Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΗΜΕΡΟ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΠΡΟ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Το Σαρανταήμερο της Νηστείας προ των Εορτών του Αγίου Δωδεκαημέρου
H δεύτερη πιο μακρά περίοδος νηστείας μετά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η νηστεία των Χριστουγέννων, γνωστή στη γλώσσα του ορθοδόξου λαού μας και ως σαρανταήμερο το οποίο άρχεται στις 15 Νοεμβρίου και λήγει στις 24 Δεκεμβρίου.
Η νηστεία είναι εντολή Θεού, εντολή Θεόσδοτη, και μάλιστα είναι η παλαιότερη, όπως ερμηνεύουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, από όλες τις εντολές του Θεού. Στα αγιογραφικά παλαιοδιαθηκικά κείμενα φαίνεται ότι η νηστεία καθιερώνεται από τον Θεό προκειμένου οι πρωτόπλαστοι, ο Αδάμ και η Εύα, όταν ζούσαν μέσα στον παράδεισο, να συνηθίσουν στην υπακοή, στην εγκράτεια και στην πάλη κατά των παθών μέσω της εντολής που εδόθη από το Θεό σε αυτούς να απέχουν της τροφής του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού. Μέσω της εντολής της απαγορεύσεως του μη φαγείν από τον καρπό του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού καθιερώνεται για πρώτη φορά η νηστεία στον άνθρωπο.

Ως πνευματική προετοιμασία για τον εορτασμό του Αγίου Δωδεκαημέρου η Ορθόδοξη Εκκλησία καθιέρωσε την νηστεία των Χριστουγέννων, η οποία άρχισε να ισχύει κατά τον 5ο μ.Χ. αιώνα, αλλά η επίσημη θέσπισή της ανάγεται τον 6ο αιώνα μ.Χ., και είναι η δεύτερη σε διάρκεια νηστεία του εκκλησιαστικού και λειτουργικού έτους. Ονομάζεται μικρή Σαρακοστή ή Σαρανταήμερο και κατά παράδοση αυτές τις σαράντα ημέρες της νηστείας τελούνται θείες λειτουργίες στους ορθόδοξους ναούς. Είναι το λεγόμενο «Σαρανταλείτουργο» όπου οι κληρικοί της Εκκλησίας αφού συγκεντρώσουν τα ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων,τα οποία οι πιστοί εγγράφουν, μνημονεύουν αυτά  στις σαράντα τελούμενες θείες λειτουργίες.
Η νηστεία δεν μπορεί να νοηθεί μόνο ως αποχή από τις τροφές. Μειώνεται η πνευματική αξία της θεοσδότου νηστείας, εάν αυτή δεν μπολιάζεται, εάν δεν είναι συνδυασμός πνευματικής και σωματικής καθάρσεως. Η αποχή από τις τροφές συμβάλλει στο να επιτευχθεί η σωματική κάθαρση και η κατάλληλη προετοιμασία για να δεχθεί ο πιστός το σώμα και το αίμα του Χριστού, αλλά σε συνδυασμό πάντοτε και με την πνευματική κάθαρση από τα πάθη και τις «εφήμαρτες ροπές» του ανθρώπου, όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος. Η νηστεία είναι μία περίοδος ασκήσεως, είναι το στάδιο της πνευματικής και σωματικής ασκήσεως σε πολλά επίπεδα για τους πιστούς. Η αποχή από τις τροφές είναι το ορατό μεν σημείο της νηστείας, το αόρατο σημείο της νηστείας είναι η άσκηση στο στάδιο των αρετών και της καθάρσεως από τα πάθη. Οι αρετές μπολιάζουν τον ασκούμενο πιστό, τον χαριτώνουν και πνευματικά τον καθιστούν πιο ανθεκτικό να ανταπεξέλθει σε αυτή την πάλη των παθών, στα κύματα των πειρασμών και των λογισμών που καθημερινώς τον προσβάλλουν. Η νηστεία λοιπόν δεν είναι ένας ανούσιος αυτοσκοπός, ούτε μία εγωιστική αυτοπραγμάτωση των προσώπων που δέχονται ελευθέρως, αβιάστως και εκουσίως να βιώσουν και όχι απλώς τυπολατρικά να τελέσουν την διαδικασία της καθάρσεως.
