Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Σ. ΚΟΜΝΗΝΟΣ Ο ΦΙΛΙΣΤΩΡ ΘΡΑΚΙΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ (1932-2013)

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Σ. ΚΟΜΝΗΝΟΣ
Ο ΦΙΛΙΣΤΩΡ ΘΡΑΚΙΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ
(1932-2013)
·        Από το Φανάρι της Ανατολικής Θράκης στην Ξάνθη και το Κιλκίς
·  Ο λόγιος κληρικός που αποθησαύρισε στα πονήματά του την πατρώα ιστορία και τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις της αλησμόνητης επαρχίας Σηλυβρίας
Ένα βλέμμα πολλές φορές σε κάποιο πρόσωπο ή αντικείμενο, σε μια επιγραφή ή ένα μνημείο, που μας προκαλούν το ενδιαφέρον, αποτελεί την αιτία και την δημιουργική αφυπνιστική έμπνευση για έρευνα και συγγραφή. Τούτο συνέβη και στις αρχές Οκτωβρίου του 2014, όταν συνοδεύοντας τον Σεβ. Μητροπολίτη Σηλυβρίας κ. Μάξιμο στο χωρίο Όλβιο του Ν. Ξάνθης και κατά τη φιλάδελφη επικοινωνία μας με τους κατοίκους στο κτίριο του πνευματικού κέντρου της ενορίας, το βλέμμα μας έπεσε στην φωτογραφία ενός κληρικού που έφερε τα εξωτερικά διακριτικά του Αρχιμανδρίτου, αλλά ήταν παντελώς άγνωστος σ’ εμάς. Εκείνη όμως την ημέρα ερωτήσαμε και μάθαμε για τον εικονιζόμενο Ιερομόναχο.
Ο Ορθόδοξος αυτός κληρικός, όπως αρχικώς πληροφορηθήκαμε από τον πρωτοσυγκελλεύοντα της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου Αρχιμ. π. Σωφρόνιο και τον Δημοτικό Σύμβουλο του Δήμου Τοπείρου κ. Αθανάσιο Λουκμακιά, ήταν ο αοίδιμος λόγιος, φιλίστωρ και φιλόπατρις, Αρχιμανδρίτης Γερμανός Κομνηνός, ο οποίος υπήρξε απόγονος προσφύγων ανατολικοθρακών, οι οποίοι κατά τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1922 εγκατέλειψαν το χωριό Φανάρι που ανήκε στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Σηλυβρίας και μαζί με τους περισσοτέρους κατοίκους της αλησμόνητης πατρίδος τους εγκατεστάθησαν στο Όλβιο του Ν. Ξάνθης, ενώ αρκετές άλλες οικογένειες από το Φανάρι εγκατεστάθησαν στο χωριό του Μεγάλου Κρανοβουνίου του Ν. Ροδόπης.

Ο αοίδιμος Αρχιμανδρίτης Γερμανός Κομνηνός είδε το φως της ζωής και ανέπνευσε τον ζωογόνο αέρα της προσφυγομάνας Θράκης στο Όλβιο του Ν. Ξάνθης, την 27η Σεπτεμβρίου του 1932 και είχε ευλαβέστατους γονείς, τον ιεροψάλτη του Ολβίου Σπυρίδωνα και την Ελένη, το γένος Τσεκίτση, οι οποίοι εγαλούχησαν και ανέθρεψαν τον Γεώργιο, όπως ήταν το κατά κόσμον όνομά του, καθώς και τα υπόλοιπα παιδιά τους, «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».
