχιδιάκονος του Μητροπολίτου Εφέσου Αγαθαγγέλου και κατά το έτος 1886 εξελέγη τιτουλάριος Επίσκοπος Ερυθρών. Το 1890 εξελέγη Μητροπολίτης Μετρών και στη συνέχεια, κατά το έτος 1899, Μητροπολίτης Πρεσπών και Αχρίδων. Το 1906 μετετέθη στη Μητρόπολη Σαράντα Εκκλησιών και κατά το έτος 1910 στη Μητρόπολη Ξάνθης (1910-1922). Εκοιμήθη το έτος 1922. Βλ. Β.Θ. Σταυρίδη, Η Ιερά…,ό.π., σ.262. Του ιδίου, Επισκοπικοί…,ό.π., σσ.348, 354, 368, 381, 394. Του ιδίου, Επισκοπική Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 568, 620. Τ. Γριτσόπουλου, Ξάνθης και Περιθεωρίου, Μητρόπολις, Θ.Η.Ε., 9 (1966) 646-649.
[16] Βλ. Β.Θ. Σταυρίδη, Επισκοπικοί…,ό.π., σσ. 389, 391, 394, 401, 404, 407, 408, 409
[17] Ο Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Γερμανός Σακελλαδίρης είχε συλληφθεί με την καταγορία της κατασκοπείας υπέρ των Αγγλογάλλων την 12η Φεβρουαρίου 1917 από Βούλγαρους στρατιώτες, κατόπιν σχετικής διαταγής του φρουράρχου Πραβίου (Ελευθερουπόλεως) Πέτρου Σφέτκωφ. Αρχικά οδηγήθηκε στις φυλακές Πραβίου και την 6η Ιουλίου του 1917 μετεφέρθη δέσμιος στη Δράμα για να δικασθεί σε βουλγαρικό στρατοδικείο. Έκτοτε εξαφανίσθηκε και καμμία απολύτως σαφής πληροφορία υπήρξε περί της τύχης του. Το βέβαιο είναι ότι εθανατώθη μαρτυρικώς υπό των Βουλγάρων, πιθανότατα, κατά το τέλος του 1917. Το μαρτυρικό τέλος του Ελευθερουπόλεως Γερμανού βεβαιούται από τη νεκροψία, η οποία έγινε στο ανευρεθέν λείψανό του κατά το Μάιο του 1919, καθώς και από τα έγγραφα αλληλογραφίας μεταξύ της Γενικής Διοικήσεως Θεσσαλονίκης, του Υπουργείου των Εξωτερικών και του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Βουλγαρίας. Στα σχετικά έγγραφα και πάλι δεν αναφέρεται η ακριβής ημερομηνία της μαρτυρικής θανατώσεως του Ιεράρχου, αλλά ούτε και τα φρικτά βασανιστήρια τα οποία υπέμεινε. Αναφέρεται απλώς ότι πυροβολήθηκε από Βούλγαρο στρατιώτη, όταν προσπάθησε να αποδράσει. Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου προέβη στην εκλογή νέου Μητροπολίτου Ελευθερουπόλεως μόλις το έτος 1922, οπότε και εξελέγη ο μέχρι τότε Επίσκοπος Λεύκης Κωνσταντίνος Μεγγρέλης. Βλ. Β. Θ. Σταυρίδη, Επισκοπικοί…, ό.π., σ. 408. Αθ. Α. Αγγελόπουλου, Η Εκκλησιαστική…, ό.π., σσ. 76-77, υποσ. 56. Γ.Π., 3 (1919) 133, 180-186, 379-381
[18] Βλ. Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Μ., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 2).
[19] Βλ. Στο ίδιο.
[20] Ο Μητροπολίτης Δράμας Αγαθάγγελος (1910-1922) κατά τη διετία 1914-1915 είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εξεύρεση λύσεως επί του ακανθώδους ζητήματος της χειραφετήσεως των πατριαρχικών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, αφού ήταν μέλος της συσταθείσας Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπείας για την αναθεώρηση της καταστατικής νομοθεσίας της Εκκλησίας. Βλ. Αθ. Α. Αγγελόπουλου, Η Εκκλησιαστική…, ό.π., σ.20. Μητροπολίτου Δράμας Διονυσίου Κ. Κυράτσου, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας. Από τις απαρχές της μέχρι σήμερα, Δράμα 1997, σσ. 109-112.
[21] Βλ. Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Μ., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 2).
[22] Βλ. Στο ίδιο.
[23] Βλ. Στο ίδιο.
[24] Βλ. Στο ίδιο.
[25] Βλ. Στο ίδιο.
[26] Βλ. Στο ίδιο.
[27] Βλ. Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Μ., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 3).
[28] Βλ. Αθ. Α. Αγγελόπουλου, Η Εκκλησιαστική…, ό.π., σσ. 27, 46. Μητροπολίτου Σεβαστείας Δημητρίου Κ. Κομματά, ό.π., σ. 54.
[29] Βλ. Αθ. Α. Αγγελόπουλου, Η Εκκλησιαστική…, ό.π., σσ. 48-50, υποσ.10. Γ.Π., 1 (1917) 134. Σωφρονίου Ευστρατιάδου, πρώην Λεοντοπόλεως, Πρακτικά της εν Θεσσαλονίκη συγκληθείσης συνελεύσεως των Ιεραρχών της Ν. Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1917.
[30] Βλ. Τη σχετική βιβλιογραφία της υποσ. 9.
[31] Ο Μητροπολίτης Μελισσηνός για λόγους υγείας εγκατεστάθη κατά τα μέσα του έτους 1920 στη γενέτειρά του, τις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, όπου εκοιμήθη την 2α Οκτωβρίου 1920. Βλ. Θρ. Πηλείδη, ό.π., σσ. 351-325. Ι. Ελ. Σιδηρά, Ο Μαρωνείας Μελισσηνός…, ό.π., σ.12. Ε.Α., 40 (1920) 324.
[32] Ο  τότε Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, κατά κόσμον Θουκυδίδης, υιός του Μιχαήλ και της Φιλιώς, εγεννήθη την 27η Μαΐου 1891 στη Μαρώνεια του τότε Καζά Γκιουμουλτζίνας (Νομός Ροδόπης). Αφού ολοκλήρωσε την εγκύκλια παιδεία στη γενέτειρά του, στη συνέχεια εφοίτησε και στο ημιγυμνάσιο Ξάνθης. Το έτος 1906 εισήχθη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και κατά το τελευταίο έτος των σπουδών του εχειροτονήθη Διάκονος, μετονομασθείς Μιχαήλ. Απεφοίτησε αριστούχος το 1914, αλλά επί ένα έτος παρέμεινε στη Θεολογική Σχολή ως υφηγητής στην έδρα της Καινής Διαθήκης και ως γραμματέας της Σχολής. Παράλληλα δίδασκε και στην Εμπορική Σχολή της Χάλκης. Κατά το 1915 με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχου Γερμανού Ε΄(1913-1918) έλαβε υποτροφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μετέβη για περαιτέρω σπουδές στις Θεολογικές Ακαδημίες Πετρουπόλεως και Κιέβου, όπου εφοίτησε μέχρι το 1917, οπότε λόγω της Ρωσικής Επαναστάσεως επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Την 9η Ιουνίου 1919 εχειροτονήθη Πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου, διορισθείς προϊστάμενος του Ι. Ναού Αγίου Στεφάνου Κωνσταντινουπόλεως. Λόγω της ασθένειας του Μητροπολίτου Μαρωνείας Μελισσηνού, ο οποίος διέμενε στη Θάσο, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου, κατά τις αρχές Νοεμβρίου 1919, όρισε τον Μιχαήλ, αρχικώς, ως Πατριαρχικό Έξαρχο (1919-1920) και έπειτα, ύστερα από την απελευθέρωση της Κομοτηνής (14 Μαΐου 1920), ως Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο και  τελικώς, μετά το θάνατο του Μαρωνείας Μελισσηνού (2 Οκτωβρίου 1920), ως Τοποτηρητή της Μητροπόλεως Μαρωνείας μέχρι και της εκλογής του νέου Μητροπολίτου Μαρωνείας Ανθίμου Σαρίδη (1922-1938). Μετά τη μικρασιατική καταστροφή διετέλεσε Πρόεδρος της αποκαταστάσεως προσφύγων Μ. Ασίας και Αν. Θράκης. Το 1923 μετέβη στην Αθήνα, όπου ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τον διόρισε, αρχικώς, Γραμματέα και κατόπιν Μέγα Πρωτοσύγκελλο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Από το 1927 έως και το 1939 διέμενε στο Λονδίνο, όπου υπηρέτησε ως προϊστάμενος στον Ορθόδοξο Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας.  Το 1939 εξελέγη Μητροπολίτης Κορίνθου και το 1949 Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, όπου παρέμεινε μέχρι το θάνατό του, την 13η Ιουλίου του 1958. Βλ. Πανελλήνιον Λεύκωμα…, ό.π., σ.117.Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου, ό.π., σ.11. Φ. Τριάρχη, ό,π., σ.165. Β.Θ.Σταυρίδη, Η Ιερά…, ό.π.,σ.284.Του ιδίου, Επισκοπικοί…, ό.π., σσ.457, 464.
Π. Γεωργαντζή, ό,π. σσ. 253-254. Θρ. Πηλείδη, ό.π., σ. 352. Ι. Ελ. Σιδηρά, Η φιλεκπαιδευτική…, ό.π., σ.268, υποσ. 58, όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Του ιδίου, ο Μαρωνείας Μελισσηνός…, ό.π.,σ. 12. Του ιδίου, Ο εκ Μαρωνείας Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης (1892-1958). Ο Μεγάλος Θρακιώτης Ιεράρχης που λησμονήθηκε στον τόπο του, Εφημ. της Κομοτηνής «Ο Χρόνος», της 1ης Ιουλίου 2004, Αρ. Φύλ. 12.022, σ.4. Ε.Α., 39 (1919) 264. Α.Δ. Μέξη, Η εν Χάλκη Ιερά Θεολογική Σχολή. Ιστορικά Σημειώματα (1844-1933), Εν Κωνσταντινουπόλει 1933, σ. 343. Α. Σταμούλη, Προσθήκαι και Διορθώσεις εις τον Γ΄Τόμον, Λόγιοι Θράκες, «Θρακικά»,
4 (1933) 369-370. Εξέχουσαι Θρακικαί Φυσιογνωμίαι, «Θρακικά», 29 (1958) 299. Κ.Α. Βοβολίνη,
Η Εκκλησία εις τον Αγώνα της Ελευθερίας, Αθήναι 1952, σσ. 366-367. Σ.Γ. Κόλλια, Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ ο από Κορινθίας, Αθήναι 1964. Σ. Θωμόπουλου, Μεγάλαι Φυσιογνωμίαι της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Μητροπολίτης Κορινθίας Μιχαήλ, Αθήναι 1965. Ι.Χ. Κωνσταντινίδη, Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, Θ.Η.Ε., 8 (1966) 1213. Μ. Κολοζώφ – Μαρκίδου, Η εκπαίδευση στην Κομοτηνή πριν από το 1920, Θ.Χ., 27 (1967) 161-163. Της ιδίας, Η παιδεία στην Κομοτηνή και στην περιφέρεια πριν από το 1920, Θ.Ε., 4 (1983) 300. Κ. Παπαθανάση – Μουσιοπούλου, Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης. Από το Αρχείο του Χαρισίου Βαμβακά, Αθήνα 1957, σ.193. Της ιδίας, Ελληνικά Προξενεία στη Θράκη Β΄. Δ. Θράκη, Αθήνα 1977 σ. 42. Μητροπολίτου Πισιδίας Μεθοδίου Γ. Φούγια, Ιστορία της Αποστολικής Εκκλησίας της Κορίνθου. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Αθήνα 1997, σ.305.
[33] Βλ. Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Ι.Μ.Μ., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 4).
[34] Βλ. Ι. Ελ. Σιδηρά, Ιστορικά Σύμμεικτα περί την Καβάλα. Πρόσωπα και Γεγονότα (1904-1934). Υπό έκδοση εισήγηση στον τόμο των Πρακτικών του Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, το οποίο διοργανώθηκε στην Καβάλα (2010) από το Ιστορικό και Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας.
[35] Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος εγεννήθη την 1η Ιουλίου 1865 στη Μάδυτο της Ανατολικής Θράκης. Μετά την ολοκλήρωση της εγκυκλίου παιδείας στην ιδιαίτερη πατρίδα του, εφοίτησε, αρχικώς, στην Ιερατική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως, τη Θεολογική Σχολή του Σταυρού Ιεροσολύμων και την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης. Συνέχισε περαιτέρω τις σπουδές του  στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις Θεολογικές Ακαδημίες Κιέβου και Πετρουπόλεως, οπότε έλαβε και το πτυχίο της Θεολογίας (1895). Κατά τα επόμενα έτη ανέλαβε καθήκοντα διδάσκοντος καθηγητού και διευθυντού της Θεολογικής Σχολής του Σταυρού Ιεροσολύμων και το 1910 αναγορεύτηκε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστήμιου των Αθηνών επίτιμος διδάκτωρ. Το 1914 και για εννέα έτη (1914-1923), οπότε και  εξελέγη τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή των Αθηνών, δίδαξε τη Γενική Εκκλησιαστική Ιστορία. Το 1923 εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος Μητροπολίτης Αθηνών και με τον Καταστατικό Χάρτη του 1923 ονομάσθηκε «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος». Η αρχιεπισκοπική ποιμαντορία του Αθηνών Χρυσοστόμου διήρκησε δεκαέξι έτη (1923-1938). Εκοιμήθη στην Αθήνα την 22α Οκτωβρίου 1938. Βλ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρυσοστόμου  Παπαδόπουλου, ό. π., σ. 216 κ. εξ. Αθ Α. Αγγελόπουλου, Εκκλησιαστική Ιστορία…. Ιστορία των δομών…, ό.π., σ.45 κ. εξ. Γρ. Παπαμιχαήλ, Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Θεολογία», 16 (1936) 377. Ιω. Κωνσταντινίδη, Χρυσόστομος Α΄ ο Παπαδόπουλος, Θ.Η.Ε., 12 (1968) 417-420, όπου παρατίθεται λεπτομερώς η σχετική βιβλιογραφία.
[36] Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Άνθιμος (1922-1938), κατά κόσμον Γεώργιος Σαρίδης, εγεννήθη το έτος 1870 στην περιοχή Υψωμαθειών της Κωνσταντινουπόλεως, όπου ολοκλήρωσε την εγκύκλια εκπαίδευσή του. Στη συνέχεια φοίτησε επί τριετία (1885-1888) στην Κεντρική Ιερατική Σχολή Γαλατά Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν της προτροπής του γέροντός του, Μητροπολίτου Αμασείας Ανθίμου Αλεξούδη, εισήχθη στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε αριστούχος το έτος 1896. Πλησίον του Αμασείας Ανθίμου υπηρέτησε αρχικά ως Αρχιδιάκονος και αφού χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου, άσκησε επί τριετία (1896-1899)  και τα καθήκοντα του Πρωτοσυγκέλλου. Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου εξέλεξε αρχικά τον Άνθιμο ως βοηθό επίσκοπο υπό τον «ψιλό τίτλο» Ροδοστόλου (1899-1904) και τον διόρισε πλησίον του Μητροπολίτου Αδριανουπόλεως Κυρίλλου. Στη συνέχεια εξελέγη Μητροπολίτης Μογλενών (1904-1908), Βιζύης και Μηδείας (1908-1922) και, τέλος, Μαρωνείας (1922-1938). Υπήρξε βαθύς γνώστης του λεγομένου «Ημερολογιακού Ζητήματος» και διεδραμάτισε καθοριστικό ρόλο ως ειδικός εισηγητής στη «διορθωτική τροποποίηση» του Ιουλιανού Ημερολογίου και στην αποδοχή και εφαρμογή από την Ορθόδοξη Εκκλησία του λεγομένου Γρηγοριανού. Ο Μαρωνείας Άνθιμος εκοιμήθη στην Αθήνα κατά την 4η Αυγούστου του 1938 και ενταφιάσθη στην Κομοτηνή. Βλ. Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου, ό.π.,σ.16. Φ. Τριάρχη, ό.π., σ. 119. Β. Θ. Σταυρίδη, Επισκοπικοί…, ό.π.,σσ. 371, 380, 386, 410. Ε.Α., 42 (1922) 443. Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Άνθιμος, στο: Λεύκωμα Μακεδονίας Θράκης, Θρακική Στοά, Έτος 1932, σσ. 113-114.  Ο Μαρωνείας Άνθιμος, Επικήδειος Προσφώνησις του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου, «Εκκλησία», 16 (1938) 249-252. Μ. Η. Φερέτου, Άνθιμος, Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας, Θ.Η.Ε., 2 (1963) 783. Ι. Ελ. Σιδηρά, Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Άνθιμος Σαρίδης (1870-1938). Ο βίος και το εκκλησιαστικό – εθναρχικό έργο του, (Μέρος Πρώτο), Εφημ. της Κομοτηνής «Ο Χρόνος», της 14ης Νοεμβρίου 2002, Αρ. Φύλ. 10.579, σ. 5, και (Μέρος Δεύτερο) της 15ης Νοεμβρίου 2002, Αρ. Φύλ. 10.580, σ.4. Του ιδίου, Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας και Θάσου Άνθιμος Σαρίδης (1870-1938). Ο ειδικός εισηγητής και εφευρέτης της διορθωτικής τροποποίησης του Ιουλιανού Ημερολογίου, Περιοδικό «Ενδοχώρα», τεύχος 86, Αλεξανδρούπολη 2003, σσ. 41-51.




