Σελίδες

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΩΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΟΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ: Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΓΚΑΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ

Γράφει ο θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Ο ΙερΟς ΧρυσΟστομος ως καινοτΟμος παιδαγωγΟς
Η ελευθερΙα Εναντι του καταναγκασμοΥ στην αγωγΗ των παΙδων
· Οι ρηξικέλευθες, ανατρεπτικές και προοδευτικές παιδαγωγικές αντιλήψεις του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου από αιώνων προϋπήρξαν οι θεμελιώδεις βάσεις της συγχρόνου παιδαγωγικής επιστήμης.
·    Η εόρτιος ημέρα των Μεγάλων Ιεραρχών και Οικουμενικών Διδασκάλων αποκτά ουσιαστικό νόημα και περιεχόμενο, όταν οι της παιδείας λειτουργοί μετέχουν της παιδαγωγικής σοφίας και διδασκαλίας εκείνων των αληθών και αιωνίων διδασκάλων.
Ως επαναλαμβανόμενη και τετριμμένη συνήθεια κατά την εόρτια ημέρα των τριών μεγίστων Ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων, οι οποίοι είναι οι προστάτες και θεοφώτιστοι πνευματικοί έφοροι της ελληνικής παιδείας, οι υπηρεσιακώς ορισμένοι ομιλητές αναλώνονται σε «πανηγυρικούς» σκιαγραφήσεως της προσωπικότητος και του θεαρέστου έργου αυτών, ενώ υπάρχει μία ανεξάντλητη πηγή σοφίας και γνώσεως που σχετίζονται με την των παίδων αγωγή και έχουν διατυπωθεί με αριστοτεχνικό και θεόπνευστο τρόπο από τους «μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος» και ανυπέρβλητους αυτούς διδασκάλους, οι οποίοι στο διάβα των αιώνων παραμένουν αγήραστα πρόσωπα παιδαγωγών και οι παιδαγωγικές αντιλήψεις τους αποτελούν από αιώνων τις θεμελιώδεις βάσεις της συγχρόνου παιδαγωγικής επιστήμης της οποίας οι σύγχρονοι θεράποντες εκουσίως ή ακουσίως, εν αγνοία ή εσκεμμένα, για λόγους πολιτικής ή φιλοσοφικής  κοσμοθεωρίας θάπτουν στη λήθη του πανδαμάτορος χρόνου. Οι δε περί παίδων αγωγής αντιλήψεις των οικουμενικών διδασκάλων είναι τόσο ρηξικέλευθες, προοδευτικές και ανατρεπτικές ώστε μπορούν να αποτελέσουν και στη σύγχρονη εποχή τη βάση για ένα υγιές, δημιουργικό και καινοτόμο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο θα συγκροτεί ολοκληρωμένες προσωπικότητες σκεπτόμενων και ελευθέρων ανθρώπων και δεν θα εξαντλείται στην ανούσια προσφορά ξηρών γνώσεων μέσα σε μία τυπολατρική και τεχνοκρατική διαδικασία που μηχανοποιεί τη σκέψη των παίδων και αδιαφορεί για τον ψυχικό τους κόσμο.


Ο Ιερός Χρυσόστομος ως μέγας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής και προσωπικότητας αλλά και ως καινοτόμος παιδαγωγός γνωρίζει κάλλιστα ότι η αγωγή (διαπαιδαγώγηση) των παίδων είναι «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών» και ότι το ευθυνοφόρο αυτό διακόνημα ή λειτούργημα δεν πίπτει επί των ώμων μόνον των γονέων αλλά και των ευσυνειδήτων διδασκάλων, όταν βέβαια οι ίδιοι συναισθάνονται και αντιλαμβάνονται τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζουν ή μπορούν να διαδραματίσουν στην υγιή διάπλαση της εν γένει προσωπικότητας των παίδων.