Ο μικρός Γεώργιος εφοίτησε αρχικώς στο Δημοτικό Σχολείο του Ολβίου και όταν κατά το σχολικό έτος 1946-1947 δεν λειτουργούσε το Δημοτικό Σχολείο λόγω του εμφυλίου πολέμου και επειδή ο ενάρετος και άριστος διδάσκαλός τους Μιχαήλ Στέκος είχε μετατεθεί στο χωριό Νέα Αμισός, αναγκάστηκε μαζί με τον εξάδελφό του Πέτρο Κομνηνό και τον φίλο του Δημήτριο Λαμπέα να πηγαίνουν καθημερινώς με τα πόδια από το Όλβιο στο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Αμισού για να λάβουν το απολυτήριό τους. Είναι μάλιστα ιδιαίτερα συγκινητικός ο τρόπος με τον οποίο γράφει τις αναμνήσεις του αναφερόμενος στον πολυφίλητο δάσκαλό του Μιχαήλ Στέκο, γεγονός που αποκαλύπτει τον ψυχικό κόσμο του Αρχιμ. Γερμανού, ο οποίος επισημαίνει: «Εδώ αξίζει να αναφέρω το όνομα του σεβαστού μου δασκάλου Μιχαήλ Στέκου, ο οποίος παρέμεινε στο χωριό, στις πιο κρίσιμες μέρες και χρονιές, περισσότερο από κάθε άλλο δάσκαλο… Δούλεψε στο πνευματικό του έργο μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του και μας άφησε τις πιο καλές και ωραίες πνευματικές εντυπώσεις και αναμνήσεις… Πάντοτε στρέφουμε με ευγνωμοσύνη τη σκέψη μας και τη μνήμη μας στο δάσκαλό μας αυτό. Τον θεωρούμε ήρωα παιδείας».
Ο μικρός Γεώργιος, ο οποίος βίωσε ως παιδί την βουλγαρική κατοχή της Θράκης κατά την περίοδο (1941-1944), αναμιμνήσκεται πολλά έτη αργότερα τα «Πέτρινα Χρόνια» στην πρώτη φάση της ζωής του γράφοντας χαρακτηριστικά: «Όταν κηρύχτηκε ο Αλβανικός Πόλεμος (1940) το Όλβιο δεν έμεινε ασυγκίνητο. Ήμουν τότε οκτώ ετών. Άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες της εκκλησιάς για επιστράτευση. Γενικός ξεσηκωμός. Επιστρατεύθηκαν όλοι που ζητήθηκαν σύμφωνα με τις κλάσεις τους. Κλάματα, φωνές, πανδαιμόνιο. Με περηφάνια και άκρατο πατριωτικό ενθουσιασμό έτρεξαν αμέσως οι επιστρατευθέντες Ολβιώτες να υπερασπίσουν τα ιερά και τα όσια, πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια… Εμείς τότε τα παιδάκια, τι χαρά νιώθαμε όταν κάθε βράδυ μαθαίναμε με το συναγερμό του χτυπήματος της καμπάνας, τις νίκες των Ελλήνων στη Βόρεια Ήπειρο, στην Κορυτσά, στο Αργυρόκαστρο, στη Χιμάρα. Πανηγυρίζαμε από τη χαρά μας.
Όταν όμως υπέκυψε η Ελλάδα στους Γερμανούς, τότε στις 10 Απριλίου του 1941 αναγκαστήκανε όλοι οι χωριανοί να ξεσηκωθούν με τα κάρα τους, παίρνοντας ό,τι μπορούσε πολύτιμο ο καθένας και ξεκίνησαν για τη Μακεδονία (Καβάλα).
Στο χωριό έμειναν γέροι και γριές και μερικοί ξένοι ίσως και δικοί μας χωριανοί, που χαίρονται όπως ο λύκος στην αντάρα… Είχαμε φτάσει μέχρι την Καβάλα, οπότε αναγκαστήκαμε να επιστρέψουμε, γιατί παντού υπήρχαν Γερμανοί. Δεν έκαναν όμως κακό σε κανένα. Ήταν ευγενείς. Στο μεταξύ άρχισαν να μαζεύονται και οι επιστρατευθέντες. Γυρίσαμε στο χωριό βρήκαμε και εκεί Γερμανούς στρατιώτες.
Μετά ήρθαν οι Βούλγαροι και είμασταν κάτω από την κατοχή τους κάπου τέσσερα χρόνια. Πρόεδρο είχαμε Βούλγαρο, αγροφύλακα επίσης. Σιτηρά κι άλλα προϊόντα τα είχαν για το γερμανικό και βουλγαρικό στρατό. Αλλά οι χωριανοί κρυφά σπάζανε τα στάχυα από τα δεμάτια κι εμείς τα παιδιά με τα σακίδια κρυφά τα κουβαλούσαμε στα σπίτια μας. Εκεί, κρυφά πάλι με τον κόπανο σπάζαμε τα στάχυα, βγάζαμε το σιτάρι και το αλέθαμε μέσα στο σπίτι στις μικρές μυλόπετρες γυρίζοντας με το χέρι. Τρώγαμε και χώμα και μπομπότα (καλαμποκίσιο ψωμί). Στα χωριά ο κόσμος δεν πείνασε και τόσο. Στις πόλεις υπέφερε, δυστύχισε. Θυμάμαι που έρχονταν πολλοί από την Ξάνθη με πολύτιμα χαλιά να τα πουλήσουν για λίγα κιλά αλεύρι».