Αν η νηστεία εκληφθεί είτε ως αυτοσκοπός ή αυτοπραγμάτωση, είτε ως μία εφαρμογή τυπικών ανούσιων νομικών απαγορευτικών κανόνων, τότε καταλήγει να είναι μία ματαία και ανούσια τυπολατρία. Δεν μπορούμε δηλαδή να μένουμε μόνο στο γράμμα του νόμου αλλά και στο πνεύμα του. Η νηστεία, όπως διδάσκουν θεοπνεύστως οι θεοκίνητοι Πατέρες της Εκκλησίας, δεν έχει αξία όταν είναι μόνο αποχή από το κρέας ενώ  την ίδια στιγμή ο πιστός κατατρώγει τις σάρκες του αδελφού του με την κατάκριση και με τον πόλεμο απέναντι στους συνανθρώπους του οι οποίοι είναι εικόνες του Θεού. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει «τί να κάνω τη νηστεία όταν αυτή δεν συνδυάζεται με την νηστεία από κάθε τι που βλάπτει τον συνάνθρωπο; Τι να κάνω την νηστεία από το κρέας όταν με τις πράξεις, τους λόγους και τη διάνοιά μου κατατρώγω τις σάρκες του αδελφού μου; Είναι άραγε θεάρεστο στο Θεό να απέχω του ζωικού κρέατος και να κατατρώγω τις σάρκες του αδελφού μου;». Έτσι η νηστεία ως άσκηση στην υπακοή, ως άσκηση στην αποχή, ως άσκηση στον περιορισμό του εγωϊστικού θελήματος των ανθρώπων, ως άσκηση στην καταπάτηση του ιδίου θελήματος ,το οποίο εωσφορικά πολλές φορές οδηγεί στην πνευματική τύφλωση των ανθρώπων, μπορεί να αποτελέσει όντως τον στίβο στον οποίο παλεύει ο πιστός και με την προαίρεση του εσωτερικού ταμείου της ψυχής του και με την αγαθή πνευματική προαίρεσή του οδηγείται από τα φθαρτά στα άφθαρτα, από τα επίγεια στα ουράνια, από τα υλικά στα πνευματικά.
Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι μέσα στην Εκκλησία η νηστεία τελείται υπό πνευματικές προϋποθέσεις. Η νηστεία είναι μπολιασμένη και με την ταπεινοφροσύνη. Η επίδειξη του ανθρώπου που νηστεύει δεν είναι ευάρεστη στο Θεό. Δεν θα πρέπει να σκανδαλίζει ο πιστός ακόμη και όταν νηστεύει. Δεν θα πρέπει να γίνεται αυτό γνωστό στους γύρω του, οι οποίοι δεν νηστεύουν, γιατί τότε γεννάται μέσα στην ψυχή του νηστεύoντος ο τύφος του εγωισμού, της αλαζονείας και της καύχησης, της άκρατης υπερηφάνειας, ότι τάχα τηρεί τις εντολές του Θεού. Αυτή είναι μία υποκριτική νηστεία, μία νηστεία η οποία γίνεται για τα μάτια του κόσμου και όχι για την πνευματική κάθαρση και την πνευματική τελείωση του ανθρώπου μέσα στο βιωματικό εμπειρικό στίβο της αρετής και της ταπεινοφροσύνης. Ο Απόστολος Παύλος τονίζει με έμφαση ότι αυτός ο οποίος νηστεύει δεν μπορεί να γίνεται αιτία σκανδαλισμού για τους άλλους και ούτε βεβαίως θα πρέπει να γίνεται η νηστεία μέσο προβολής της όποιας πνευματικής προσπάθειας αυτός καταβάλλει για να είναι ευάρεστος στο Θεό. Άρα η νηστεία μόνο με προϋποθέσεις πνευματικές γίνεται αποδεκτή στο θεό.