Ως θεολόγος-παιδαγωγός ο Ιερός Χρυσόστομος χαρακτηρίζει το σεβασμό στην ελευθερία των παίδων και την απόρριψη του καταναγκασμού ως θεμελιώδη βάση και παιδαγωγική αρχή για την υγιή και ορθή αγωγή των παίδων προκειμένου να φέρει σε βάθος χρόνου αποτελέσματα πολύκαρπα και καλλίκαρπα. Ο θεοκίνητος Πατήρ θέτοντας εν αρχή τη θεολογική διδασκαλία της Εκκλησίας ότι ο άνθρωπος επλάσθη από τον άκτιστο δημιουργό Θεό εν ελευθερία για να είναι όντως ελεύθερος στην προαίρεσή του, χωρίς ποτέ ακόμη και ο ίδιος ο πλάστης του να τον καταναγκάζει εξουσιαστικά ή να αναιρεί την ελευθερία της βουλήσεώς του, υπογραμμίζει ότι ο ίδιος ο άνθρωπος φέρει την ευθύνη των εν ελευθέρα προαιρέσει επιλογών του προς την αρετή ή την κακία. Η καλή και αγαθή ή η κακή χρήση της ελευθερίας είναι αποτέλεσμα και πάλι της ελευθέρας προαιρέσεως του ανθρώπου και γι’ αυτό αναφέρει ότι «αυτεξουσίους ημάς ειργάσατο και εφ’ ημίν είναι κατέλιπε και τη γνώμη τη ημετέρα και το την αρετήν ελέσθαι και το προς την κακίαν αυτομολήσαι».
Όταν ο Ιερός Χρυσόστομος επισημαίνει ότι «εκ προαιρέσεως και φαύλοι γινόμεθα και σπουδαίοι», γνωρίζει πολύ καλά ότι το καλό ή το κακό είναι ζήτημα ελευθέρας προσωπικής επιλογής, όπως τούτο πιστοποιείται εκ του γεγονότος ότι υπάρχουν δίκαιοι πατέρες που έχουν αμαρτωλά παιδιά και αγαθά παιδιά που έχουν πονηρούς γονείς.
Η βασική και θεμελιώδης παιδαγωγική και ποιμαντική αρχή του θεόφρονος Πατρός είναι ο σεβασμός της ελευθερίας και της προσωπικότητος του κάθε ανθρώπου, ο οποίος εν τέλει αναλαμβάνει και την ευθύνη των  επιλογών του. Τούτο πολύ περισσότερο ισχύει για τα παιδιά προς τα οποία τόσο οι γονείς όσο και οι διδάσκαλοι έχουν ιερό καθήκον να εκφράζουν το σεβασμό και την αγάπη τους σεβόμενοι την κατ’ άνθρωπον αξία και ελευθερία τους, όπως ο Θεός σέβεται την ελευθερία εκάστου ανθρώπου.
Αν και ο ίδιος ο Ιερός Πατήρ έχει ιστορικά συνδέσει το όνομά του με την αυστηρότητα πρωτίστως προς τον εαυτό του και έπειτα προς τους άλλους σχετικά με ζητήματα πίστεως και αληθούς χριστιανικού ήθους, σύμφωνα με τις αψευδείς ευαγγελικές αρχές και επιταγές του Κυρίου, εντούτοις δεν φοβάται ούτε έχει ενδοιασμούς να διακηρύξει την αξία και προτίμηση της ελευθερίας και όχι του καταναγκασμού και της καταπιέσεως στη διαδικασία της αγωγής (διαπαιδαγωγήσεως) των παίδων. Προς τούτο μάλιστα αναφέρει ότι η ελευθέρα εκλογή αναδεικνύει αγίους, οι οποίοι με τη θεία αγάπη, και τον φλογερό έρωτα προς το Θεό επέλεξαν τον ένθεο βίο της αρετής. Τούτο υπήρξε το αποτέλεσμα της ελευθέρας και αβιάστου προαιρέσεώς τους εξ άκρας αγάπης προς τον Θεό χωρίς διαταγές, προσταγές, καταναγκασμούς και νόμους. Οι αγαπώντες τον Θεό ως αληθείς και γνήσιοι «φίλοι του Θεού» αυτοπροαιρέτως επέλεξαν την οδό της αρετής και όχι της κακίας και της βδελυράς αμαρτίας. Ως  «ευγενικά και ελεύθερα παιδιά, αφού απέκτησαν επίγνωση της προσωπικής τους αξίας, προσχώρησαν ελεύθερα στο στρατόπεδο της αρετής, χωρίς κανένα εκφοβισμό, καμία τιμωρία».