* Στα δημοσιευόμενα έγγραφα δεν υπήρξε καμμία μεταβολή στη σύνταξη, ορθογραφία και στίξη τους.


12. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Σύμμεικτα Εκκλησιαστικά Έγγραφα. Θάσος: Πρόσωπα και Γεγονότα (1915-1935), «Θασιακά», 16 (2011-2014) 401-417.


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ












ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
(1904-1934)
Ιστορικές μαρτυρίες από τα ανέκδοτα έγγραφα αλληλογραφίας του αρχείου της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης*
Η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης υπήρξε ανά τους αιώνες το πνευματικό και εκκλησιαστικό κέντρο στη Μακεδονία και στις πέριξ αυτής ελληνορθόδοξες γεωγραφικές περιοχές προς το οποίο εγγράφως απευθύνονταν για την επίλυση ποικίλων ζητημάτων, ιδιώτες και δημόσια πρόσωπα, κληρικοί και λαϊκοί, από όλες της Μητροπόλεις της Μακεδονίας και τις εκτός αυτής επαρχίες. Στο αρχείο της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης σώζονται, μεταξύ άλλων, και ορισμένα έγγραφα από την αλληλογραφία διαφόρων Μητροπολιτών και λοιπών κάθε βαθμού κληρικών, δημοσίων προσώπων, όπως δημάρχων, και απλών μεμονωμένων ιδιωτών της Καβάλας και της νήσου Θάσου προς τους εκάστοτε Μητροπολίτες Θεσσαλονίκης.
Ένα μέρος από τα παραπάνω αυτά ανέκδοτα έγγραφα δημοσιεύονται στην παρούσα εισήγηση και αναφέρονται σε ποικίλα γεγονότα και πρόσωπα, τα οποία εντάσσονται χρονικά στην από το έτος 1904 μέχρι και το 1934 νεώτερη ιστορία της Καβάλας. Τα έγγραφα αυτά συνετάχθησαν και υπεγράφησαν από διάφορα πρόσωπα, τα οποία διαβιούσαν μονίμως εγκαταστημένα ή ευρέθησαν περιστασιακά στην Καβάλα και τη νήσο Θάσο. Είναι ποικίλου περιεχομένου και έχουν το χαρακτήρα είτε του επισήμου δημοσίου εγγράφου είτε της προσωπικής ιδιωτικού περιεχομένου επιστολής. Παρέχουν δε ιστορικές μαρτυρίες για συγκεκριμένα πρόσωπα και γεγονότα της χρονικής περιόδου στην οποία αναφέρονται, αλλά και γενικότερα φωτίζουν διάφορες πτυχές της πολιτικής, εκκλησιαστικής, εκπαιδευτικής, οικονομικής και εν γένει κοινωνικής ζωής στην Καβάλα και τη νήσο Θάσο.
Τα ανέκδοτα έγγραφα, που δημοσιεύονται, ανέρχονται σε δεκαέξι. Ο τόπος της συντάξεως και αποστολής των δεκαπέντε εξ αυτών είναι η πόλη της Καβάλας, ενώ μόνον του ενός είναι η νήσος Θάσος. Τα πλείστα εξ αυτών είναι αρχιερατικά και συγκεκριμένα αυτά ανέρχονται σε δέκα.
Τα οκτώ εκ των αρχιερατικών εγγράφων υπογράφονται από τον τότε Μητροπολίτη «Φιλίππων και Νεαπόλεως» ή «Φιλίππων, Νεαπόλεως και Νέστου» Χρυσόστομο Χατζησταύρου (1924-1962), ο οποίος πριν από την οριστική γεωγραφική οριοθέτηση της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της Μητροπόλεως Φιλίππων[1] υπογράφει σε τέσσερα από αυτά τα εκκλησιαστικά υπηρεσιακά έγγραφα και υπό τον τίτλο του «Καβάλλας και Νέστου», ενώ μόνον σε ένα εκ των αρχιερατικών εγγράφων και υπό τον τίτλο του «Ξάνθης και Καβάλλας» υπογράφει ο προκάτοχος του Χρυσοστόμου Χατζησταύρου[2], Μητροπολίτης Άνθιμος Αναστασιάδης[3] (1910-1922). Το άλλο αρχιερατικό έγγραφο υπογράφεται από τον εμπεριστάτως ευρισκόμενο στην πόλη της Καβάλας, Μητροπολίτη Γάνου και Χώρας Τιμόθεο Λάμνη[4] (1913-1924).   
Εκ των υπολοίπων έξι εγγράφων, το ένα και μοναδικό, που ως τόπος συντάξεως και αποστολής του είναι η νήσος Θάσος, έχει ως συντάκτη του κάποιον Ιερομόναχο Χατζησωτήριο Β. Ρακιτζή. Τα δύο επόμενα έγγραφα υπογράφονται από δημόσια πρόσωπα, τον τότε Δήμαρχο Καβάλας, Κλεάνθη Τερμεντζή[5] (1913-1916) και τη Διευθύντρια του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου Καβάλας, Κ. Καρδιακού. Τα δε τρία τελευταία έγγραφα υπογράφονται από ιδιώτες, το ζεύγος Γρηγορίου και Ελένης Βασιλείου, το ζεύγος Ελένης και Μ. Αυγερινού και, τέλος, από τον ελεύθερο επαγγελματία Ελισσαίο Τεκτονίδη.
Από τα έγγραφα, που κατά χρονολογική σειρά δημοσιεύονται στο σχετικό παράρτημα που έπεται, το πρώτο και με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 1904 απευθύνεται από το ζεύγος Γρηγορίου και Ελένης Βασιλείου στον τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αλέξανδρο Ρηγόπουλο[6] (1903-1910) και «το περί Αυτόν σεβαστόν Συμβούλιον της Δημογεροντίας»[7]. Με το έγγραφο αυτό οι ενδιαφερόμενοι, που ήταν άτεκνοι, αιτούνται από το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης να προβεί από κοινού με το υπό την προεδρία του, καθ’ ύλην αρμόδιο, Συμβούλιο της Δημογεροντίας του στην ακύρωση της πράξεως υιοθεσίας του ανηλίκου Αθανασίου, εξ αίματος τέκνου του εκ Κλεισούρας καταγομένου Γεωργίου Βλαχόπουλου.
Το δεύτερο έγγραφο, με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 1915, απευθύνεται από το Μητροπολίτη «Ξάνθης και Καβάλας» Άνθιμο (1910-1922) στον τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο Αλεξιάδη[8] (1912-1951), στον οποίο γνωστοποιεί ότι εσωκλείστως συναποστέλλονται και τέσσερα υπομνήματα, των οποίων όμως το περιεχόμενο δεν προσδιορίζεται καθόλου, που θα έπρεπε άμεσα να προωθηθούν προς τον Α. Μ. τον Βασιλέα, τον Υπουργό επί των Εκκλησιαστικών και το Μητροπολίτη Αθηνών[9], αφού, όπως αναφέρεται, είχαν ήδη υπογραφεί από τους Μητροπολίτες της Ανατολικής Μακεδονίας και υπολειπόταν μόνον η υπογραφή και των υπολοίπων Μητροπολιτών της Μακεδονίας προς τους οποίους ο Μητροπολίτης Γεννάδιος επιφορτίζεται με την ευθύνη της προς υπογραφή αποστολής των υπομνημάτων αυτών.
Το τρίτο έγγραφο, που έχει ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1916, αποστέλλεται από τον Δήμαρχο Καβάλας Κλεάνθη Τερμεντζή (1913-1916) στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, τον οποίο παρακαλεί να αποστείλει τον κανονισμό λειτουργίας του Δημοτικού Νεκροταφείου Θεσσαλονίκης για να συνταχθεί αναλόγως και ο κανονισμός λειτουργίας του Δημοτικού Νεκροταφείου Καβάλας.
Αρχιερατικό είναι το τέταρτο, κατά σειρά, έγγραφο, με ημερομηνία 4 Μαΐου 1923, το οποίο υπογράφει και αποστέλλει ο εμπεριστάτως διαμένων στην Καβάλα Μητροπολίτης Γάνου και Χώρας Τιμόθεος (1913-1924) προς το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο. Με την επιστολή αυτή ο Μητροπολίτης Τιμόθεος φαίνεται ότι επανέρχεται εκ νέου στο ίδιο ζήτημα που τον απασχολεί και, όπως αναφέρει, αφού προηγουμένως είχε απευθυνθεί ατελέσφορα στον Ερυθρό Σταυρό και στην «Αδελφότητα Νέων» της Θεσσαλονίκης αναζητώντας τον επ’ αδελφώ ανεψιό του Γιαλούση Ελπιδοφόρο, ο οποίος στη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας υπηρετούσε στο 46ο Σύνταγμα Πεζικού, παρακαλεί το Μητροπολίτη Γεννάδιο «να ερωτηθώσι διά των αυτόθι εφημερίδων οι επανακάμψαντες αιχμάλωτοι της Μ. Ασίας στρατιώται»[10]. Επιπροσθέτως, ο Μητροπολίτης Τιμόθεος αναζητώντας την αδελφή του Αγλαΐα Μεϊμάρογλου μαζί με τις δύο θυγατέρες αυτής, Καλλιόπη και Γαλάτεια, παρακαλεί με το ίδιο έγγραφο το Μητροπολίτη Γεννάδιο να διενεργήσει σχετική έρευνα μεταξύ των προσφύγων για να διαπιστώσει εάν έχουν γνώση περί των προσώπων αυτών.
Το πέμπτο έγγραφο, με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1925, αποστέλλεται εκ Καβάλας από το ζεύγος των εξ Αρτάκης Κυζίκου προσφύγων Ελένης και Μ. Αυγερινού προς τον εκτοπισθέντα και εξόριστο Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντίνο[11] τον Στ΄ (17 Δεκεμβρίου 1924 – 22 Μαΐου 1925), ο οποίος επειδή από το κεμαλικό καθεστώς χαρακτηρίσθηκε ως «ανταλλάξιμος», αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να καταφύγει αρχικά στη Θεσσαλονίκη και έπειτα στην Αθήνα.
Με το ιδιωτικό αυτό έγγραφο, οι δύο παραπάνω πρόσφυγες, γνώριμοι του Πατριάρχου παλαιόθεν, εκφράζουν το σεβασμό, την εκτίμηση και την ηθική συμπαράσταση στο διωκώμενο Πατριάρχη Κωνσταντίνο, με την ελπίδα να «… εξέλθη νικητής και θριαμβεύων προς δόξαν της Εκκλησίας και του Γένους»[12].
Με το έκτο, κατά σειρά, έγγραφο που φέρει ημερομηνία 25 Αυγούστου 1926, ο τότε Μητροπολίτης «Καβάλας και Νέστου» Χρυσόστομος Χατζησταύρου (1924-1962), όπως ο ίδιος υπογράφει, απευθύνεται στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο και τον παρακαλεί να ενεργήσει τα δέοντα προκειμένου να νοσηλευθεί στο Γηροκομείο της Θεσσαλονίκης ο πενόμενος και βαρέως ασθενής Πρωτοπρεσβύτερος Γερμανός Παπαδόπουλος, εφημέριος στην Καβάλα, ο οποίος επί πολλά έτη είχε υπηρετήσει ευδοκίμως ως ιερέας στην Κωνσταντινούπολη.
Το έβδομο έγγραφο, με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1927, φέρει αναγραφόμενη την ένδειξη «ιδιαίτερα» και αποστέλλεται από το Μητροπολίτη «Καβάλας και Νέστου» Χρυσόστομο στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο. Με το «ιδιαίτερο» αυτό έγγραφο ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος παρακαλεί τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο να υποδείξει στον Αρχιμανδρίτη Θεοδώρητο Κολεσίδη, ο οποίος ανήκε στον ιερό κλήρο της Μητροπόλεως Φιλίππων, ποιό είναι το ιερό καθήκον του απέναντι στην προϊσταμένη εκκλησιαστική του αρχή. Όπως πληροφορούμαστε από το έγγραφο, ο Αρχιμανδρίτης Θεοδώρητος, επικαλούμενος, κατά τον προσωπικό ισχυρισμό του, την πάντοτε άριστη σχέση του με τον πνευματικό Γέροντα[13] του Μητροπολίτου Χρυσοστόμου, είχε καταφύγει στην πόλη της Καβάλας για να βρει προστασία.
Σύμφωνα με τα καταγραφόμενα στο σχετικό έγγραφο, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος εδέχθη τον εν λόγω Αρχιμανδρίτη και παρόλο που τον τοποθέτησε προϊστάμενο στην εντός της πόλεως ενορία της Παναγίας, εντούτοις εκείνος, συνεργαζόμενος με κάποιο Παύλο Κολεσίδη, «γνωστό ιεροκατήγορο», όπως τον χαρακτηρίζει ο Μητροπολίτης, επετίθετο εναντίον του Χρυσοστόμου επειδή δεν του επέτρεπε να κηρύττει το Θείο Λόγο, όπως του το είχε αρνηθεί και ο Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, και να συγκαταλέγεται μεταξύ των συντακτών του εκκλησιαστικού περιοδικού[14], το οποίο εξέδιδε η Μητρόπολη Φιλίππων. Παρά δε την αρχικώς επιδειχθείσα υπομονή του Μητροπολίτου και τις εν συνεχεία επιεικείς πατρικές παρατηρήσεις του, ύστερα μάλιστα και από την σχετική έγγραφη παρέμβαση και προτροπή του Θεσσαλονίκης Γενναδίου προς τον οποίο, όπως εμμέσως διαφαίνεται στο έγγραφο, είχε καταφύγει ο Αρχιμανδρίτης Θεοδώρητος, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος παρακαλεί τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο να τον συνετίσει.
Αρχιερατικό είναι και το όγδοο έγγραφο, με ημερομηνία 29 Ιουνίου 1927, το οποίο υπογράφει και αποστέλλει ο «Καβάλας και Νέστου» Χρυσόστομος στο Θεσσαλονίκης Γεννάδιο ζητώντας να μεριμνήσει υπέρ της μητέρας του Κωνσταντινουπολίτου δημοσιογράφου, κ. Γιαβερίδου, η οποία ως ανταλλάξιμη, όπως αναφέρεται, καταφεύγει από την Πόλη στη Θεσσαλονίκη συνοδευόμενη από τον υιό της.
Το επόμενο έγγραφο, ένατο κατά σειρά και με ημερομηνία 6 Ιουλίου 1927, είναι το μοναδικό από τα δημοσιευόμενα που ο τόπος συντάξεως και αποστολής του είναι η νήσος Θάσος. Το μακροσκελές αυτό έγγραφο υπογράφεται από τον Θάσιο στην καταγωγή ασθενούντα και πενόμενο Ιερομόναχο ΧατζηΣωτήριο Β. Ρακιτζή[15] και αποστέλλεται στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, τον οποίο παρακαλεί να τον διορίσει εφημέριο και ιεροψάλτη σε κάποια από τις ενορίες της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης προκειμένου να εξασφαλίσει τα αναγκαία προς το ζην για τον ίδιο και τα μέλη της πενομένης οικογένειάς του, καθώς και για να υποβληθεί στην αναγκαία και επιβεβλημένη προς αποκατάσταση της υγείας του ιατροφαρμακευτική θεραπεία. Στο ίδιο έγγραφο, ο συντάκτης του διατραγωδεί με κάθε λεπτομέρεια στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο τα πάθη της ζωής του.