Από τα χρόνια της παιδικής ηλικίας του ενθυμάται ο τότε Γεώργιος Κομνηνός ότι επάνω στην κορυφή του υψώματος, πάνω από το χωριό, τοποθέτησε περίπου κατά το 1950 ένα ξύλινο σταυρό και ένα κανδηλάκι που φώτιζε όλη τη νύχτα, κάθε νύχτα, όπου κατασκευάσθηκε υποτυπωδώς και ένα μικρό προσκυνητάρι του προφήτου Ηλιού που κατά το 1959 ανηγέρθη το μετέπειτα ευρύχωρο εξωκκλήσιο.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι παιδιόθεν ο μικρός Γεώργιος –ίσως και λόγω του Ιεροψάλτου και ευσεβούς χριστιανού Πατρός του– είχε στο «Ταμείον της ψυχής» του την ένθεη λευϊτική κλίση, όπως απεδείχθη κατά τα επόμενα έτη της ζωής του. Έτσι, μετά την αποφοίτησή του από το Δημοτικό Σχολείο ενεγράφη στην τότε πασίγνωστη και πολύφημη επτατάξια εκκλησιαστική Σχολή της Ξάνθης όπου διακρίθηκε για την επιμέλεια και τις άριστες επιδόσεις του στα γράμματα, ενώ λίγα έτη μετά τον ακολούθησε και ο κατά σάρκα αδελφός του Δημήτριος Κομνηνός, ο οποίος αργότερα χειροτονήθηκε έγγαμος κληρικός και υπηρέτησε ως Πρωτοπρεσβύτερος και Ιεροδιδάσκαλος στην Ιερά Μητρόπολη Πολυανής και Κιλκισίου, όπου ζει μέχρι και σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αμφότεροι οι αδελφοί Κομνηνοί υπήρξαν φίλοι και συμμαθητές στην Εκκλησιαστική Σχολή της Ξάνθης τόσο με τον πρώην Πρωτοσύγκελλο της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής Αρχιμ. π. Αρίσταρχο Τσαλπαρά όσο και με τον παλαιότερο κληρικό της Μητροπόλεως Μαρωνείας και μακροβιότερο πρώην Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο και προϊστάμενο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής Πρωτοπρεσβύτερο π. Σταύρο Σπορίκη, ο οποίος με συγκίνηση και αγαθές αναμνήσεις ενθυμείται τους ως άνω κληρικούς μέχρι και σήμερα.
Ο φιλόμουσος χαρακτήρας και η έμφυτη αγάπη στα γράμματα και την πνευματική καλλιέργεια του Γεωργίου Κομνηνού εφάνη ακόμη περισσότερο όταν σπούδασε Παιδαγωγικά, Νομικά, Θεολογία, Ψυχολογία και Κοινωνιολογία αποφοιτήσας από την Εκκλησιαστική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, από την Θεολογική και τη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. Με τα πνευματικά αυτά εφόδιά του υπηρέτησε κατά τα επόμενα έτη ως Διδάσκαλος και Καθηγητής σε Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια.