Για τον Ιερό Χρυσόστομο τόσο οι γονείς όσο και οι διδάσκαλοι εάν όντως επιθυμούν να είναι αληθείς παιδαγωγοί, θα πρέπει να συμβουλεύουν με αγάπη και υπομονή τα παιδιά γενόμενοι οι ίδιοι με το παράδειγμά τους το γνήσιο πρότυπο σεβασμού της ελευθερίας και της προσωπικότητός τους χωρίς να τα παροργίζουν, να τα μειώνουν εξευτελιστικά και να τα απαξιώνουν. Αναφέρει δε χαρακτηριστικά τα εξής: «Δεν πρέπει να κακολογούμε, ούτε να επεμβαίνουμε απότομα, αλλά να νουθετούμε… ούτε να κάνουμε επίθεση με παραφορά, αλλά να διορθώνουμε με φιλοστοργία».
Ως ποιμένας «λογικών προβάτων» και μέγας ανατόμος και παιδαγωγός ανθρωπίνων ψυχών ο θεοφώτιστος Ιεράρχης γνωρίζει ότι ο αυταρχισμός, η καταπίεση και ο εξουσιαστικός καταναγκασμός στην προσπάθεια αγωγής των παίδων είναι αντιπαιδαγωγικός τρόπος και αποτυχημένη μέθοδος που επιφέρει τα άκρως αντίθετα αποτελέσματα επισημαίνοντας με έμφαση: «αφού τον περιβάλεις με θερμά λόγια …και καταπραΰνεις τη φλεγμονή… τότε, άνοιξε την πληγή, αλλά με τέτοιο τρόπο, ώστε ούτε να τον καταπιέζεις, διότι θα αντιδράσει και θα φύγει, ούτε να τον αποκοιμίζεις, διότι τότε θα δείξει αδιαφορία και περιφρόνηση». Ανάμεσα στα δύο άκρα, δηλαδή την καταπίεση και την αντιπαιδαγωγική και καταστροφική αποδοχή και ανοχή σε ο,τιδήποτε πράττει ο νέος, ο Ιερός Χρυσόστομος θέτει τον χρυσό παιδαγωγικό κανόνα του μέτρου μέσω της «φιλόστοργης νουθεσίας» πάντοτε με λόγο αληθείας, ειλικρινούς και άνευ προσωπείου διορθωτικού ελέγχου στο πλαίσιο μιας υγιούς αγωγής των παίδων, προκειμένου αυτά εν ελευθερία και αβιάστως να οδηγούνται στην ενσυνείδητη επιλογή του εναρέτου βίου και όχι της πονηράς βιοτικής οδού, αν και αυτό δεν είναι εύκολος άθλος ούτε και κάτι βέβαιο.
Με ιδιαίτερη επιμονή ως ρηξικέλευθος και ανατρεπτικός για τα δεδομένα της εποχής του παιδαγωγός αναφέρεται και στον παιδαγωγικό τρόπο με τον οποίο θα πρέπει οι γονείς και οι διδάσκαλοι να προσεγγίζουν τα παιδιά και να χτίζουν σε υγιείς βάσεις την διαπροσωπική σχέση τους, η οποία θα πρέπει να εδράζεται στον σεβασμό της προσωπικής ελευθερίας και στον αλληλοσεβασμό χωρίς καταπιεστικούς εξαναγκασμούς ή καταναγκασμούς, όπως αρμόζει σε ελεύθερους ανθρώπους και όχι σε δούλους. Στο πλαίσιο αυτό είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα τα όσα υπογραμμίζει απευθυνόμενος προς τους γονείς και τους διδασκάλους: «Έχουμε ορισθεί να διδάσκουμε… και όχι να εξουσιάζουμε, ούτε να διατάζουμε. Έχουμε τη θέση συμβούλων, που προτρέπουν στο καλό. Εκείνος που συμβουλεύει λέει τη γνώμη του, χωρίς να εξαναγκάζει τον ακροατή, αλλά τον αφήνει ελεύθερο να ακολουθήσει ή όχι αυτά που τον συμβούλεψε. Είναι υπεύθυνος μόνο τότε, όταν δεν συμβουλέψει τα πρέποντα».