Ο εν λόγω Ιερομόναχος συγκεκριμένα αναφέρει ότι, αφού αδίκως συκοφαντήθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο[16], απομακρύνθηκε βιαίως και αναιτίως από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου υπηρετούσε, και αφού ευρέθη μέχρι και σε κρατητήριο της Θεσσαλονίκης, απελάθη βαρέως ασθενής στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στο χωριό Μαριές της νήσου Θάσου, όπου διέμενε φρουρούμενος από αστυνομικά όργανα, ενώ η οικογένειά του ευρίσκετο σε άκρα πενία. Περί δε της διαγωγής του προτρέπει τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο να απευθυνθεί στους διαβιούντες στη Θεσσαλονίκη αδελφούς Κωνσταντινίδη εκ των οποίων ο Κώστας Κωνσταντινίδης ως Βουλευτής τον εγνώριζε στην Αθήνα και έπειτα στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στον καθηγητή της Ιερατικής Σχολής Αγίας Αναστασίας Φαρμακολυτρίας Χαλκιδικής Εμμανουήλ Χανιώτη με τον οποίο συνδεόταν προ της χειροτονίας του.
Ο «Καβάλας και Νέστου» Χρυσόστομος με ένα ακόμη έγγραφό του, που είναι το δέκατο κατά σειρά από τα δημοσιευόμενα και φέρει ημερομηνία 12 Απριλίου 1929, απευθύνεται στο Θεσσαλονίκης Γεννάδιο και τον παρακαλεί να συνεννοηθεί με τους αρμόδιους και να του γνωστοποιήσει εάν η «Χριστιανική Αδελφότης Νέων» Θεσσαλονίκης είναι διατεθειμένη να ιδρύσει παράρτημα στην Καβάλα. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος ενδιαφερόταν για την ίδρυση ενός παρόμοιου παραρτήματος στην Καβάλα, επειδή, όπως ο ίδιος αναφέρει στο έγγραφό του, ήταν πρόθυμος να χρησιμοποιήσει την οργάνωση αυτή για να ανακόψει «…το ακατάσχετον ρεύμα της προς την θρησκείαν αδιαφορίας και της εκλύσεως των ηθών»[17].
Το ενδέκατο έγγραφο, με ημερομηνία 29 Ιανουαρίου 1930, είναι το πρώτο από τα δημοσιευόμενα,  στο οποίο ο Χρυσόστομος υπογράφει ως Μητροπολίτης «Φιλίππων και Νεαπόλεως». Με αυτό απευθύνεται στο Θεσσαλονίκης Γεννάδιο και τον παρακαλεί να δεχθεί ευμενώς τον Σύγκελλο Παπά Κορνήλιο Βασιλείου και τον Δημοσθένη Παπασταυριανό, πρόεδρο της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του ιερού ναού Αγίου Νικολάου[18] Καβάλας, οι οποίοι μεταβαίνουν στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να διενεργήσουν έρανο υπέρ της αποπερατώσεως της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Στο ίδιο έγγραφο, ο Φιλίππων Χρυσόστομος παρακαλεί τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο να αποστείλει εγκύκλιο στις ενορίες της Θεσσαλονίκης με την οποία να προτρέπει το χριστεπώνυμο πλήρωμα να ενισχύσει οικονομικά τον συγκεκριμένο έρανο.
Στο επόμενο έγγραφο, που είναι το δωδέκατο και με ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1930, έχουμε μία επιστολή του Φιλίππων Χρυσοστόμου προς τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο που είναι «προσωπική», όπως ακριβώς αναγράφεται και η σχετική ένδειξη στην αρχή του εγγράφου, με την οποία παρακαλεί το Μητροπολίτη Γεννάδιο να δεχθεί σε ακρόαση και να διορίσει σε κάποιο από τα ορφανοτροφεία ή τους παιδικούς σταθμούς της Θεσσαλονίκης την αριστούχο απόφοιτο του Κεντρικού Παρθεναγωγείου Σμύρνης Χρυσή Βαγιοπούλου, η οποία ήταν αδελφή της διευθύντριας του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου Καβάλας Κ. Καρδιακού και αντιμετώπιζε δυσχερές οικονομικό πρόβλημα στην οικογένειά της.
Ως συνέχεια της προηγηθείσας προσωπικής επιστολής του Φιλίππων Χρυσοστόμου προς τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο και με την ίδια ημερομηνία (16 Οκτωβρίου 1930) αποστέλλεται μία ακόμη επιστολή, που είναι το δέκατο τρίτο από τα δημοσιευόμενα έγγραφα, και από την διευθύντρια του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου Καβάλας Κ. Καρδιακού, στο Μητροπολίτη Γεννάδιο, τον οποίο παρακαλεί, όπως επέδειξε φιλάνθρωπα αισθήματα για την ίδια κατά το έτος 1922, να μεριμνήσει και για την αδελφή της Χρυσή Βαγιοπούλου «… προς υποστήριξιν της οικογενείας αυτής στερουμένης σήμερον και αυτού του επιουσίου…»[19].
Με το δέκατο τέταρτο έγγραφο, που φέρει ημερομηνία 12 Αυγούστου 1931 και είναι το μοναδικό, στο οποίο αναγράφεται η ονομασία «Ιερά Μητρόπολις Φιλίππων, Νεαπόλεως και Νέστου», ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος παρακαλεί και πάλι τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο να ζητήσει από τους αρμοδίους να του αποστείλουν τον κανονισμό της «Χριστιανικής Αδελφότητος Νέων» (Χ.Α.Ν.) προκειμένου να συστήσει επί τη βάσει του κανονισμού αυτού, παρόμοια αδελφότητα και στην πόλη της Καβάλας.
Ιδιωτικό είναι το δέκατο πέμπτο έγγραφο, με ημερομηνία 2 Σεπτεμβρίου 1934, με το οποίο ο ιδιοκτήτης γραφείου τελετών Ελισσαίος Τεκτονίδης, απευθυνόμενος στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, καταγγέλλει συντοπίτες ανταγωνιστές του, ιδιοκτήτες άλλων  γραφείων τελετών, ότι μεταξύ του προσωπικού τους είχαν Εβραίους εργαζόμενους. Στο ίδιο έγγραφο πληροφορούμαστε ότι προ της σχετικής καταγγελίας είχε προηγηθεί και από τους συγκεκριμένους ανταγωνιστές του Τεκτονίδη καταγγελία κατ’ αυτού στη Μητρόπολη Φιλίππων, ότι μεταξύ των ιδιωτικών υπαλλήλων του υπήρχε και κάποιος Ισραηλίτης.
Στο τελευταίο έγγραφο, δέκατο έκτο και με ημερομηνία 5 Δεκεμβρίου 1934, ο Φιλίππων Χρυσόστομος γράφει στο Θεσσαλονίκης Γεννάδιο ότι τον επισκέφθηκε ο εν Ελλάδι υπεύθυνος του Εθνικού Ιδρύματος Ασφαλειών Ρώμης κ. Μαδαμαδιώτης και του προσεκόμισε συστατική του επιστολή (του Θεσσαλονίκης Γενναδίου). Επειδή όμως ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν ήταν θετικός στην πρότασή του να ιδρυθεί ένα τέτοιο παράρτημα του συγκεκριμένου ιταλικού ιδρύματος στην πόλη της Καβάλας, αφού, όπως αναφέρει, και ο ίδιος είχε κατά το παρελθόν αδικηθεί από την Εταιρεία των Γενικών Ασφαλειών Τεργέστης, ο εν λόγω εκπρόσωπος του Ιδρύματος απεχώρησε δυσαρεστημένος και απειλώντας ότι θα αναφέρει στο Θεσσαλονίκης Γεννάδιο ότι ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν είχε λάβει υπ’ όψιν του την συστατική του επιστολή και δεν του παρέσχε την  υποστήριξή του. Προς αποφυγή παρεξηγήσεως ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος γράφει την επιστολή αυτή προς τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο με την οποία του εξηγεί τους λόγους της στάσεώς του απέναντι στον εκπρόσωπο του εν λόγω Ιταλικού Ιδρύματος.
Με τη δημοσίευση όλων των παραπάνω εγγράφων αλληλογραφίας από το αρχείο της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης έρχονται στο φως ενδιαφέρουσες και άγνωστες μέχρι τούδε ιστορικές μαρτυρίες που αφορούν διάφορες πτυχές της πολιτικής, εκκλησιαστικής, εκπαιδευτικής, οικονομικής και εν γένει κοινωνικής ζωής στην πόλη της Καβάλας και στη νήσο Θάσο, κατά την περίοδο 1904-1934. Παράλληλα, καταδεικνύεται ο καταλυτικής σημασίας ρόλος ορισμένων προσώπων της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, τα οποία με την εν γένει δράση και ανιδιοτελή προσφορά τους άφησαν ανεξίτηλη την προσωπική τους σφραγίδα στην πορεία και δημιουργική εξέλιξη της Καβάλας κατά τις αρχές του 20ού αιώνα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΝΕΚΔΟΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ*
(1)
Προς την Α. Παναγιότητα τον Μητροπολίτην Γέροντα Άγιον Θεσσαλονίκης Κύριον Κύριον Αλέξανδρον και το περί Αυτόν σεβαστόν Συμβούλιον της Δημογεροντίας
Παναγιώτατε Άγιε Πρόεδρε,
Οι ευσεβάστως υποφαινόμενοι σύζυγοι Γρηγόριος και Ελένη Βασιλείου, Χριστιανοί Ορθόδοξοι και κάτοικοι Καβάλας Επαρχίας Ξάνθης αναφέρομεν ότι το Υμέτερον Σεβαστόν Συμβούλιον διά της υπ’ αριθ. Κώδ. 42/Πρωτ. 441 και ημερομ. 13 Δεκεμβρίου 1903 αποφάσεως αυτού δεχθέν την επ’ αναφορά αίτησιν του Γεωργίου Αθανασίου Βλαχοπούλου ενέκρινε την του οκταετούς τότε τέκνου τούτου Αθανασίου υιοθεσίαν υφ’ ημών.
Συνεπεία της αποφάσεως ταύτης παρελάβομεν τον ειρημένον Αθανάσιον, Ευάγγελον μετονομασθέντα, παρ’ ημίν και ως ίδιον τέκνον ημών εθεωρούμεν και ανετρέφομεν. Δυστυχώς όμως εφ’ όσον παρήρχοντο αι ημέραι επί τοσούτον ο παις εστενοχωρείτο παρ’ ημίν, κλαίων δε και οδυρόμενος εξέφραζε την επιθυμίαν να επιστρέψη παρά τω φυσικώ αυτού πατρί, ουδέ ίσχυσαν αι περιθάλψεις και περιποιήσεις ημών και νουθεσίαι, όπως μεταπείσωσιν αυτόν.
Επειδή δε ήρξατο να αποδρά της οικίας ημών και περιφέρηται τήδε κακείσε, φοβηθέντες εξαφάνισιν του παιδός και επιθυμούντες να προλάβωμεν συνεπείας ψυχοβλαβείς και άλλας διά τον παίδα ηναγκάσθημεν μετά λύπης αποστείλαντες δι’ ιδιαιτέρου ημών ανθρώπου να παραδώσωμεν αυτόν προ μηνός διά της Ιεράς Υμών Μητροπόλεως εις τον φυσικόν αυτού πατέρα Γεώργιον Αθανασίου Βλαχόπουλον.
Επειδή ούτω ο παις ακόντων ημών επανήλθε παρά τω φυσικώ αυτού πατρί
διά ταύτα
παρακαλούμεν την Υμετέραν πολυσέβαστον Παναγιότητα, όπως ευαρεστουμένη παραπέμψη την παρούσαν ημών ενώπιον του ου πάνυ επαξίως προΐσταται Αύτη Συμβουλίου της Δημογεροντίας επί τω τέλει, όπως ορισθή δικάσιμος και κλητευομένου του κυρίου Γεωργίου Αθανασίου Βλαχοπούλου εκ του χωρίου Κλεισούρας και προσωρινώς αυτόθι διαμένοντος ακυρωθή και καθ’ ολοκληρίαν εξαφανισθή η υπ’ αριθ. Κώδ. 42/Πρωτ. 441 και ημερ. 13 Δεκεμβρίου 1903 απόφασις του υμετέρου σεβαστού Δικαστηρίου.
Επί τούτοις ασπαζόμενοι την αγίαν Αυτής δεξιάν διατελούμεν.
Εν Καβάλλα τη 3 Σεπτεμβρίου 1904
Οι σύζυγοι
Γρηγόριος Βασιλείου
Ελένη Βασιλείου
(2)
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ                                             Καβάλλα, 11 Οκτωβρίου 1915
ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΚΑΒΑΛΛΑΣ
ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
Αρ. Πρωτ. 302
Σεβασμιώτατε εν Χω αδελφέ,
Εσωκλείστως αποστέλλω τη Υμετέρα λίαν μοι περισπουδάστω Σεβασμιότητι τα τέσσερα υπομνήματα (προς την Α.Μ. τον Βασιλέα, τον Υπουργόν των Εκκλησιαστικών και τον Μητροπολίτην Αθηνών), τα οποία υπογραφέντα παρά των Μητροπολιτών της Ανατ. Μακεδονίας επιστρέφονται Αυτή ίνα υπογραφώσι και υπό των εναπολειφθέντων εν Χω αγαπητών αδελφών της λοιπής Μακεδονίας.
Επί τούτοις αναμένων απάντησιν της Υμετέρας περιποθήτου μοι Σεβασμιότητος διά να πληροφορηθώ περί της ασφαλούς παραλαβής των αποσταλέντων και ασπαζόμενος Αυτήν φιλήματα αγίω διατελώ μετά πολλής αγάπης.
Ισάδελφος
+ Ο Ξάνθης και Καβάλλας Άνθιμος
(3)
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΚΑΒΑΛΛΑΣ
Αρ. Πρωτ. 588
Διεκπ. 289
Εν Καβάλλα, τη 24 Φεβρουαρίου 1916
Προς
Τον Παναγιώτατον Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης
Λαμβάνω την τιμήν να παρακαλέσω υμάς, όπως ευαρεστούμενος διατάξητε να μας αποσταλή κανονισμός του Νεκροταφείου της πόλεως Θεσσαλονίκης, όπως επί τη βάσει τούτου συντάξωμεν και τον του ενταύθα Δημοτικού Νεκροταφείου κανονισμόν.
Μετά Σεβασμού
Ο Δήμαρχος Καβάλλας
Κλεάνθης Τερμεντζής