Επανερχόμενοι στα σχετικά με την ένθεη ιερατική του κλίση και επί τη βάσει του αρχειακού υλικού, το οποίο φιλοτίμως μας προσέφερε ο κατά σάρκα αδελφός του από το Κιλκίς, ο πρωτοπρεσβύτερος και ιεροδιδάσκαλος π. Δημήτριος Κομνηνός, πληροφορούμεθα ότι ο Γεώργιος μετά την αποφοίτησή του από την επτατάξια Εκκλησιαστική Σχολή της Ξάνθης εκάρη Μοναχός στην Ιερά Μονή Παναγίας Καλαμούς Ξάνθης, κατά την 7η Μαρτίου 1958, λαβών το όνομα Γερμανός υπό του τότε Μητροπολίτου Ξάνθης και Περιθεωρίου Αντωνίου (1954-1994). Στη συνέχεια ο ίδιος Αρχιερεύς, την 9η Μαρτίου 1958, εχειροτόνησε τον π. Γερμανό Διάκονο στον ιερό Μηττρπολιτικό Ναό του Τιμίου Προδρόμου Ξάνθης και μετά από δύο έτη, την 9η Απριλίου 1960, τον εχειροτόνησε Πρεσβύτερο στην Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Ξάνθης. Ο Μητροπολίτης Ξάνθης Αντώνιος εκτιμώντας την άριστη λευιτική διακονία του π. Γερμανού στην Μητρόπολη Ξάνθης τον χειροθέτησε Αρχιμανδρίτη και τον όρισε πνευματικό εξομολόγο.
Επί τη βάσει του αρχειακού υλικού μας αλλά και των καταγεγραμμένων προφορικών μαρτυριών από τα πρόσωπα που έζησαν και ενθυμούνται τον αοίδιμο π. Γερμανό, καθώς και από τις προσωπικές αναμνήσεις του συμμαθητή του, Πρωτοπρεσβυτέρου π. Σταύρου Σπορίκη, καταδεικνύεται ότι ο Αρχιμ. Γερμανός προσέφερε όλη την ύπαρξή του στη διακονία του λαού και στην υπηρεσία της ακριτικής επαρχίας της Μητροπόλεως Ξάνθης. Με συγκίνηση και δάκρυα ενθυμούνται μέχρι και σήμερα οι άνθρωποι που τον γνώρισαν ότι ως Ιερομόναχος διαβιούσε σε ένα μικρό κελλάκι στην Ιερά Μονή Παναγίας Καλαμούς και με τα πόδια ανέβαινε και κατέβαινε το βουνό κάθε φορά που ο Ξάνθης Αντώνιος τον όριζε λειτουργό και ιεροκήρυκα σε διάφορες ενορίες της Μητροπόλεως Ξάνθης. Ασκητικός και λιτοδίαιτος, αρκούνταν στα ελάχιστα που χρειάζεται ένας άνθρωπος και δη ένας ιερομόναχος για να ζήσει. Πολυτέλειες και προκλητικές ανέσεις δεν επεθύμησε ποτέ και δεν εργάστηκε να τις αποκτήσει. Στο ευλογημένο και πάγκαλλο φυσικό περιβάλλον της Ιεράς Μονής οι ώρες, οι μέρες και τα έτη ήταν πεπληρωμένα από τις ιερές ακολουθίες και την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Την έμφυτη κλίση του για την κατά Θεόν σοφία και την θύραθεν γνώση ουδέποτε έπαυσε να την καλλιεργεί μελετώντας και συγγράφοντας. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα το γεγονός ότι κατάφερε να έχει μια πλούσια βιβλιοθήκη με σπάνια βιβλία, την οποία μετά την κοίμησή του φυλάττει με αγάπη και υπερηφάνεια ο κατά σάρκα αδελφός του Βασίλειος στο Όλβιο της Ξάνθης. Γι’ αυτό και το δραστήριο Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ολβίου ίσως θα πρέπει να διαμορφώσει στις άριστες κτηριακές εγκαταστάσεις που διαθέτει έναν κατάλληλο χώρο στον οποίο να δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη με τα βιβλία του αοιδίμου φιλόμουσου Αρχιμ. Γερμανού και να την ονομάσει: «Βιβλιοθήκη Αρχιμανδρίτου Γερμανού Κομνηνού», ώστε να ενθυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεώτεροι για τον γόνο του Ολβίου και άξιο συμπατριώτη τους, μακαριστό Αρχιμ. Γερμανό.