Την αξία του διαλόγου ανάμεσα σε γονείς ή διδασκάλους και τους νέους εμφατικά επισημαίνει ο Ιερός Χρυσόστομος όταν διακρίνει τον συμβουλευτικό από τον αντιπαιδαγωγικό εξουσιαστικό ρόλο γονέων και διδασκάλων έναντι των παίδων. Ο ίδιος θεωρεί ότι τα παιδιά είναι εκείνα τα οποία αφού ακούσουν την συμβουλή, έχουν τη διακριτική ευχέρεια, ελευθέρως και αβιάστως, να αποφασίσουν εάν θα κάνουν πράξη την συμβουλή των γονέων ή διδασκάλων τους, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις απαιτούν πειθαναγκαστικώς να γίνουν πράξη οι συμβουλές τους χωρίς καν να διαλεχθούν με τους νέους προκαλώντας την αντίδρασή τους, επειδή οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ότι αντιμετωπίζονται ως δούλοι και όχι ως ελεύθεροι άνθρωποι.
Ως φιλελεύθερος παιδαγωγός ο Ιερός πατήρ διδάσκει σχετικά: «Εκείνος που προτρέπει και συμβουλεύει, αφήνει αυτόν που ακούει ελεύθερο να ακολουθήσει ή όχι τη συμβουλή, ενώ εκείνος που δίνει εντολές και καθιερώνει νομικές επιταγές, καταργεί το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής…». Παράλληλα προτρέπει και νουθετεί τους γονείς και διδασκάλους αναφέροντάς τους ότι: «Ενθαρρύνεται πάρα πολύ στο καλό εκείνος που ακούει, όταν δεν τον προστάζουμε… συζητούμε μαζί του συμβουλεύοντας ωσάν να πρόκειται να κριθούμε απ’ αυτόν τον ίδιο… και οι πατέρες να μην εξοργίζετε τα παιδιά σας… αυτό δηλαδή που κάνουν πολλοί με το να αποκληρώνουν τα παιδιά, να τα διώχνουν και να τα καταπιέζουν σαν να μην είναι ελεύθεροι άνθρωποι, αλλά δούλοι».
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι συνδέει το σεβασμό στην ελευθερία των παίδων με την αληθή αγάπη που τρέφουν ή όχι οι διδάσκαλοι στους μαθητές τους, επειδή η ανυπόκριτη αγάπη στο πρόσωπο των ανθρώπων γεννά και τον σεβασμό στις ελεύθερες επιλογές τους υπογραμμίζοντας τα εξής: «Να καταφεύγεις συνεχώς στην αγάπη μετριάζοντας έτσι τη φορτικότητα των λόγων και δίνοντας σ’ αυτόν την εξουσία, να του λες: -Εγώ αυτά σε προτρέπω και σε συμβουλεύω, αλλά εξαρτάται από εσένα, εάν θα πεισθείς…». Οι ακρότητες των διδασκάλων σε βάρος των παίδων με την άσκηση είτε ψυχολογικής είτε σωματικής βίας απορρίπτονται με απόλυτο τρόπο από τον Ιερό Χρυσόστομο, ο οποίος συμβουλεύει τους παιδαγωγούς: «Θα αγωνισθούμε με την ανοχή και την υπομονή, με την πειθώ και την επιείκεια». Προς θεμελίωση της παραπάνω θεμελιώδους παιδαγωγικής αρχής του επικαλείται την αγαπητική συμπεριφορά του Ιησού Χριστού έναντι των μαθητών του και τον απόλυτο σεβασμό που ο Κύριος πάντοτε επεδείκνυε στην ελευθερία των επιλογών τους, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Αφαιρεί δηλαδή κάθε βία και κάθε εξαναγκασμό και δε θέλει να τον ακολουθήσουν από κάποια ντροπή, αλλά από ευγνωμοσύνη… Εμείς όμως κάνουμε τα αντίθετα, …νομίζουμε ότι μειωνόμαστε, όταν φεύγουν εκείνοι που μας κολακεύουν… ο Κύριος όμως ούτε τους εκολάκευσε, ούτε τους απομάκρυνε…, αλλά δεν ήθελε να μείνουν κοντά Του, θα ήταν το ίδιο με το να είχαν φύγει», «αυτόν που έρχεται σε εμένα, δε θα τον πετάξω έξω… δε θα τον απομακρύνω εγώ…, αν όμως αποσκιρτούν μόνοι τους, δεν θα τους σύρω προς το μέρος μου αναγκαστικά».