(4)
Αριθμ. Πρωτ. 309
Σεβασμιώτατε εν Χω αδελφέ,
Και πάλιν θερμήν παράκλησιν διαβιβάζω τη Υμετέρα Σεβασμιότητι περί των συγγενών μου δι’ ους εις τον Ερυθρόν Σταυρόν και εις την αδελφότητα των νέων είχον αποταθή. Τοιαύτα πρόσωπα είναι ο επ’ αδελφώ ανεψιός μου Γιαλούσης Ελπιδοφόρος ΧΙΙ Μεραρχίας 46 Σύνταγμα Πεζικού 5ος λόχος τ.τ. 925. Να ερωτηθώσι διά των αυτόθι εφημερίδων οι επανακάμψαντες αιχμάλωτοι της Μ. Ασίας στρατιώται.
Και β΄.
Η αδελφή μου Αγλαΐα σύζυγος Αλεξάνδρου Κ. Μεϊμάρογλου μετά των δύο θυγατέρων των Καλλιόπης και Γαλατείας εν Αδραμυττίω διαμένοντες, μήπως κανείς πρόσφυξ έχει γνώσιν περί αυτών. Τούτο θα το θεωρήσω μίαν χάριν ην ελπίζω ότι δεν θέλετε με αρνηθή. Ευγνωμόνως διατελώ κατασπαζόμενος Υμάς φιλαδέλφως.
Εν Καβάλλα, τη 4 Μαΐου 1923
Της Υμετέρας Σεβασμιότητος
Αγαπητός εν Χω αδελφός
+ Ο Γάνου και Χώρας Τιμόθεος
(5)
Προς την Α. Παναγιότητα τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Κωνσταντίνον τον Στ’
Θεσσαλονίκην
Μετά μεγάλου ενδιαφέροντος παρακολουθώ τα γεγονότα άτινα εξακολουθούν να εξελίσσονται μετά την εκ Κωνσταντινουπόλεως αναχώρησιν Υμών, συνεπεία της αγρίας και βαρβάρου τουρκικής νοοτροπίας.
Γνωρίζω Υμάς εκ του πλησίον, και εκιμών πρεπόντως τας αρετάς, αι οποίαι περικοσμούσιν Υμάς, πέποιθα ότι θέλετε εξέλθη νικητής και θριαμβεύων προς δόξαν της Εκκλησίας και του Γένους.
Διατελώ ασπαζόμενος την αγίαν Αυτής δεξιάν.
Ελένη Ν. Αυγερινού – Μ. Αυγερινός
(Εξ Αρτάκης Κυζίκου)
Καβάλλα 10/2/25
Συνοικία Παναγίας Αρ. 20


(6)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΚΑΒΑΛΛΑΣ ΚΑΙ ΝΕΣΤΟΥ
Αρ. Πρωτ. 1467
Σεβασμιώτατε εν Χω Αδελφέ,
Ο κομιστής της παρούσης Αιδεσ. Κυρ Γερμανός Παπαδόπουλος, επί σειράν ετών ιερατεύσας ευδοκίμως εν Κων/πόλει και μέχρι πρό τινος εν Μουχάλ της ταπεινής μου Επαρχίας, προσβληθείς υπό ημιπληγίας και των πάντων στερούμενος συνιστάται τη Υμετέρα Σεβασμιότητι μετά της θερμής παρακλήσεως όπως ενεργηθώσιν υπέρ αυτού τα δέοντα και εισαχθή εις το καθ’ υμάς Γηροκομείον προς νοσηλείαν.
Επί τούτοις ασπαζόμενος την Υμετ. Σεβασμιότητα φιλήματι αγίω διατελώ μετ’ αγάπης αδελφικής.
Εν Καβάλλα τη 25-8-1926
Ταπεινός και πρόθυμος εν Χω αδελφός
+ Ο Καβάλας και Νέστου Χρυσόστομος
(7)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΚΑΒΑΛΛΑΣ ΚΑΙ ΝΕΣΤΟΥ
Ιδιαίτερα
Σεβασμιώτατε και Περιπόθητέ μοι εν Χω αδελφέ
Άγιε Θεσσαλονίκης Κύριε Κε Γεννάδιε,
Απαντών ευχαρίστως εις την από 15 του λήγοντος αδελφικήν επιστολήν της Υμετέρας περιποθήτου μοι Σεβασμιότητος, γνωρίζω Αυτή, ότι τον Αρχιμανδρίτην Θεοδώρητον Κολεσίδην, αγαπητόν, ως είπεν μοι, του αειμνήστου Γέροντός μου, ευθύς εξ αρχής και δι’ ευνοίας περιέβαλον και προϊστάμενον της ιεράς Εκκλησίας Παναγίας ανέδειξα. Ατυχώς όμως, ουκ οίδα τι παθών, προσεταιρίσθη τον γνωστόν ιεροκατήγορον Παύλον Κολεσίδην και συνέδραμεν αυτόν εις τας κατ’ εμού επιθέσεις του, εις ας προέβη ούτος, διότι ηρνήθην να επιτρέψω αυτώ, ως άλλως τε και η Υμετέρα Σεβασμιότης έπραξε, καθ’ α ο ίδιος διηγείται, να κηρύττη τον θείον λόγον και να καταλέγηται μεταξύ των συντακτών του Περιοδικού μας.
   Καίτοι δε εγνώριζον τα πάντα, εν τούτοις απέφυγον και παρατηρήσεις να κάμω προς αυτόν, ευλαβούμενος το γήρας του και ελπίζων, ότι θα συνετίζετο και μόνος του. Εξ αφορμής δε της υμετέρας επιστολής εκάλεσα αυτόν προχθές και τω έκαμα μετά πάσης χριστιανικής επιεικείας τας δεούσας παρατηρήσεις και είμαι πεπεισμένος ότι και η Υμετέρα Σεβασμιότης θα ευαρεστηθή εν καιρώ να υποδείξη αυτώ το καθήκον προς την προϊσταμένην του αρχήν. Ας είνε δε βεβαία, ότι, ό,τι δήποτε και αν συμβή, ουδέν ούτος έχει να φοβηθή εκ μέρους μου, διότι θεωρώ ταπεινωτικόν να τιμωρώ ιερείς δι’ ατομικάς μου υποθέσεις.
Εν Καβάλλα 31-1-27
Μετ’ αδελφικών ασπασμών
Ταπεινός και πρόθυμος εν Χω αδελφός
+ Ο Καβάλλας και Νέστου Χρυσόστομος
(8)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΚΑΒΑΛΛΑΣ ΚΑΙ ΝΕΣΤΟΥ
Σεβασμιώτατε και Περιπόθητέ μοι εν Χω αδελφέ,
Παρακαλώ αδελφικώς την υμετέραν περιπόθητόν μοι Σεβασμιότητα, όπως ευαρεστουμένη παράσχη την ηθικήν Αυτής υποστήριξιν προς την κομίζουσαν το παρόν μου μητέρα του εν Κων/πόλει δημοσιογράφου κ. Γιαβερίδου, ήτις καταφεύγει εις την υμετέραν πόλιν ως ανταλλάξιμος και ουδένα έχει προστάτην δι’ εαυτήν και τον συνοδεύοντα αυτήν υιού της.
Μετ’ αδελφικών ασπασμών
Ταπεινός και πρόθυμος εν Χω αδελφός
+ Ο Καβάλλας και Νέστου Χρυσόστομος
Εν Καβάλλα τη 29 Ιουνίου 1927


(9)
Εν Νήσω Θάσσου, Χωρίον Μαριαί
Τη 6η Ιουλίου 1927
Παναγιώτατε Άγιε Θεσσαλονίκης Μητροπολίτα… Κύριε Γεννάδιε…
Λαμβάνω την τιμήν, βαθυσεβάστως, και ταπεινοφρόνως παράκλησιν ποιούμενος, τη υμετέρα Παναγιώτητι˙ Ο ιερομόναχος Σωτήριος Β΄ Ρακιτζής, αναφέρω ότι είμαι ο εν τω κρατητηρίω Θεσσαλονίκης, αφιχθείς εξ Αθηνών, και σήμερον υπάρχω αναιτίως απελαθείς εις Θάσον την δυστηχησμένην πατρίδαν μου. Ενώ εγώ εν Αθήναις, προσεπάθουν να υποστώ εγχείρισιν πάσχων πτώσεως στομάχου, και πανέτοιμος υπήρξα πλην όμως, αι απελάσεις, του εν Αθήναις Μακαριωτάτου κυρίου Χρυσοστόμου με απήλασαν αναιτίως και όντως σήμερον ευρίσκομαι απελαθείς, φυλλατόμενος αστυνομικών οργάνων, και εγώ, προσεύχομαι νυχθημερόν (η θεία χάρις η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα κτλπ.) αυτή αύτη, να συγχωρήση πάντας εκείνους, οίτινες, διέβαλλον προς τον εν Αθήναις αγαθοεργόν μοι Μακαριώτατον και με απήλασαν και τοιουτοτρόπως εν Νήσω Θάσου σήμερον μετοικών ευρίσκομαι μακράν της επιστήμης η οποία δύναταί με θεραπεύσαι ασθένειάν μου, πτώσιν στομάχου ην αποδυκνύει η ακτινοσκόπησίς μου γενομένη εν Αθήναις.
Όθεν, παρακαλώ τη υμετέρα βαθυσεβάστω Παναγιώτητι. Διά ταύτης, της εγγράφου ταπεινής μου και αναξίας επιστολής επιρρίψατε εις εμέ, βλέμμα προστασσίας και παρακαλώ αποστείλλατέ μοι, Σημείωμα υμετέρας Παναγιώτητος, ότι θα με διορίσσετε εν Θεσσαλονίκη εφημέριον και ιεροψάλτην καθ’ ον τρόπον βούλεται η υμετέρα Παναγιώτης˙ μέχρις ότου, υποστώ εγχείρισιν συνεπεία πτώσεως στομάχου, επιθυμώ ιερουργός εντός της πόλεως όπου θα διαταχθώ υπό της υμετέρας παναγιώτητος ευπειθέστατος εγώ, ο ταπεινός και αμαρτωλός ιερομόναχος διατρίβων υπό απέλασιν τιμωρώ εν σφοδροτάτη πτωχεία˙ εμαυτόν, αδελφάς και Γονείς μου γέρωντας. Πλην όμως, διά της προστασίας εκ της υμετέρας Παναγιώτητος, θα λαμπρυνθή η οικία του πατρός μου, εδώ δε, θα ιεροπράττω υγιέστατος λειτουργός εν Θεσσαλονίκη διά των ευχών και ευλογίας της υμετέρας Παναγιώτητος…
Περί δε της διαγωγής μου δύνασθε να εξετάσσητε τους εν Θεσσαλονίκη αδελφούς Κωνσταντινίδην Φαρμακοποιόν Κύριον Κώσταν Κωνσταντινίδην όστις εργασθείς Βουλευτής με εγνώριζε εν Αθήναις το αυτό και εν Θεσσαλονίκη. Ομοίως, δύνασθε και τον Καθηγητήν Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας Κύριον Εμμανουήλ Χανιώτην να τον εξετάσσητε, γνωρίζη περί της εμής διαγωγής διότι προ της βαθμού της ιερωσύνης μου υπήρξα μετ’ αυτού.
Επί πλέον μόλις την υμετέραν παναγιώτητα θα γνωστοποιηθώ ενώπιον της υμετέρας παναγιώτητος και θα εργασθώ ευπειθέστατος ο διά των ευχών και διορισμού της υμετέρας παναγιώτητος καταπολεμήσω οικιακών, οικογενειακών, αδελφικών και πατρικών συμφορών.
Ο εν Νήσω Θάσσου χωρίον Μαριαί απελαθείς… και ταπεινοφρόνως και βαθυσεβάστως προσκυνών την υμετέραν Παναγιώτητα˙ αιξαιτούμενος προστασίαν θα αναμένω σημείωμα διορισμού μου εν Θεσσαλονίκη˙ Εγώ δε, άμα τη αφίξει ενταύθα εις τα χείρας μου, τοιούτου σημειώματος, περί διορισμού μου εν Θεσσαλονίκη αστραπιαίως θα αφιχθώ εις Θεσσαλονίκην αδεία της εν Θάσσου Αστυνομικής Αρχής εξ ης σήμερον περιορίζομαι ενταύθα˙ ένθα, υπάρχουν Γέρωντες πτωχοί ιερείς.
Και πλην τούτο εγώ έχω χρείαν επιστημονικών εργασσιών εις την πτώσιν στομάχου εξ ης πάσχω και διαγραφείσσης ταύτης της ελαφράς μου νόσου, θα είμαι ιερεύς με κλήσιν και ζηλωτής προς την εκκλησσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αλλά λόγω των αμαρτιών μου, προσκυνώ την υμετέραν παναγιώτητα ζητών συγχώρησιν και θα αναμένω τα ανωτέρω ημέτερα αιτήματα…
Ταπεινός Ιερομόναχος ΧατζηΣωτήριος Β΄ Ρακιτζής
Προσκυνώ την υμετέραν Παναγιώτητα
(10)
Αρ. Πρωτ. 8429
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΚΑΒΑΛΛΑΣ ΚΑΙ ΝΕΣΤΟΥ
Αρ. Πρωτ.
Ι.Μ.Θ./1063
Προς τον
Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης Κύριον Κον Γεννάδιον
Αδελφικώς παρακαλώ την Υμετέραν περιπόθητόν μοι Σεβασμιότητα, όπως ευαρεστουμένη συνεννοηθή μετά των αρμοδίων και μοι γνωρίση αν η Χριστιανική Αδελφότης των νέων είναι διατεθειμένη να ιδρύση παράρτημα εν τη ημετέρα πόλει και υπό ποίους όρους.
Κατέληξα εις το συμπέρασμα, ότι οφείλω να χρησιμοποιήσω την οργάνωσιν ταύτην, ίνα προσπαθήσω δι’ αυτής ν’ ανακόψω το ακατάσχετον ρεύμα της προς την θρησκείαν αδιαφορίας και της εκλύσεως των ηθών.
Της Υμετέρας περιποθήτου μοι Σεβασμιότητος
Ταπεινός και πρόθυμος εν Χω αδελφός
+ Ο Καβάλλας και Νέστου Χρυσόστομος
Εν Καβάλλα τη 12 Απριλίου 1929
(11)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΦΙΛΙΠΠΩΝ και ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ
Αρ. Πρωτ. 10653
Αρ. Πρωτ. (Ι.Μ.Θ.) / 381
Προς τον
Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης
Κύριον Κύριον Γεννάδιον
Σεβασμιώτατε εν Χω Αδελφέ,
Αδελφικώς παρακαλώ την Υμετέραν περιπόθητόν μοι Σεβασμιότητα, όπως ευαρεστουμένη δεχθή ευμενώς τους επιδότας του παρόντος Σύγκελλον κ. Παπά Κορνήλιον Βασιλείου και κ. Δημοσθένην Παπασταυριανόν, Πρόεδρον της ενταύθα ιεράς Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, ερχομένους αυτόσε, ίνα διενεργήσουν έρανον υπέρ της αποπερατώσεως της ως άνω ι. Εκκλησίας, συνωδά τη υπ’ αριθ. 94270 και ημερ. 7 Ιανουαρίου ε.έ αποφάσει του Υπουργείου Προνοίας και αντιλήψεως.
Είμαι βέβαιος, ότι η Υμετέρα περιπόθητος εν Χω Αγάπη, εκτιμώσα την ωφέλειαν του έργου και τους αγώνας, ους καταβάλλομεν διά την ενίσχυσιν του θρησκευτικού των χριστιανών ημών αισθήματος, θέλει αγαθυνθή να συστήση δι’ εγκυκλίου Της τα δέοντα προς τους Ευσεβείς Της Επαρχιώτας και θα βοηθήση εν γένει τους απεσταλμένους ημών, ίνω δυνηθώσι αισίως να διεκπεραιώσωσι την ην ανέλαβον εντολήν, προς ευγνωμοσύνην τόσον εμού όσον και των εξαιτουμένων τας θεοπειθείς Της ευχάς κ.κ. Επιτρόπων του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου.
Της Υμετέρας περιποθήτου μοι Σεβασμιότητος
Ταπεινός και πρόθυμος εν Χω Αδελφός
+ Ο Φιλίππων και Νεαπόλεως Χρυσόστομος
Εν Καβάλλα τη 29 Ιανουαρίου 1930