Η νηστεία είναι εγκράτεια, είναι μέτρο, δεν είναι μόνο η αποχή από τις τροφές είτε αποχή από κάθε τι το σαρκικό που προσελκύει τον άνθρωπο λόγω της χοϊκής φύσεώς του, αλλά αποτελεί ένα μέτρο, έναν κανόνα σε κάθε τι. Είναι μέτρο στο λόγο για να μην πέφτει ο άνθρωπος στο αμάρτημα ης καταλαλιάς, της κατάκρισης, της ιεροκατηγορίας. Μέτρο λοιπόν στη γλώσσα, μέτρο στο τι βλέπουμε, στο τι ακούμε, στο πώς εκφραζόμαστε και πώς συμπεριφερόμαστε. Με τη νηστεία ο άνθρωπος αποκόπτει τις ρίζες των κακών έξεων. Έτσι η νηστεία είναι εγκράτεια στο θυμό, στην οργή, στην εκδικητικότητα και ταυτοχρόνως είναι   πραότητα, ανεκτικότητα, συγκαταβατικότητα προς τους άλλους, ακόμη και όταν οι άνθρωποι μάς προκαλούν ή μας πληγώνουν. Όλο αυτό το πλαίσιο που πηγάζει από την πατερική θεολογία και από την μελέτη των θεόπνευστων πατερικών κειμένων μπορεί να συμβάλλει ώστε να κατανοήσουν οι πιστοί το βαθύτερο νόημα της νηστείας τους.
Ζούμε σε μια περίοδο έντονης πνευματικής κρίσεως, έκφανση της οποίας είναι και η οικονομική κρίση. Συνηθίσαμε τα προηγούμενα χρόνια να ζούμε μέσα στον ευδαιμονισμό, στην πλουτοκρατία, στην ταύτισή μας με τον υλικό, φθαρτό και πεπερασμένο κόσμο, στις υλικές και σαρκικές απολαύσεις. Συνηθίσαμε να ζούμε μέσα στην πολυτέλεια και τη χλιδή, ενώ δίπλα μας υπήρχε η δοκιμασία, έστω και πιο περιορισμένα, της πείνας, της ανέχειας. Φθάσαμε να θεοποιήσουμε την ύλη, να θεοποιήσουμε την κτιστή δημιουργία και να απορρίψουμε τον άκτιστο δημιουργό. Ναι, θεοποιήσαμε την κτήση «παρά τον κτήσαντα». Και ήρθε η ώρα να κατανοήσουμε ότι ξεπεράσαμε το όριο της εγκράτειας. Τώρα ζούμε σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Ζούμε με πολύ λιγότερα, με τα απολύτως αναγκαία, τα απολύτως απαραίτητα. Και ίσως η χριστιανική διδασκαλία να είναι μία από τις πιο ισχυρές και δυνατές προτάσεις προς το σύγχρονο άνθρωπο να επαναπροσδιορίσει και να επαναπροσεγγίσει το βαθύτερο νόημα της αξίας της ζωής, αλλά και την στάση του απέναντι στον υλικό πλούτο και στα υλικά αγαθά.
Ο πλούτος ως αποτέλεσμα κόπου, εργασίας και τίμιου ιδρώτα δεν είναι κάτι το οποίο καταδικάζεται από την πλευρά της Εκκλησίας. Η κακή ή η καλή διαχείριση του πλούτου και των υλικών αγαθών είναι πάντοτε το κριτήριο, ο κανόνας με τον οποίο αντιμετωπίζει η Εκκλησία τα πράγματα. Τα υλικά αγαθά υπάρχουν για να επιβιώνει ο άνθρωπος, ο πλούτος είναι το αποτέλεσμα πολλές φορές άδικων, παράνομων, άτιμων πράξεων είτε μέσα από τοκογλυφία, είτε μέσα από απάτες είτε μέσα από παρανομίες. Αυτό τον πλούτο δεν τον ευλογεί η Εκκλησία. Το μέγα ζήτημα είναι πώς διαχειρίζεται ο άνθρωπος τον πλούτο. Όταν η συγκέντρωση των υλικών αγαθών είναι αυτοσκοπός και όταν η ύλη και ο πλούτος θεοποιούνται και αντικαθιστούν τον Θεό, τότε σαφέστατα υπάρχει εσωτερική πνευματική ασθένεια σε αυτόν που είναι άπληστος, σε αυτόν που είναι άκρατα δοσμένος, ταυτισμένος και φυλακισμένος με τα χρυσά δεσμά του πλούτου, όπως λέει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διότι ο πλούσιος είναι όντως αλυσοδεμένος χειροπόδαρα με χρυσές αλυσίδες. Ο πλούτος θα πρέπει να είναι μέσο για βοήθεια, για την κοινωνική αλληλεγγύη, την κοινωνική προσφορά, την έμπρακτη αγάπη προς τον άνθρωπο που έχει την ανάγκη έστω και αυτών που αποτελούν τα βασικά στοιχεία για την επιβίωση. Δεν είναι δυνατόν να ζούμε σε μια κοινωνία όπου οι ελαχιστότατοι μέσα στον πληθυσμό ζουν πλουσιοπάροχα και προκλητικά με την χλιδή και τις ακρότητες των υλικών απολαύσεων, του υλικού ευδαιμονισμού και υπό το πνεύμα της απόλυτης θεοποίησης της ύλης, ενώ από την άλλη πλευρά οι άνθρωποι δίπλα μας να πεινούν, να είναι ασθενείς χωρίς φάρμακα, να είναι άστεγοι να πεθαίνουν.