Επειδή δε η διαπαιδαγώγηση (αγωγή) των παίδων είναι δυσχερές και επίμοχθο λειτούργημα το οποίο επωμίζονται οι διδάσκαλοι, ο Ιερός Χρυσόστομος δεν παραλείπει να τονίσει την αξία της αγαπητικής προσεγγίσεως των παίδων προκειμένου η αγωγή τους να είναι πολύκαρπη και καλλίκαρπη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο παιδαγωγός θα εθελοτυφλεί ή θα αποφεύγει να ελέγχει και να διορθώνει τα σφάλματα ή αστοχήματα των παίδων. Ούτε θα πρέπει να παραιτείται της παιδαγωγικής προσπάθειάς του, όταν γεύεται πίκρες, απογοητεύσεις και κυρίως αγνωμοσύνη από τους παίδες τους οποίους δε θα πρέπει να απαξιώνει ούτε και να τους μειώνει προσβάλλοντάς τους. Σύμφωνα με τις παιδαγωγικές αρχές του Ιερού Χρυσοστόμου ο άξιος και ικανός παιδαγωγός καλλιεργεί ολόπλευρα τους παίδες όχι με τον βίαιο εξαναγκασμό αλλά οδηγώντας αυτούς στην ελεύθερη επιλογή της εναρέτου βιοτής, διότι όπως επισημαίνει: «Αυτό είναι προκοπή… διότι όλα κατορθώνονται με τη δική μας ελεύθερη εκλογή και όχι με τον εξαναγκασμό του δασκάλου…», αλλά αυτό μπορεί να επιτευχθεί υπό την προϋπόθεση ότι: «ο λόγος πρέπει να είναι λόγος ανθρώπου που διδάσκει μάλλον παρά να ελέγχει, που παιδαγωγεί παρά που τιμωρεί, που βάζει τάξη παρά που διαπομπεύει, που διορθώνει παρά που επεμβαίνει στη ζωή του άλλου». Και όταν ακόμη βλέπει προς στιγμήν ότι οι κόποι του δεν καρποφορούν, θα πρέπει πάντοτε να έχει κατά νου τη σοφή προτροπή του ιερού πατρός που φιλόστοργα του λέγει: «Μην αποκάμεις να επαναλαμβάνεις τα ίδια λόγια, όχι όμως πιεστικά, αλλά χαριεντιζόμενος».
Ανάμεσα στα δύο άκρα, δηλαδή την τιμωρία και την ατιμωρησία, ο Θεοφόρος Πατήρ ως άριστος παιδαγωγός επιλέγει τη χρυσή μέση οδό του μέτρου υποστηρίζοντας με σωφροσύνη ότι η αταξία, η ανυπακοή και η απειθαρχία σε συνδυασμό με τις μη ενάρετες επιλογές και ακρότητες των παίδων δεν θα πρέπει ούτε ατιμώρητες να μένουν ούτε η τιμωρία να επιβάλλεται με βαρβαρότητα και απανθρωπιά. Εξάλλου, ο παραδειγματισμός των παίδων δε θα πρέπει να στοχεύει στο διασυρμό, την ηθική εξουθένωση και την τραυματική ψυχολογική καταρράκωσή τους, αλλά στον σωφρονισμό και την υγιή πνευματική αγωγή τους. Για το λόγο αυτό συμβουλεύει τους διδασκάλους ότι η τιμωρία απαιτεί «άκραν ημερότητα, αρίστην ιατρείαν και πολλήν κηδεμονίαν».
Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι ο Ιερός Χρυσόστομος με την πνευματική διάκριση που τον χαρακτηρίζει ως ποιμένα και πατέρα της Εκκλησίας προτείνει αντί της βίας την επιείκεια ως παιδαγωγικό μέσο αντιμετωπίσεως των παίδων όταν αυτά σφάλλουν, αναφέροντας ότι «επιείκεια γαρ πάσης βίας δυνατωτέρα», επειδή ακριβώς «ουδέν γαρ επιεικείας και πραότητος ισχυρότερον». Επειδή ο ίδιος ως καθοδηγητής ψυχών γνωρίζει άριστα ότι η ανεκτικότητα, η επιείκεια και η πραότητα έχουν μεγαλύτερη δύναμη από την καταπίεση και τη βία, διδάσκει χαρακτηριστικά ότι «η θρασύτητα του νεαρού δεν εξουδετερώνεται με τη δική μας άγρια και σκληρή συμπεριφορά, αλλά με την επιείκεια και την υποχωρητικότητα» (θρασύτης ου θρασύτητι, αλλ’ επιεικεία σβέννυται), επειδή ακριβώς «όποιος θέλει να σωφρονίσει ένα μανιακό, δεν χρησιμοποιεί την οργή και την αυστηρότητα. Αυτό είναι αληθινή αρετή, το να αντιμετωπίζεις ανθρώπους αυτού του είδους με επιείκεια και ανεκτικότητα».
Σε μία εποχή που η διαπαιδαγώγηση των νέων αποτελεί ελκυστικό και δυσπροσπέλαστο πεδίο πολλών κλάδων του επιστητού, η ορθόδοξη πατερική γραμματεία μέσα από τα όντως θεόπνευστα συγγράμματα του Ιερού Χρυσοστόμου είναι η αστείρευτη και ακένωτη πηγή ζώντος ύδατος για γονείς και διδασκάλους παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει δεκαέξι αιώνες από τότε που ο Ιερός Πατήρ ως μέγας ψυχοανατόμος διετύπωσε τις παιδαγωγικές αρχές του, οι οποίες μέχρι και σήμερα παραμένουν επίκαιρες, αποτελεσματικές και ρεαλιστικές. Στη σύγχρονη ανθρωπότητα του αδιέξοδου εγωισμού, της φιλαυτίας, της εγωπάθειας, του ακραίου ατομικισμού και της αποξενώσεως των ανθρώπων ακόμη και των ιδίων των μελών της οικογένειας, εάν οι γονείς και οι διδάσκαλοι όντως πασχίζουν να πλησιάσουν τους νέους ανθρώπους δεν έχουν παρά να λάβουν γνώση της παιδαγωγικής διδασκαλίας του Ιερού Χρυσοστόμου γενόμενοι πρωτίστως οι ίδιοι το ζωντανό υγιές πρότυπο και παράδειγμα των παιδιών μέσα από το σεβασμό της ελευθερίας τους και απορρίπτοντας μεθόδους καταναγκασμού και βίας. Ο Ιερός Χρυσόστομος τον 4ο αιώνα μ.Χ. διετύπωσε την παιδαγωγική ανθρωπολογία του που εδράζεται σε δύο θεμελιώδεις και αξεπέραστες μέσα στο χωροχρόνο οντολογικές αρχές, τον απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου και στη θεοειδή αγάπη στον άνθρωπο, που όμως όσο οι σύγχρονοι παιδαγωγοί τις αγνοούν ή τις παραθεωρούν, θα συνεχίσουν τις ατέρμονες και ανούσιες αναζητήσεις για να ψηλαφίσουν αυτό το «μέγα μυστήριο» που είναι η ψυχή του κάθε παιδιού. Ο πλούτος της χρυσοστομικής παιδαγωγικής υπάρχει αλλά οι εκ προκαταλήψεων ιδεοληπτικοί αρνητές της Ορθοδόξου Πατερικής Γραμματείας ακόμη «καθεύδουν τον νήδυμον ύπνον».


Υ.Γ.: Αφιερούται πάνυ ευλαβώς και εξ άκρας υϊικής αγάπης στον μέγιστο σύγχρονο θεολόγο και Ακαδημαϊκό Διδάσκαλό μας, Σεβ. Μητροπολίτη Γέροντα Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, ο οποίος μας εσφράγισε ανεξίτηλα και μας εδίδαξε την ανυπέρβλητη οντολογική αξία του απολύτου σεβασμού στην ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου.


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