(12)
+ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΦΙΛΙΠΠΩΝ και ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Προσωπική
Σεβασμιώτατε και περιπόθητέ μοι εν Χριστώ αδελφέ,
Αδελφικώς παρακαλώ την Υμετέραν περιπόθητόν μοι Σεβασμιότητα, όπως ευαρεστουμένη παράσχη ευμενή ακρόασιν προς την επιδότιν Καν Χρυσήν Βαγιοπούλου, εκ Σμύρνης καταγομένην και αδελφήν της ενταύθα Διευθυντρίας του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου Δος Καρδιακού, η οποία πολλάς και σπουδαίας έχει προσφέρει υπηρεσίας εν Σμύρνη ως υποδιευθύντρια του Κεντρικού Παρθεναγωγείου και Διδασκαλείου.
Η εν λόγω Κυρία επιθυμεί να αναλάβη υπηρεσίαν εν τινι των αυτόθι Ορφανοτροφείων ή Παιδικών Σταθμών. Έχει δε προς τούτο τα προσόντα, διότι είνε αριστούχος απόφοιτος του εν Σμύρνη Διδασκαλείου του Κεντρικού Παρθεναγωγείου. Ευρίσκεται ήδη εις δύσκολον θέσιν, διότι ο σύζυγός της, φεύγων τους κομμουνιστικούς διωγμούς, εγκατέλιπε τα πάντα και μετώκησεν αυτόθι και από πολλού στερείται εργασίας.
Βέβαιος, ότι θα πράξη υπέρ της οικογενείας ταύτης η Υμετέρα περιπόθητός μοι Σεβασμιότης παν το επ’ Αυτή, εκφράζω Αυτή και τας εμάς ευχαριστίας και διατελώ.
Της Υμετέρας Σεβασμιότητος
Ταπεινός και πρόθυμος εν Χω αδελφός
+ Ο Φιλίππων και Νεαπόλεως Χρυσόστομος
Εν Καβάλλα τη 16 Οκτωβρίου 1930


(13)
Σεβασμιώτατε,
Στηριζομένη εις τα αείποτε προς τους πάσχοντας διακρίνοντα Υμάς φιλάνθρωπα αισθήματα και την ιδιαιτέραν όλων εύνοιαν, υποστήριξιν και εκτίμησιν, την οποία μετά του Αγ. Καμπανίας κατά το ’22 εδείξατε προς εμέ, λαμβάνω το θάρρος σήμερον μετά του Σεβασμιωτάτου Καβάλλας να παρακαλέσω Υμάς θερμώς, όπως πράξητε παν ό,τι είναι δυνατόν υπέρ της αδελφής μου Χρυσής Βαγιοπούλου αποφοίτου του Διδασκαλείου Σμύρνης, συνιστώντες αυτήν εις οποιονδήποτε μέρος κρίνετε Υμείς κατάλληλον προς υποστήριξιν της οικογενείας αυτής στερουμένης σήμερον και αυτού του επιουσίου.
Μετά του προσήκοντος προς Υμάς σεβασμού και εκτιμήσεως καταφιλώ την δεξιά Σας.
Κ. Καρδιακού
Διευθύντρια του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου Καβάλλας
Εν Καβάλλα τη 16 Οκτωβρίου 1930
(14)
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΦΙΛΙΠΠΩΝ, ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ και ΝΕΣΤΟΥ
Σεβασμιώτατε και περιπόθητέ μοι εν Χριστώ
Αδελφέ άγιε Θεσσαλονίκης Κε Γεννάδιε,
Αδελφικώς παρακαλώ την Υμετέραν περιπόθητόν μοι Σεβασμιότητα, όπως ευαρεστουμένη διατάξη να ζητηθώσι παρά των αρμοδίων και μοι αποσταλώσιν οι κανονισμοί της Χριστιανικής Αδελφότητος των Νέων (Χ.Α.Ν.), των οποίων έχομεν ανάγκην, ίνα διοργανώσωμεν την παρ’ ημίν συστάσαν τοιαύτην Αδελφότητα.
Ευχαριστών, διατελώ μετά τιμής και αδελφικής αγάπης.
Ταπεινός και πρόθυμος εν Χω αδελφός
+ Ο Φιλίππων και Νεαπόλεως Χρυσόστομος
Εν καβάλλα τη 12 Αυγούστου 1931


(15)
Εν Καβάλλα τη 2 Σεπτεμβρίου 1934
Αρ. Πρωτ. (Ι.Μ.Θ.) / 1809
Προς
Την Α.Α. Παναγιότητα τον Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης
Κον Κον Γεννάδιον
Εις Θεσσαλονίκην
Παναγιώτατε,
Λαμβάνω την τιμήν να καθυποβάλλω προς την Υμετέραν Παναγιότητα τα παρά πόδας. Κατά την κηδείαν του… οι συναγωνισταί μου κατήγγειλαν εις την Ιεράν Μητρόπολιν ότι μεταξύ του προσωπικού μου είχον και τοιούτον Ισραηλίτην.
Η καταγγελία αύτη Παναγιώτατε εγένετο σκοπίμως ίνα με φέρουν δυσκολίας, δεδομένου ότι όχι μόνον δεν προσλαμβάνω Ισραηλίτας εις την υπηρεσίαν μου αλλά και δεν συναλλάσσομαι με τοιούτους ανήκων εις την χορείαν των εθνικιστών.
Ευρίσκομαι όμως εις την ληπηράν θέσιν να καταγγείλω εγώ το κατάστημα της… ως διατηρώσα αμαξηλάτην ρωσσολέχον, και τον… φερετροποιόν διατηρούντα από δύο ετών εργολάβον Εβραίον ο οποίος συμφωνεί και ενεργεί κηδείας του… ανικάνου να πράξη τοιούτον τι, και μάλιστα να σταυροκοπήται πάντα οσάκις ευρίσκεται ενώπιον του νεκρού.
Ταύτα καταγγέλων επισήμως παρακαλώ την Υμετέραν Παναγιότητα εξετάζουσα περί της ακριβούς καταγγελίας ενεργήσει τα εικότα.
Τέκνον πειθίνιον της Υμετέρας Παναγιότητος
Ελισσαίος Τεκτονίδης
(16)
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΦΙΛΙΠΠΩΝ και ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ
Σεβασμιώτατε και περιπόθητέ μοι εν Χριστώ αδελφέ
Άγιε Θεσσαλονίκης Κύριε Κε Γεννάδιε,
Σήμερον μ’ επισκέφθη ο κ. Μαδαμαδιώτης του Εθνικού Ιδρύματος Ασφαλειών Ρώμης και μοι εκόμισε συστατικήν επιστολήν της Υμετέρας περιποθήτου μοι Σεβασμιότητος. Έχων σοβαρούς λόγους να μη θέλω να υποστηρίξω τοιαύτα ιδρύματα Ιταλικά, διότι ηδικήθην σοβαρώς παρά της Εταιρίας των Γενικών Ασφαλειών Τεργέστης, είπον αυτώ, ότι αδυνατώ να παράσχω προς αυτόν την ηθικήν μου υποστήριξιν και του εξέθηκα και τους λόγους.
Επειδή όμως ούτος έφυγε δυσαρεστηθείς και απειλήσας, ότι θα αναφέρη προς Αυτήν, ότι τάχα δεν έλαβον υπ’ όψιν την συστατικήν Της, διά τούτο αναγκάζομαι να γράψω την παρούσαν προς πρόληψιν πάσης παρεξηγήσεως.
Ταπεινός και πρόθυμος εν Χριστώ αδελφός
+ Ο Φιλίππων και Νεαπόλεως Χρυσόστομος
Εν Καβάλλα τη 5 Δεκεμβρίου 1934