Η πρόταση λοιπόν της Εκκλησίας μέσα από την νηστεία είναι η εγκράτεια και το μέτρο, καλή και χρηστή διαχείριση του πλούτου, που δεν ανήκει στους ανθρώπους καθώς όλοι είμαστε άνθρωποι φθοράς, χοϊκοί και πεπερασμένοι, με ημερομηνία λήξεως επάνω στην γη, αλλά με βεβαία την πίστη της επέκεινα του τάφου ζωής μας στη Βασιλεία του Θεού. Ο Θεός είναι ο μόνος ιδιοκτήτης του πλούτου, όλων των αγαθών τα οποία δίδονται στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι και όσοι έχουν την ευλογία να έχουν κάτι περισσότερο από κάποιους άλλους πρέπει να είμαστε καλοί διαχειριστές σε έργα αγάπης, φιλανθρωπίας, ελέους και έμπρακτης προσφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης που θεμελιώνουν την κοινωνική συνοχή στην εποχή μας, η οποία σπαράσσεται από την ανέχεια και την οικονομική εξαθλίωση των ανθρώπων γύρω μας. Η Εκκλησία μπολιάζει την νηστεία με το έλεος, με τα φιλάνθρωπα και φιλάδελφα αισθήματα, με την έμπρακτη φιλάδελφη αγάπη προς τον άνθρωπο, τον οποίο οφείλουμε να βλέπουμε ως εικόνα του Θεού, ως αληθινό αδελφό, ως μέρος της υπάρξεώς μας. Είναι μία πρόταση της Εκκλησίας για να αντιμετωπισθεί αυτή η δοκιμασία της οικονομικής κρίσεως.
Για να αντιμετωπισθεί αυτή η δοκιμασία της οικονομικής κρίσεως απαιτείται πρώτα να αρθούν οι πνευματικές δυσλειτουργίες των ανθρώπων. Το έλεος, η φιλανθρωπία με αισθήματα αγαπητικά και φιλάδελφα είναι η λύση για να μπορέσει να κρατηθεί η κοινωνία. Τώρα πια που όλοι μας αισθανόμαστε προδομένοι από πολιτικές ιδεολογίες, από πολιτικούς, από πρόσωπα, από γεγονότα, τα οποία δείχνουν ότι όλα είναι εφήμερα σε αυτόν τον κόσμο, τώρα ο  λόγος του Θεού και η πρόταση του Ευαγγελίου είναι πρόταση ζωής. Όπως έλεγε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ «εάν η επί του Όρους ομιλία με τους μακαρισμούς του Κυρίου γινόταν πράξη στη ζωή των ανθρώπων, τότε στη γη θα υπήρχε ειρήνη και ευτυχία». Τότε κανείς δεν θα πέθαινε από πείνα, δεν θα πέθαινε άστεγος στο κρύο, δεν θα πέθαινε χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αν λοιπόν ο ευαγγελικός λόγος ως πρόταση της Εκκλησίας γίνει πνευματική επιλογή και εφαρμογή και πράξη αγάπης και φιλάδελφης αλληλεγγύης προς το συνάνθρωπο, τότε μπορούμε να ελπίζουμε στην αντιμετώπιση αυτής της κρίσης. Για την Εκκλησία ο άνθρωπος είναι συνάνθρωπος και όταν δεν ισχύει αυτό, τότε γίνεται απάνθρωπος.