Τα έτη παρέρχονταν και η βουλή του Θεού κατηύθυνε τα βήματα του Αρχιμ. Γερμανού μακράν της αγαπημένης πατρίδος του, της θρακώας Ξάνθης, και συγκεκριμένα επέλεξε να συνεχίσει την διακονία του στην Ιερά Μητρόπολη Πολυανής και Κιλκισίου, όπου υπηρέτησε την εκεί τοπική Εκκλησία από τις θέσεις του Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου, του Πρωτοσύγκελλου και του Διευθυντού Ιερατικής Μορφώσεως Κληρικών. Όταν μάλιστα εκοιμήθη ο Ξάνθης Αντώνιος (Ιούλιος 1994), μετά από σαράντα συναπτά έτη ευκλεούς αρχιερατικής διακονίας στην ακριτική επαρχία της Θράκης, οι συμπατριώτες του Αρχιμ. Γερμανού συγκέντρωσαν υπογραφές για να ενισχύσουν την υποψηφιότητά του στην τότε χηρεύουσα Μητρόπολη Ξάνθης για την οποία είχε θέσει υποψηφιότητα και ο Πρώην Πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής π. Αρίσταρχος Τσαλπαράς.
Ο αοίδιμος Αρχιμ. Γερμανός συνέχιζε να διακονεί στην επαρχία της Μητροπόλεως Πολυανής και Κιλκισίου συγγράφοντας πολλά και αξιόλογα μελετήματα ποικίλου περιεχομένου. Εκοιμήθη σε ηλικία 81 ετών, την 21η Ιανουαρίου του 2013, και ετάφη παρουσία του Σεβ. Μητροπολίτου Ξάνθης και Περιθεωρίου κ. Παντελεήμονος, στο κοιμητήριο της γενέτειράς του, το Όλβιο του Ν. Ξάνθης, όπου είναι ενταφιασμένοι και οι λατρευτοί του γονείς. Το δε κανδηλάκι στον τάφο του είναι πάντοτε αναμμένο από τους ευσεβείς συμπατριώτες του, οι οποίοι ιδιαζόντως τον αγαπούν και αδιαλείπτως τον μνημονεύουν.
Το συγγραφικό τάλαντο του Αρχιμ. Γερμανού είναι αναγνωρισμένο και η συγγραφική δραστηριότητά του υπήρξε μεγάλη και πολυποίκιλη, γεγονός που αποδεικνύεται από τα παρακάτω βιβλία που κατά χρονολογική σειρά εξέδωσε:
1)    Η Σηλυβρία. Το Φανάρι. Το Όλβιο (1980)
2)    Εκκλησιάζεσαι;
3)    Τυπική διάταξη Ιερών Ακολουθιών
4)    500 απίθανα Μαργαριτάρια μαθητών
5)    Το Φανάρι σε φωτογραφίες (1986)
6)    Χαράς Ευαγγέλια (Κηρύγματα)
7)    100 Ιερά πνευματικά γυμνάσματα
8)    Η Γενεαλογία μου (2006)
9)    Ημερολόγια διαφόρων ετών
10) Δεκάδες άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες με θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό, ηθικό και εποικοδομητικό περιεχόμενο.
Όταν ο Αρχιμ. Γερμανός έγραψε το μνημειώδες πόνημά του για την Σηλύβρια, το Φανάρι και το Όλβιο, που αποτελεί και μια σπάνια πηγή ιστορικού και λαογραφικού υλικού, ανέφερε στον πρόλογο του βιβλίου με εντόνως συγκινησιακά φορτισμένο ύφος: «Γλυκιά είναι η ζωή. Γλυκιά είναι η πατρίδα. Γλυκός είναι ο τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε κανείς. Τίποτα δεν είναι τόσο γλυκό, όσο η πατρίδα. Μες στην πατρίδα είναι ο άνθρωπος. Μες στην πατρίδα είναι η ζωή! Μες στην πατρίδα είναι η ζωή της ζωής μας. Ο Οδυσσέας λαχταρούσε και μόνο καπνό να έβλεπε από μακριά να βγαίνει πάνω από την πατρίδα του ψηλά και ας ξεψυχούσε. Για να βγάλω αυτό το βιβλίο, που κρατάς στα χέρια σου, αγαπητέ μου, η γλυκιά πατρίδα με κίνησε. Ο τόπος ο δικός μας και ο τόπος των προγόνων μας. Μου είπαν μυστικά μέσα μου ότι δε θέλουν να λησμονηθούν. Δεν πρέπει να ξεχαστούν και να διαγραφούν από τη ζωή μας. Θέλουν πάντοτε να μας συντροφεύουν και να συνομιλούν μαζί μας. Η θύμησή τους από μας είναι η ευτυχία και η χαρά της ζωής τους. Αλήθεια! Πόσο γλυκιά είναι η θύμισή τους!».