* Οι αρχειακές και βιβλιογραφικές βραχυγραφίες που χρησιμοποιούνται στην παρούσα μελέτη, είναι οι κάτωθι:
-Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Μ.Φ.Ν.: Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Φάκελος Αλληλογραφίας Μητροπόλεως Φιλίππων και Νεαπόλεως.
-Θ.Η.Ε.: Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία.
[1] Οι ιστορικοί Φίλιπποι υπήρξαν το κέντρο της ιεραποστολικής δράσεως του Αποστόλου των Εθνών Παύλου στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Από τον Δ΄ μ.Χ. αιώνα και ειδικότερα από το 313 μ.Χ., οπότε υπεγράφη το Διάταγμα τον Μεδιολάνων και κατέστη ελεύθερη η λατρεία της θρησκείας του Χριστού, ήκμασε η Εκκλησία των Φιλίππων με έδρα την ομώνυμη πόλη. Η Μητρόπολη Φιλίππων έζησε περιόδους ακμής και παρακμής μέσα στο διάβα των αιώνων. Υπήρξε περίοδος κατά την οποία υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσία της είχε μέχρι και επτά επισκοπές. Από τον ΙΔ΄ μ.Χ. αιώνα άρχεται μακρά περίοδος παρακμής της Μητροπόλεως Φιλίππων και το Οικουμενικό Πατριαρχείο προκειμένου να την ενισχύσει, αποφασίζει κατά το έτος 1619 την υπαγωγή στη Μητρόπολη Φιλίππων και της όμορης Μητροπόλεως Δράμας, και λίγα έτη αργότερα την υπαγωγή και των εκκλησιαστικών επαρχιών Ζιχνών και Νευροκοπίου. Όσον αφορά την πόλη της Καβάλας, που είναι η μετονομασία της αρχαίας Νεαπόλεως και μετέπειτα Χριστουπόλεως, σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, αυτή άλλοτε υπήγετο στη Μητρόπολη Φιλίππων, άλλοτε στη Μητρόπολη Περιθεωρίου και άλλοτε στη Μητρόπολη Ξάνθης.
Πάντως, από τον ΙΔ΄ μ.Χ. αιώνα και μέχρι το 1924 δεν έχουμε ανεξάρτητη Μητρόπολη Καβάλας. Μόνον το έτος 1675 η Εκκλησία της Καβάλας απετέλεσε ανεξάρτητη Πατριαρχική Εξαρχία. Αυτό το εκκλησιαστικό καθεστώς πρέπει να διατηρήθηκε μέχρι και το έτος 1721, οπότε η Καβάλα υπήχθη και πάλι στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου και σε κάποια έγγραφα κατεγράφετο υπό τον τίτλο: «Ξάνθης και Καβάλας». Μέχρι το έτος 1924 παρέμεινε στη δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθωρίου, οπότε ιδρύεται η σημερινή Μητρόπολη υπό τον τίτλο: «Φιλίππων και Νεαπόλεως» ή «Φιλίππων, Νεαπόλεως και Νέστου». Ενίοτε, σε ορισμένα έγγραφα, η Μητρόπολη έφερε τον τίτλο: «Καβάλας και Νέστου». Η νήσος Θάσος, η οποία υπήγετο στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας, απεσπάσθη εξ αυτής και το έτος 1953 υπήχθη οριστικώς στη δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Φιλίππων διαμορφώνοντας τον τίτλο αυτής ως Μητροπόλεως «Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου».Σημειωτέον, η νήσος Θάσος, κατόπιν συνοδικής αποφάσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μεταξύ των ετών 1924-1932, απετέλεσε έδρα ανεξαρτήτου προσωποπαγούς Μητροπόλεως υπό τον Μητροπολίτη Γεώργιο Μισαηλίδη. Για την επί του θέματος αυτού βιβλιογραφία, βλ. «Εκκλησία», 10 (1932) 415-416. Τ. Γριτσόπουλου, Ξάνθης και Περιθεωρίου, Μητρόπολις, Θ.Η.Ε., 9 (1966) 646-649. Παν. Παπαευαγγέλου, Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, Μητρόπολις, Θ.Η.Ε., 11 (1967) 1104-1109. Ευ. Παπαδόπουλου, Ιστορία του Νομού Καβάλας, 1967, σσ. 481-483. Αθ. Αγγελόπουλου, Η διαμόρφωσις των ορίων της Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, Πρακτικά Α΄ Τοπικού Συμποσίου: «Η Καβάλα και η περιοχή της», Ι.Μ.Χ.Α.-189, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 169-185, όπου παρατίθεται λεπτομερώς η σχετική βιβλιογραφία. Του ιδίου, Εκκλησιαστική ιστορία των Νέων Χωρών (1912-1928), Θεσσαλονίκη 1982, σ. 124. Γ. Κουκλιάτη, Ο Μοναχισμός και τα Μοναστήρια της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, «Εκκλησία και Θεολογία-5», Καβάλα 1992, σσ. 21-39, 40-50, όπου παρατίθεται η σχετική βιβλιογραφία. Ν. Μιχαλόπουλου, Δραστηριότητες της Τοπικής Εκκλησίας της περιόδου 1924-1934, Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα», Τομ. Β΄, Καβάλα 2004, σσ. 629-631.
[2] Ο Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Χρυσόστομος Χατζησταύρου εγεννήθη στο Αϊδίνιο της Μ. Ασίας το 1880. Αφού κατά το έτος 1902 απεφοίτησε αριστούχος από την Θεολογική Σχολή της Χάλκης υπηρέτησε αρχικώς ως Αρχιδιάκονος του εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου, τότε Μητροπολίτου Δράμας και μετέπειτα Σμύρνης. Το έτος 1910 εξελέγη από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου βοηθός Επίσκοπος του Σμύρνης Χρυσοστόμου, υπό τον τίτλο της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Τράλλεων. Ακολούθως, το έτος 1913, εξελέγη Μητροπολίτης Φιλαδελφείας και το 1919 μετετέθη στη Μητρόπολη Εφέσου. Το έτος 1924 εξελέγη Μητροπολίτης Βεροίας και Ναούσης, και λίγο αργότερα Μητροπολίτης Φιλίππων και Νεαπόλεως. Στις 14 Φεβρουαρίου 1962 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Μετά την εγκαθίδρυση του δικτατορικού καθεστώτος (1967) αρνήθηκε να παραιτηθεί, όπως του υπεδείχθη, αλλά εφαρμόστηκε και για τον Αρχιεπίσκοπο το όριο ηλικίας, οπότε εγκατέλειψε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών την 10η Μαΐου 1967. Ο Αθηνών Χρυσόστομος ο Β΄ απέθανε την 9η Ιουνίου 1968. Βλ. Ευ. Παπαδόπουλου, ό.π., σσ. 18-19. Τιμητικός Τόμος επί τω Ιωβηλαίω του Σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Χρυσοστόμου, Καβάλα 1960, όπου προβάλλει ανάγλυφη η προσωπικότητα του Ιεράρχου και καταγράφεται λεπτομερώς το όλο έργο του. Κ. Μπόνη, Ο Αθηνών Χρυσόστομος Β’, «Εκκλησία», 45 (1968) 271. Ι.Χ.Κ., Χρυσόστομος ο Β’, Ο Χατζησταύρου, Θ.Η.Ε., 12 (1968) 420-422, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.
[3] Ο εκ Ραιδεστού της Ανατολικής Θράκης Μητροπολίτης Άνθιμος Αναστασιάδης απεφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης κατά το έτος 1881. Υπήρξε Αρχιδιάκονος του Μητροπολίτου Εφέσου Αγαθαγγέλου και το έτος 1886 εξελέγη τιτουλάριος Επίσκοπος Ερυθρών. Το 1890 εξελέγη Μητροπολίτης Μετρών και στη συνέχεια, κατά το έτος 1899, Μητροπολίτης Πρεσπών και Αχριδών. Το έτος 1906 μετετέθη στη Μητρόπολη Σαράντα Εκκλησιών και κατά το έτος 1910 στη Μητρόπολη Ξάνθης (1910-1922). Εκοιμήθη το έτος 1922. Βλ. Τ. Γριτσόπουλου, ό.π., σ. 649. Β. Σταυρίδη, Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 262. Του ιδίου, Επισκοπική Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 568, 620. Του ιδίου, Επισκοπικοί κατάλογοι κατά τους Κώδικας των Υπομνημάτων του Αρχειοφυλακίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Β΄ Έκδοσις, Ιερά Μητρόπολις Αλεξανδρουπόλεως, 2000, σσ. 348, 354, 368, 381, 394.
[4] Ο εκ της νήσου Μυτιλήνης Μητροπολίτης Τιμόθεος Λάμνης απεφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το έτος 1896. Από τη θέση του Πρωτοσυγκέλλου εξελέγη το 1901 τιτουλάριος Επίσκοπος Τρωάδος πλησίον του Μητροπολίτου Κυζίκου Κωνσταντίνου. Το έτος 1901 εξελέγη Μητροπολίτης Μεσημβρίας και το 1910 Μητροπολίτης Βοδενών. Στη μητρόπολη Φιλιππουπόλεως μετετέθη κατά το έτος 1912 και το επόμενο έτος (1913) στη Μητρόπολη Γάνου και Χώρας. Ο Μητροπολίτης Τιμόθεος εξελέγη το έτος 1924 στην αρτισυσταθείσα προσωποπαγή Μητρόπολη Μετσόβου, όπου εκοιμήθη το έτος 1928. Βλ. Β. Σταυρίδη, Η Ιερά…, ό.π., σ. 271. Του ιδίου, Επισκοπική…, ό.π., σ. 417. Του ιδίου, Επισκοπικοί…, ό.π., σσ. 375, 382, 392, 398, 401, 420-421.
[5] Ο Κλεάνθης Τερμεντζής, επιφανής προσωπικότητα της Καβάλας, διετέλεσε δήμαρχος από τον Αύγουστο του 1913 μέχρι και το τέλος Ιουλίου του 1916, οπότε έχουμε στην Καβάλα την έναρξη της Βουλγαρικής κατοχής. Απελύθη επισήμως των καθηκόντων του, στις 4 Ιουλίου του 1917. Ο Κλεάνθης Τερμεντζής εξελέγη Δήμαρχος Καβάλας και άλλες τρεις φορές, από την 1η Νοεμβρίου 1920 μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1922, από την 16η Μαΐου 1925 μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 1925 και από την 1η Σεπτεμβρίου 1929 μέχρι και το τέλος Μαρτίου του 1934. Βλ. Ευ. Παπαδόπουλου, ό.π., σ. 454. Ν. Ρουδομέτωφ, Η ελληνορθόδοη κοινότητα Καβάλας από έναν κώδικα των ετών 1895-1908, Καβάλα 1998, σ. 121, όπου στο ευρετήριο ονομάτων και τόπων του εκδοθέντος υπό του κ. Ν. Ρουδομέτωφ κώδικος της κοινότητος Καβάλας παρατίθενται λεπτομερώς οι σελίδες, στις οποίες απαντάται το όνομα του Κλεάνθη Τερμεντζή και καταγράφεται η πολύπλευρη δράση του στην πόλη της Καβάλας.
[6] Ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος Ρηγόπουλος εγεννήθη το έτος 1851 στην Ανδριανούπολη. Μετά την ολοκλήρωση της εγκυκλίου παιδείας στην ιδιαίτερη πατρίδα του εισήχθη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε το έτος 1873. Χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος, και εργάσθηκε ως διδάσκαλος και περιοδεύων Ιεροκήρυκας στη Μακεδονία. Επίσκοπος Λιτής εξελέγη το 1891, Μητροπολίτης Βάρνης το 1891, Πελαγωνείας το 1895, Νεοκαισαρείας το 1903, Θεσσαλονίκης το 1903 και Νικομηδείας το 1910. Κατά την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών εγκατεστάθη στη Θεσσαλονίκη, όπου εκοιμήθη σε μεγάλη ηλικία, κατά την 27η Ιουνίου του 1928. Βλ. Β. Σταυρίδη, Επισκοπική…, ό.π., σσ. 115-116, 260. Του ιδίου, Η Ιερά…, ό.π., σ. 258. Του ιδίου, Επισκοπικοί…, ό.π., σσ. 341, 355, 356, 363, 379, 393.
[7] Βλ. Ι.Α.Μ.Θ./Φ.Α.Μ.Φ.Ν., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 1).
[8] Ο Μητροπολίτης Γεννάδιος Αλεξιάδης εγεννήθη στην Μεσόπολη της Προύσας το έτος 1868. Μετά την ολοκλήρωση της εγκυκλίου παιδείας εισήχθη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε το έτος 1893. Αφού χειροτονήθηκε Διάκονος μετέβη στην Κομοτηνή, όπου διορίσθηκε διευθυντής των εκεί ελληνορθοδόξων Σχολών και Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Μαρωνείας μέχρι το 1897, οπότε εκλήθη υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος λαβών και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου. Μετά από οκταετή ευδόκιμη υπηρεσία στα Πατριαρχεία ως Υπογραμματέας και Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου εξελέγη κατά το έτος 1905 Μητροπολίτης Λήμνου και το έτος 1912 μετετέθη στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, την οποία εποίμανε μέχρι την 17η Μαρτίου 1951, οπότε εκοιμήθη πλήρης ημερών. Υπήρξε ο μακροβιότερος εν ενεργεία Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1912-1951). Βλ. Β. Σταυρίδη, Η Ιερά…, ό.π., σ. 269. Του ιδίου, Επισκοπικοί…, ό.π., σσ. 381, 398. Τιμητικός Τόμος: «Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (1912-1951), Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών – Ιερά Μονή Βλατάδων, Έκδοση Κέντρου Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1992, όπου σκιαγραφείται η προσωπικότητα του Ιεράρχου και καταγράφεται η όλη εθνική και εκκλησιαστική δράση του.