Δεν μπορούμε να λησμονούμε ότι η Εκκλησία έχει μπολιάσει τη νηστεία με την ελεημοσύνη και την φιλανθρωπία όχι όμως ως μορφή οίκτου. Δεν δείχνουμε τον οίκτο μας, ούτε οικτίρουμε αυτούς οι οποίοι είναι οι ενδεείς της ζωής. Αυτή την ελεημοσύνη και την φιλανθρωπία η Εκκλησία δεν τη δέχεται, διότι είναι έκφραση εωσφορικού εγωισμού και δεν είναι αποδεκτή από το Θεό. Η προσφορά οικονομικής βοήθειας προς τους συνανθρώπους μας όταν γίνεται υπό το πνεύμα του οίκτου, γεννά τον τύφο του εωσφορικού εγωισμού. Η προσφορά του ελέους και της αγάπης μας θα πρέπει να γίνεται είτε από το πλεόνασμα είτε από το υστέρημά μας, αλλά κυρίως από το ταμείο της ψυχής μας προς τους ανθρώπους, με ταπείνωση, χωρίς να γνωρίζουν οι άλλοι γύρω μας τα φιλάνθρωπα αισθήματά μας, ούτε καν την φιλάνθρωπη κίνηση την οποία κάνουμε. Αρκεί ότι αυτή την φιλανθρωπία την γνωρίζει ο Θεός. Ακόμη – ακόμη δεν είναι ανάγκη να γνωρίζουν την φιλανθρωπία μας αυτοί οι οποίοι ευεργετούνται από εμάς.

Σε αυτό το πλαίσιο οι έχοντες και κατέχοντες δεν μπορεί να αλυσοδένονται πιο σφιχτά, ακόμη πιο δυνατά, με τα χρυσά αλυσιδάκια και με τις χρυσές χειροπέδες του πλούτου τους για να τον κρατήσουν επειδή υπάρχει οικονομική κρίση. Οι Ρωμιοί, οι Έλληνες, ξιπαστήκαμε από τον πλούτο και τον πακτωλό των χρημάτων από τα ευρωπαϊκά πακέτα. Απωλέσαμε, εξοστρακίσαμε τις αρχές, τις αξίες και τα ιδανικά του γένους και της φυλής μας αν και οι πρόγονοί μας ζούσαν με λίγα και μεγαλουργούσαν. Γίναμε λάτρεις και κυνηγοί του εύκολου χρήματος και της απάτης, της επιδεικτικής μεγάλης ζωής που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Δεν λέμε ότι όλοι αυτοί οι οποίοι δυστυχούν ζούσαν με τέτοιο τρόπο. Το αντίθετο. Οι περισσότεροι οι οποίοι βιώνουν την οικονομική κρίση ήταν και είναι άξιοι οικογενειάρχες, νοικοκυραίοι, που με τον ιδρώτα τους και την άξια εργασία τους ζούσαν με αξιοπρέπεια. Αλλά και πάλι βλέπουμε ότι ο αποπροσανατολισμός μας με τα υλικά αγαθά, η μονομερής προσκόλλησή μας στην ύλη, μας οδήγησε στο να απολέσουμε πνευματικές αξίες και αρχές , να εξοστρακίσουμε τον ευαγγελικό λόγο από τη ζωή μας και να γίνουμε όλοι μας έρμαιο μιάς ιδεολογίας η οποία θέτει την ύλη και τον καταναλωτισμό στο επίκεντρο της ζωής μας. Τώρα βιώνουμε τα επίχειρα όσων ήταν επιλογές μας. Για τον λόγο αυτό η νηστεία είναι ένα μέσο για επαναπροσδιορισμό της υπάρξεώς μας, ώστε να είμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι για να έρθουμε στο μεγάλο γεγονός και να προϋπαντήσουμε την Γέννηση του Σωτήρος και Λυτρωτού Ιησού Χριστού, ο οποίος δεν έχει ημερομηνία λήξης, δεν είναι ο Χριστός της ύλης, αλλά της αληθούς αγάπης που λείπει από τις σχέσεις των ανθρώπων και της αιωνίου ζωής.


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