[9] Από της εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου κανονικής παραχωρήσεως του «αυτοκεφάλου» καθεστώτος διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά το έτος 1850 και μέχρι το έτος 1922, ο Επίσκοπος των Αθηνών έφερε τον τίτλο του Μητροπολίτου. Με  τον από 29 Ιουλίου 1922 νόμο 2831 της Γ΄ Εθνοσυνελεύσεως (1922) αποδόθηκε στο Μητροπολίτη Αθηνών ο τίτλος: «Μακαριώτατος Έξαρχος πάσης Ελλάδος» και προσφορότερα, με τον Καταστατικό Χάρτη του 1923 ονομάσθηκε «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος». Βλ. Χρυσοστόμου Α. Παπαδόπουλου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Η Εκκλησία της Ελλάδος απ’ αρχής μέχρι του 1934, Έκδοσις Τρίτη, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2000, σσ. 213, 220-221. Αθ. Αγγελόπουλου, Εκκλησιαστική Ιστορία. Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος (Εικοστός Αιώνας), Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 42, 53.
[10] Βλ. Α.Ι.Μ.Θ./Φ.Α.Μ.Φ.Ν., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 4).
[11] Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος ο Στ΄ εγεννήθη στην πολίχνη Σιγή της Προποντίδος το έτος 1860. Τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης επεράτωσε κατά το έτος 1885. Το έτος 1886 χειροτονήθηκε Διάκονος και ορίσθηκε Αρχιδιάκονος και έπειτα Πρωτοσύγκελλος του Μητροπολίτου Προύσης Ναθαναήλ από τον οποίο χειροτονήθηκε και Πρεσβύτερος. Το έτος 1896 εξελέγη Επίσκοπος Ροδοστόλου ως βοηθός του Αδριανουπόλεως για την περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών. Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης εξελέγη το έτος 1899, Τραπεζούντος το 1906, Κυζίκου το 1913, Προύσης το 1922 και Δέρκων το 1924. Στις 17 Δεκεμβρίου του 1924 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, αλλά η πατριαρχία του διήρκησε μόλις 43 ημέρες. Την 30η Ιανουαρίου 1925 το τουρκικό κεμαλικό καθεστώς βάσει του εφαρμοσθέντος «νόμου περί ανταλλαξίμων» συμπεριέλαβε τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο στον ανταλλάξιμο πληθυσμό και τον απέλασε στην Ελλάδα. Ο Πατριάρχης αρχικώς παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη επί έξι μήνες ελπίζοντας ότι θα επέστρεφε στο θρόνο του, αλλά στις 22 Μαΐου 1925 αναγκάζεται να παραιτηθεί και εγκαθίσταται στη Χαλκίδα και μετά παρέλευση δύο ετών έρχεται στην Αθήνα, όπου εκοιμήθη στις 28 Νοεμβρίου 1930. Βλ. Β. Σταυρίδη, Οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι. 1860 – Σήμερον. Α΄ Ιστορία, Θεσσαλονίκη 1977, σσ. 490-496, όπου παρατίθεται πλήρης η σχετική βιβλιογραφία. Παν. Χιώτου, Γρηγόριος ο Ζ΄, Κωνσταντίνος Στ΄ και Βασίλειος ο Γ’. Από τους πατριαρχεύσαντες μετά την άλωση μεταξύ των ετών 1923-1929, στο Συλλογικό Τόμο: «Οι Οικουμενικοί Πατριάρχες (1923-1991), Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα 1997, σσ. 34-35.
[12] Βλ. Ι.Α.Μ.Θ./Φ.Α.Μ.Φ.Ν., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 5).
[13] Πνευματικός Γέροντας του Μητροπολίτου Φιλίππων Χρυσοστόμου υπήρξε ο εθνοϊερομάρτυρας Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ο οποίος τον χειροτόνησε Διάκονο και του έδωσε το όνομά του. Σε όλη την περιπετειώδη ζωή και μέχρι το μαρτυρικό τέλος του Σμύρνης Χρυσοστόμου (+ 1922), ο Χρυσόστομος Χατζησταύρου υπήρξε πάντοτε ο πιστός και αφοσιωμένος κατά πνεύμα υιός του. Βλ. σχετικά, Ευ. Βασιλείου, Ο Εθνομάρτυρας-Άγιος Μητροπολίτης Δράμας-Σμύρνης Χρυσόστομος, Δράμα 2001, σσ. 39, 44-49.
[14] Το Μάρτιο του έτους 1926 ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος εκδίδει το εκκλησιαστικό περιοδικό «Απόστολος Παύλος» προς ενημέρωση και πνευματική ενίσχυση των πιστών. Όπως αναφέρει ο Ν. Μιχαλόπουλος, δυστυχώς περιεσώθησαν δύο μόνο τόμοι που είναι όμως ενδεικτικοί της αξίας και σπουδαιότητας του εν λόγω περιοδικού… οι υπόλοιποι καταστράφηκαν μαζί με το τυπογραφείο της Μητρόπολης κατά τη βουλγαρική κατοχή. Βλ. Ν. Μιχαλόπουλου, ό.π., σ. 638. Πρβλ. Τιμητικός Τόμος επί τω Ιωβηλαίω…, ό.π., σσ. 369-370.
[15] Το επίθετο «Ρακιτζής» απαντάται πολύ συχνά και στον κώδικα της ελληνορθοδόξου κοινότητος Καβάλας, τον οποίο εξέδωσε ο Ν. Ρουδομέτωφ. Δεν πρόκειται βέβαια για το πρόσωπο του συγκεκριμένου Ιερομονάχου, αλλά για τους Επαμ. και Θεόδωρο Ρακιτζή. Βλ. Ν. Ρουδομέτωφ, ό.π., σ. 121, όπου παρατίθεται το λεπτομερές ευρετήριο ονομάτων και τόπων του εκδοθέντος κώδικα.
[16] Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος εγεννήθη την 1η Ιουλίου 1865 στη Μάδυτο της Ανατολικής Θράκης. Μετά την ολοκλήρωση της εγκυκλίου παιδείας στην ιδιαίτερη πατρίδα του, εφοίτησε, αρχικώς, στην Ιερατική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως, τη Θεολογική Σχολή του Σταυρού Ιεροσολύμων, την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και στη συνέχεια στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις Θεολογικές Ακαδημίες Κιέβου και Πετρουπόλεως, οπότε έλαβε και το πτυχίο της Θεολογίας (1895). Αργότερα ανέλαβε καθήκοντα διδάσκοντος καθηγητού και διευθυντού της Θεολογικής Σχολής του Σταυρού Ιεροσολύμων και το 1910 αναγορεύθηκε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών επίτιμος διδάκτωρ. Το έτος 1914 και για εννέα έτη (1914-1923), αφού εξελέγη τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή των Αθηνών, δίδαξε Γενική Εκκλησιαστική Ιστορία. Το έτος 1923 εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος Μητροπολίτης Αθηνών και με τον Καταστατικό Χάρτη του 1923 ονομάσθηκε «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος». Η αρχιεπισκοπική ποιμαντορία του Χρυσοστόμου διήρκησε δεκαέξι έτη (1923-1938). Εκοιμήθη στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου του 1938. Βλ. Χρυσοστόμου Α. Παπαδόπουλου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ό.π., σ. 216 κ.εξ. Αθ. Αγγελόπουλου, Εκκλησιαστική Ιστορία… Ιστορία των δομών…, ό.π., σ. 45 κ.εξ. Γρ. Παπαμιχαήλ, Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Θεολογία», 16 (1936) 377. Ιω. Κωνσταντινίδη, Χρυσόστομος Α΄ ο Παπαδόπουλος, Θ.Η.Ε., 12 (1968) 417-420, όπου παρατίθεται λεπτομερώς η σχετική βιβλιογραφία.
[17] Βλ. Ι.Α.Μ.Θ./Φ.Α.Μ.Φ.Ν., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 10).
[18] Η εν λόγω Εκκλησία του Αγίου Νικολάου ως κτίσμα δεν είναι άλλο από το ιστορικό τέμενος της κεντρικής αγοράς της Καβάλας, το οποίο με τις άοκνες προσπάθειες του Μητροπολίτου Φιλίππων Χρυσόστομου Χατζησταύρου μετετράπη σε Εκκλησία. Το όλο ιστορικό καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Γ. Κουκλιάτης, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το τζαμί αυτό το 1917, κατά την κατοχή της Καβάλας από τους Βουλγάρους, λειτούργησε ως χριστιανικός ναός και αφιερώθηκε στον Άγιο Λάζαρο. Με την απομάκρυνση των Βουλγάρων παρέμεινε και πάλι για λίγο (1922) ως τζαμί. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, όπως μας είπε ο π. Άνθιμος Αραμπατζόγλου, το τζαμί μετατρέπεται για λίγο σε λέσχη και την χρησιμοποιούν οι πρόσκοποι. Ως τμήμα της ανταλλάξιμης περιουσίας περιέρχεται στη συνέχεια στην δικαιοδοσία της Εθνικής Τραπέζης και γίνεται αποθήκη άλατος. Το 1924 με τη  δημιουργία της Μητροπόλεως Φιλίππων και Νεαπόλεως αρχίζει έντονος αγώνας μεταξύ του Μητροπολίτου Χρυσοστόμου και του τοπικού Διευθυντή της Εθνικής Τραπέζης για την κυριότητα του τζαμιού. Προς στιγμήν κερδίζει την υπόθεση η Μητρόπολη και γίνεται μία πρώτη μικροεπισκευή του τεμένους (1926) προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χριστιανικός ναός, αλλά και πάλι δικαστικοί αγώνες δικαιώνουν τα συμφέροντα «των κερδοσκόπων χειρών», όπως τις χαρακτηρίζει ο κυρός Χρυσόστομος. Και τότε επεμβαίνει η θεία Δίκη. Μια ξαφνική και αναίτια παράλυση των άκρων του Διευθυντή του τοπικού υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης, ο οποίος σημειωτέον είχε δείξει μέχρι τώρα υπερβάλλοντα ζήλο για την όλη υπόθεση, θεωρείται από τον ίδιο ως επέμβαση της Θείας Δικαιοσύνης και πείθεται να αναστείλει τον πόλεμο έναντι της Εκκλησίας.Τότε ακριβώς (γύρω στα 1929-30) οι χριστιανοί της περιοχής του κέντρου της πόλεως, και κυρίως οι πρόσφυγες που έμεναν γύρω από το διαφιλονικούμενο πρώην τζαμί κατέλαβαν αυτό «πραξικοπηματικά» με τον ιερέα π. Νικόλαο Σιδηρόπουλο. Για να μη δοθεί δε η ευκαιρία στις αστυνομικές αρχές να το «ανακαταλάβουν», ο παπαΝικόλας δεν έφευγε από το ναό αλλά λειτουργούσε σ’ αυτόν κάθε πρωΐ, ενώ τα απογεύματα και τα βράδια τα κάλυπτε με άλλες ακολουθίες και αγρυπνίες. Σημαντική επισκευή, του χριστιανικού πλέον ναού, έγινε το 1939 αλλά δεν πρόλαβε αυτός να εγκαινιασθεί. Ακολούθησε ο πόλεμος του 1940 και η βουλγαρική κατοχή. Ο Άγιος Νικόλαος ήταν η μόνη εκκλησία στην οποία η θεία λειτουργία γινόταν στην ελληνική γλώσσα σ’ αντίθεση με τις άλλες που χρησιμοποιούσαν τη βουλγαρική, «και τούτο διότι έβλεπαν οι Βούλγαροι ότι ηδύναντο να αποκομίσωσι σημαντικά χρηματικά ωφελήματα, επειδή σχεδόν όλος ο ελληνικός πληθυσμός της Καβάλας εσύχναζε τότε εις αυτήν…». Μετά την απελευθέρωση κτίσθηκε το καμπαναριό και έγιναν τα εγκαίνια του ναού επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου, αφού ήδη είχε κτισθεί προς τιμήν του Αγίου Παύλου, ο μεγαλοπρεπής ναός στην οδό Ομονοίας… Τέλος, ριζική ανακαίνιση του ναού, με την μορφή που έχει σήμερα, έγινε το 1971. Βλ. Γ. Κουκλιάτη, ό.π., σσ. 23-24, υποσ. 5. Πρβλ και τα όσα καταγράφει ο Ν. Μιχαλόπουλος επί τη βάσει των φύλλων της εφημερίδος «Κήρυξ», ο οποίος αναφέρει ότι η κατάληψη του τεμένους από τους χριστιανούς συνέβη το έτος 1928, ενώ δεν παραλείπει να αναφέρει την πολύ σημαντική αρωγή του τότε Δημάρχου Καβάλας Κλεάνθη Τερμεντζή στην αίσια έκβαση των αγώνων του Μητροπολίτου Χρυσοστόμου. Βλ. Ν. Μιχαλόπουλου, ό.π., σσ. 635-636. Ευ. Παπαδόπουλου, ό.π., σ. 490.
[19] Βλ. Ι.Α.Μ.Θ./Φ.Α.Μ.Φ.Ν., (Παράρτημα, Αρ. Εγγρ. 13).




* Στα δημοσιευόμενα έγγραφα δεν υπήρξε καμμία μεταβολή στη σύνταξη, ορθογραφία και στίξη τους.


Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ιστορικά σύμμεικτα περί την Καβάλα. Πρόσωπα και Γεγονότα (1904-1934). Ιστορικές μαρτυρίες από τα ανέκδοτα έγγραφα αλληλογραφίας του αρχείου της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, «Θασιακά», 17 (2015-2016) 304-323. Αναδημοσιεύεται και στην παρακάτω ηλεκτρονική  διεύθυνση: (βλ.www.ilak.org/docs/proceedings_c/volume_2/08.pdf) στον Τόμο των Πρακτικών του Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, Έκδοση Ιστορικού και Λογοτεχνικού Αρχείου Καβάλας, σσ. 725-750.


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ












ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΜΗΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ
ΣΤΗ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ (1899-1912)
(Πέντε ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Αρχειοφυλακίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου)
Ι. Προλεγόμενα
Όταν το έτος 1646, επί της πατριαρχίας Ιωαννικίου του Β΄, κατηργήθη το πατριαρχικό εξαρχικό εκκλησιαστικό καθεστώς της Θάσου και της Σαμοθράκης, τα δύο αυτά «πατριαρχικά νησία», κατά το ίδιο έτος και επί της πατριαρχίας του ιδίου Οικουμενικού Πατριάρχου, υπήχθησαν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της ανασυσταθείσας Μητροπόλεως Μαρωνείας προς ενίσχυση αυτής[1]. Η Σαμοθράκη παρέμεινε υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας μέχρι και το έτος 1926, οπότε απεσπάσθη εξ αυτής και υπήχθη οριστικώς στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της νεοσυσταθείσας τότε Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως[2].
Από το έτος 1646, όπως ήταν φυσικό, για την επίλυση όλων των τοπικών εκκλησιαστικών, πολιτικών-διοικητικών, κοινοτικών, εκπαιδευτικών, οικονομικών και εν γένει κοινωνικών ζητημάτων, που κατά καιρούς ανεφύονταν και απασχολούσαν τους χριστιανούς κατοίκους της Σαμοθράκης, μεριμνούσε ο εκάστοτε Μητροπολίτης Μαρωνείας. Σε συνεργασία με τους εφοροδημογέροντες και τους προκρίτους της Σαμοθράκης, οι κατά καιρούς Μητροπολίτες Μαρωνείας, ως οι μόνοι αρμόδιοι προς τούτο, υπέβαλλαν συχνά, κατά την πάγια εκκλησιαστική πρακτική, εξ ονόματος του ποιμνίου τους, τα ποικίλα αιτήματά τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο διά της καθιερωμένης υπηρεσιακής οδού προωθούσε την ικανοποίησή τους ενώπιον της Υψηλής Πύλης και του αρμοδίου κάθε φορά υπουργείου. Οι δε συνηθέστερες περιπτώσεις υποβολής τέτοιων εγγράφων αιτημάτων αφορούσαν την ανέγερση εκκλησιών, την ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τη μείωση της κρατικής φορολογίας και την άμεση αντιμετώπιση από την Υψηλή Πύλη των διαμαρτυριών των οθωμανών χριστιανών υπηκόων, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις ευρίσκοντο αντιμέτωποι με την τυραννική και αυθαίρετη άσκηση της κρατικής εξουσία από τους κατά καιρούς διορισμένους τοπικούς οθωμανούς άρχοντες.
Η Υψηλή Πύλη και το αρμόδιο υπουργείο επιλαμβάνονταν του ανακύψαντος κάθε φορά ζητήματος ή του υποβληθέντος αιτήματος και απαντούσαν εγγράφως, κατόπιν της εκδόσεως και αποστολής και του σχετικού αυτοκρατορικού φιρμανίου, του υπουργικού ιστιλαμίου ή του τεσκερέ, όταν βέβαια η απόφαση στο συγκεκριμένο αίτημα ήταν θετική, προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο με τη σειρά του διεβίβαζε στο Μητροπολίτη Μαρωνείας την επίσημη απάντηση του αρμοδίου υπουργείου καθώς και το εκδοθέν σύνηθες υπουργικό ιστιλάμιο ή τον υπουργικό τεσκερέ.
Τα πέντε ανέκδοτα έγγραφα, που προέρχονται από τους κώδικες της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Αρχειοφυλακίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και πρωτοδημοσιεύονται στην παρούσα εισήγηση, είναι οι έγγραφες απαντήσεις του Πατριαρχείου, κατά μεν το πρώτο έγγραφο, προς το Μητροπολίτη Μαρωνείας Ιωακείμ Βαλασιάδη[3] (1894-1900), κατά δε τα υπόλοιπα τέσσερα, προς το Μητροπολίτη Μαρωνείας Νικόλαο Σακκόπουλο[4] (1902-1914). Οι δε ιστορικές μαρτυρίες που σώζονται στα συγκεκριμένα έγγραφα, αναφέρονται σε γεγονότα των τελευταίων ετών της οθωμανοκρατίας στη Σαμοθράκη και καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το έτος 1899 μέχρι και το 1912.
Το πρώτο έγγραφο, με ημερομηνία 5 Μαρτίου 1899, είναι η απάντηση του Πατριαρχείου προς το Μητροπολίτη Μαρωνείας Ιωακείμ Βαλασιάδη, ο οποίος με προγενέστερη έγγραφη αναφορά του προς την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου διατραγωδούσε τα δεινά που υφίσταντο από επταετίας οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Σαμοθράκης εξαιτίας των παράνομων και αυθαίρετων ενεργειών του μουδίρου[5] Μουσταφά Σαμή εφένδη. Το Πατριαρχείο στην έγγραφη απάντησή του πληροφορεί το Μητροπολίτη Ιωακείμ ότι η οθωμανική κυβέρνηση αφού έλαβε σοβαρά υπ’ όψιν τις κατά του συγκεκριμένου μουδίρου έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων της νήσου, απεφάσισε την άμεση αντικατάστασή του.
Το δεύτερο έγγραφο του Πατριαρχείου, με ημερομηνία 7 Μαρτίου 1907, απευθύνεται στο Μητροπολίτη Μαρωνείας Νικόλαο Σακκόπουλο, τον οποίο πληροφορεί ότι σε ικανοποίηση του προτέρου υποβληθέντος αιτήματός του για την έκδοση από την Υψηλή Πύλη του σχετικού αυτοκρατορικού φιρμανίου προκειμένου να ανεγερθεί Παρθεναγωγείο στη Σαμοθράκη, εξεδόθη το σύνηθες υπουργικό ιστιλάμιο, το οποίο διαβιβάζεται για τα περαιτέρω[6].
Το τρίτο πατριαρχικό έγγραφο, με ημερομηνία 30 Απριλίου 1907, απευθυνόμενο προς τον Μαρωνείας Νικόλαο, αναφέρεται στην έκδοση του υπουργικού ιστιλαμίου για την ανέγερση σχολής στο χωριό Λάκκωμα της Σαμοθράκης, ύστερα και από την υποβληθείσα σχετική αίτηση του Μητροπολίτου στο Πατριαρχείο.
Στο τέταρτο έγγραφο του Πατριαρχείου, με ημερομηνία 17 Σεπτεμβρίου 1908, το οποίο εστάλη προς τον Μαρωνείας Νικόλαο, μαρτυρείται η έκδοση του συνήθους αυτοκρατορικού φιρμανίου για την ανέγερση αρρεναγωγείου στο χωριό Λάκκωμα[7] της Σαμοθράκης, αφού είχε προηγηθεί και η υποβολή της σχετικής αιτήσεως του Μητροπολίτου στο Πατριαρχείο.
Τέλος, στο απαντητικό, πέμπτο κατά σειρά πατριαρχικό έγγραφο, με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1912, προς τον Μαρωνείας Νικόλαο, μαρτυρείται ότι ήδη από το Δεκέμβριο του 1911 ο Μητροπολίτης είχε υποβάλει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, συνημμένη με τη δική του επιστολή, και την έγγραφη αναφορά των εφοροεπιτρόπων και προκρίτων της Σαμοθράκης, με την οποία ζητούσαν την άμεση παρέμβαση του Πατριαρχείου ενώπιον της οθωμανικής κυβερνήσεως προκειμένου να επιτευχθεί η αποδοχή των προταθέντων επανειλημμένως από τους ιδίους μέτρων για τη βελτίωση της επικρατούσας καταστάσεως στη νήσο. Σε απάντηση της εγγράφου αναφοράς των εφοροεπιτρόπων και προκρίτων της νήσου, το Πατριαρχείο διά του συγκεκριμένου εγγράφου διαβιβάζει, κατόπιν συνοδικής διαγνώμης, αντίγραφο σημειώματος του Καπουκεχαγιά των Πατριαρχείων, με το οποίο πληροφορεί το Μητροπολίτη Νικόλαο για τις γενόμενες ενώπιον της Υψηλής Πύλης ενέργειες και τα αποτελέσματά τους, προκειμένου να βελτιωθεί η τότε επικρατούσα οδυνηρά κατάσταση στους οικισμούς της Σαμοθράκης.
ΙΙ. Παράρτημα Ανέκδοτων Εγγράφων*
(1)
«Τω Μαρωνείας Ιωακείμ»
Συνεπεία υποβληθείσης ημίν εκ Σαμοθράκης αναφοράς εκτραγωδούσης τα δεινά, άπερ υφίστανται από επταετίας οι αυτόθι ορθόδοξοι παρά του παρανόμως πολιτευομένου Μουδίρου Μουσταφά Σαμή εφένδη, ενηργήθησαν ένθα έδει τα προσήκοντα. Μετ΄ευχαριστήσεως δε πληροφορούμεν νυν την αυτής Ιερότητα ότι η σεβαστή κυβέρνησις λαβούσα υπ΄όψιν τα διατυπωθέντα κατά του ειρημένου μουδίρου σοβαρά παράπονα των κατοίκων απεφάσισε την αντικατάστασιν αυτού. Συμφώνως δε προς την απόφασιν ταύτην ενεργούνται νυν αρμοδίως τα δέοντα. Τούτο εις γνώσιν της αυτής Ιερότητος φέροντες διά τα περαιτέρω, αιτούμεθα... αωϟ θ΄Μαρτίου ε΄».
(Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/71, αρ. πρωτ. 1309, έτος 1899, σ. 80)**.
(2)
«Τω Μαρωνείας Νικολάω»
Συνεπεία του από η΄παρελθόντος μηνός Φεβρουαρίου γράμματος της αυτής Ιερότητος εξαιτουμένης την έκδοσιν υψηλού αυτοκρατορικού φιρμανίου διά την ανέγερσιν Παρθεναγωγείου εν Σαμοθράκη, ενεργηθέντων των δεόντων εξεδόθη άρτι το σύνηθες υπουργικόν ιστιλάμιον, όπερ περίκλειστον διαβιβάζομεν τη αυτής Ιερότητι, διά τα περαιτέρω…αϠ  ζ΄Μαρτίου ζ΄».
(Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/80, αρ.πρωτ. 1034, έτος 1907, σ. 73-74).
(3)
«Τω Μαρωνείας Νικολάω»
Επί τη βάσει της από κα΄ παρελθόντος Μαρτίου αδελφικής αιτήσεως της αυτής Ιερότητος, ενεργηθέντων των δεόντων περί εκδόσεως αδείας διά την ανεγερθησομένην σχολήν εν Λακκώματι της Σαμοθράκης της επαρχίας αυτής, εξεδόθη το σύνηθες υπουργικόν ιστιλάμιον, όπερ και εγκλείεται ώδε, διά τα περαιτέρω…αϠ ζ΄Απριλίου λ΄».
(Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/80, αρ. πρωτ. 2046, έτος 1907, σ. 153).


(4)
«Τω Μαρωνείας Νικολάω»
Εκδοθέν και παραληφθέν άρτι το επί τη βάσει σχετικής αιτήσεως της αυτής Ιερότητος ζητηθέν αυτοκρατορικόν φιρμάνιον περί ανεγέρσεως αρρεναγωγείου εν τη κώμη της Σαμοθράκης Λακκώματι, εγκλείεται εν τη παρούση διά τα περαιτέρω…
αϠ η΄Σεπτεμβρίου ιζ΄».
(Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/82, αρ. πρωτ. 7061, έτος 1908, σ. 404).
(5)
«Τω Μαρωνείας Νικολάω»
Απαντητικώς προς το από η΄ Δεκεμβρίου παρελθόντος έτους χρονολογούμενον γράμμα της αυτής Ιερότητος, δι’ ου υπέβαλε τη Εκκλησία αναφοράν των εφοροεπιτρόπων και προκρίτων Σαμοθράκης εξαιτουμένων ίνα δι’ ενεργείας ημών παρά τη κυβερνήσει επιτευχθή η αποδοχή των προς βελτίωσιν της καταστάσεως του τόπου υποδειχθέντων επανειλημμένως υπ’ αυτών ταις κυβερνητικαίς αρχαίς μέτρων, διαβιβάζομεν εγκλείστως ώδε, συνοδική διαγνώμη, αντίγραφον σημειώματος του Καπουκεχαγιά των Πατριαρχείων, δηλωτικού των γενομένων επί τούτω ενεργειών και του αποτελέσματος αυτών, διά τα περαιτέρω…αϠ ιβ΄ Ιουλίου ιστ΄».
(Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α., Α΄/86, αρ. πρωτ. 6528, έτος 1912, σ. 337).



[1] Μ. Παΐζη –Αποστολοπούλου, Ο θεσμός της πατριαρχικής εξαρχίας 14ος -19ος αιώνας, Αθήνα 1995, σ. 165, 195-196, 222. Ιω. Ελ. Σιδηρά, «Η φιλεκπαιδευτική και φιλοπρόοδος προσφορά και δράση των Μητροπολιτών Μαρωνείας από το 1860 μέχρι και σήμερα. Συμβολή στην εκκλησιαστική και επισκοπική ιστορία της Μητροπόλεως Μαρωνείας», Γ.Κ. Παπάζογλου (επιμ.), «Θράκιος», Αφιερωματικός Τόμος στον Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Δαμασκηνού (τριάντα χρόνια θεοφιλούς αρχιερατείας), Κομοτηνή 2006, σ. 281-282, υποσ. 118, 119, όπου παρατίθεται πλήρης η σχετική βιβλιογραφία. Του ιδίου, «Η πολιτισμική και πνευματική προσφορά της τοπικής εκκλησίας στην Κομοτηνή και το Νομό Ροδόπης από το 1860 μέχρι σήμερα», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου: Η Κομοτηνή και ο ευρύτερος χώρος. Παρελθόν –Παρόν-Μέλλον, Κομοτηνή 2006, σ. 108-110, υποσ. 118, 119.
[2] Γ.Π. Μανωλάκη (Πρωτοπρεσβυτέρου), Η Σαμοθράκη, Θρακικά, 40 (1966), 191, 197. Ιω. Μαλτέζου, «Μεταβυζαντινή Σαμοθράκη», Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Θρακικών Σπουδών: Μεταβυζαντινή Θράκη (ΙΕ΄-ΙΘ΄αι.), Κομοτηνή 2005, σ. 490.
[3] Για το Μητροπολίτη Ιωακείμ Βαλασιάδη, βλ. Εκκλησία, 11 (1933), 252. Γ.Ι. Κούρτη,  Η Ιερά Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης και οι αρχιερείς της (1881-2000 μ.Χ.), Πρέβεζα 2000, σ. 47-53.
[4] Σχετικά με το βίο, την εκκλησιαστική και εθνική δράση του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου, βλ. Ιω. Ελ. Σιδηρά, Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας, Θάσου και Σαμοθράκης Νικόλαος Σακκόπουλος και η εποχή του (1862-1927). Ένας λησμονημένος αγωνιστής ιεράρχης του τόπου μας, Ενδοχώρα, 85 (2003), 53-62.
[5] Ο μουδίρης ως διορισμένος κρατικός υπάλληλος ήταν ο πολιτικός διευθυντής της τοπικής οθωμαντικής διοικήσεως στη Σαμοθράκη, η οποία αποτελούσε γεωγραφικό τμήμα του Νομού των Νήσων του Αρχιπελάγους. Μέχρι το έτος 1862 ανήκε στη δικαιοδοσία του καδδή της Μάκρης και έπειτα υπήχθη στη δικαιοδοσία του καδδή Τενέδου και Δαρδανελλίων, τον οποίο αντιπροσώπευε στη διοίκηση της νήσου ένας υπάλληλός του, ο καϊμακάμης. Κατά τα επόμενα έτη η πολιτική διοίκηση ανετέθη στο μουδίρη που είχε την κατοικία του στο γενοβέζικο κάστρο της νήσου. Ο μουδίρης δεν ανεμιγνύετο στα νησιωτικά πράγματα παρά μόνο εάν τύγχανε να συμβεί κάποια μεγάλη φιλονικεία μεταξύ των κατοίκων. Το δε κυριότερο μέλημα του μουδίρη ήταν η είσπραξη των ετήσιων κρατικών φόρων, βλ. Μ. Μελιρρύτου, Περιγραφή ιστορική και γεωγραφική υπ’ εκκλησιαστικήν έποψιν της θεοσώστου επαρχίας Μαρωνείας, Εν Κωνσταντινουπόλει 1871, σ. 58-59, υποσ. (α). Ι. Δραγούμη, Σαμοθράκη, Αθήνα 1991, σ. 48. Σ.Ν. Παπαγεωργίου, Σαμοθράκη. Ιστορία του νησιού από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ως το 1914,Αθήνα 1982, σ. 130, 153, 176-177.
[6] Ο Μ. Μελίρρυτος στο ιστορικό πόνημά του, που εξεδόθη το έτος 1871, αναφέρει ότι τότε στη Σαμοθράκη λειτουργούσε μόνο ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο, βλ. Μ. Μελιρρύτου, ό.π., σ. 58. Η δε Σ. Παπαγεωργίου σχετικά με την εκπαιδευτική κατάσταση στη νήσο γράφει ότι «… ποτέ δεν εγκαταστάθηκαν εκεί παραπάνω από τρεις ως τέσσερις τουρκικές οικογένειες και οι κάτοικοι ποτέ δεν έμαθαν τουρκικά, αντίθετα έμαθαν οι Τούρκοι ελληνικά, και μάλιστα έστελναν τα παιδιά τους στο ελληνικό σχολείο. Στη Σαμοθράκη πάντα λειτουργούσε ένα σχολείο, όπου φοιτούσαν γύρω στους εκατό με εκατονπενήντα μαθητές. Το 1912, και πριν γίνει ακόμη ελληνική, σε ένα στατιστικό πίνακα που καταρτίσθηκε από τον J.Stephanopoli, η Σαμοθράκη παρουσιάζεται να έχει τέσσερα σχολεία, τρεις διδασκάλους, τέσσερις δασκάλες, διακόσιους πενήντα επτά μαθητές και διακόσιες τριάντα πέντε μαθήτριες», βλ. Σ.Ν. Παπαγεωργίου, ό.π., σ. 179.
[7] Ο Ίων Δραγούμης μας πληροφορεί ότι στο μικρό χωριό Λάκκωμα δεν λειτουργούσε οργανωμένο σχολείο, αλλά ο γραμματοδιδάσκαλος που υπήρχε στο χωριό, συγκέντρωνε πότε πότε τα παιδιά και τους δίδασκε γραφή και ανάγνωση, βλ. Ι. Δραγούμη, ό.π., σ. 69. Σύμφωνα μάλιστα με τη μαρτυρία του τρίτου και τετάρτου πατριαρχικού εγγράφου, που δημοσιεύονται στην παρούσα εισήγηση, η όλη προσπάθεια για την ανέγερση αρρεναγωγείου στο χωριό Λάκκωμα, αφού προηγουμένως είχε εκδοθεί το σχετικό αυτοκρατορικό φιρμάνιο, ξεκίνησε κατά το έτος 1908.




* Στα δημοσιευόμενα έγγραφα δεν υπήρξε καμμία μεταβολή στη σύνταξη, ορθογραφία και στίξη τους.
** Α.Ο.Π. – Κ.Π.Α.: Αρχειοφυλάκιο Οικουμενικού Πατριαρχείου – Κώδικες Πατριαρχικής Αλληλογραφίας


Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ιστορικές σελίδες της Μητροπόλεως Μαρωνείας στη Σαμοθράκη (1899-1912). Πέντε ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Αρχειοφυλακίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Τόμος Πρακτικών Επιστημονικού Συνεδρίου «Σαμοθράκη. Ιστορία – Αρχαιολογία – Πολιτισμός», Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 165-169.



ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