Σε ένα άλλο σημείο του πολυτίμου πονήματός του κάνει ιδιαίτερη αναφορά στα κειμήλια που μετέφεραν οι κάτοικοι του Φαναρίου από τις δύο Εκκλησίες της αλησμόνητης πατρίδος του, ήτοι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και του Αγίου Γεωργίου, τα οποία φυλάσσονται στην ενορία του Ολβίου Ν. Ξάνθης και του Μεγάλου Κρανοβουνίου Ν. Ροδόπης, όπου ο Ιεροδιδάσκαλος, Πρωτοπρεσβύτερος π. Πασχάλης Μολλάς με ιδιαίτερη επιμέλεια και φροντίδα τα έχει αποθησαυρίσει τοποθετώντας αυτά σε ειδικές προθήκες. Ο Αρχιμ. Γερμανός γράφει σχετικώς: «όταν φύγανε από το Φανάρι οι φαναριώτες φέρανε μαζί τους και μάλιστα ο καλόγερος Άνθιμος, ασημένια εξαπτέρυγα, Ευαγγέλιο, Εσταυρωμένο και Μηνιαία (βιβλία) της Εκκλησίας. Πήγανε και στην Εκκλησία του Μεγάλου Κρανοβουνίου ιερά σκεύη της Εκκλησίας του Φαναρίου, όπως και τα στέφανα (στέμματα). Ο Καλόγερος Άνθιμος, που τον θυμούνται όλοι οι παλιοί, πέθανε στο Όλβιο. Ο τάφος του είναι, μπαίνοντας στο νεκροταφείο δεξιά. Άφησε καλό όνομα. Όλοι τον αγαπούσαν». Στον δε πρόλογο του πονήματός του αυτού γράφει χαρακτηριστικά: «Η ζωή συνεχίζεται. Δε θα σβήσει. Είναι αιώνια. Καθένας μας που φεύγει, φεύγει, αφήνει όμως την τροχιά της ζωής του. Μένει η ανάμνηση της ζωής του από τους άλλους. Θέλω να ελπίζω ότι έστω και αργότερα, θα θελήσουν μερικοί πατριώτες μου να συγκεντρώσουν πιο πλούσιο λαογραφικό υλικό και να γράψουν πιο εμπεριστατωμένο βιβλίο για τη ζωή των κατοίκων του χωριού μας. Εύχομαι η ελπίδα μου αυτή να πραγματοποιηθεί με τη νέα μας γενιά».
  Όταν τον Απρίλιο του 1986 οι Ολβιώτες και οι Ολβιώτισσες του Ν. Ξάνθης επεσκέφθησαν με επικεφαλής τον Αρχιμ. π. Γερμανό το Φανάρι, την Σηλύβρια και την Κωνσταντινούπολη, όπου είχαν συνάντηση και με τον αοίδιμο Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο τον Α΄ (1972-1991), ο αοίδιμος Γέροντας εξέδωσε ένα μικρό τευχίδιο υπό τον τίτλο: «Το Φανάρι Σηλυβρίας Κωνσταντινουπόλεως (σε φωτογραφίες)», στο οποίο μεταξύ των άλλων γράφει «…Μετά από 64 χρόνια αρκετοί φαναριώτες και φαναριώτισσες πάτησαν τα ιστορικά και ιερά χώματα της πατρίδας τους και ξαναείδαν το λαμπερό ήλιο που τον πρωτοείδαν όταν γεννήθηκαν. Ήταν πράγματι πολύ συγκινητικό και ανατριχιαστικό να τους βλέπει τώρα γέρους και γριές, να δακρύζουν, να κλαίνε και να φιλούν με πάθος και καημό τον ιερό τους τόπο, που τον εγκατέλειψαν αναγκαστικά βρέφη, νήπια, παιδιά, νέοι και νέες. Όπως η μάνα ψάχνει να βρει το παιδί της, έτσι έψαχναν να βρουν, να γνωρίσουν και να δουν το προγονικό τους σπίτι, την πρώτη τους ζεστή φωλιά, που εκεί μέσα γεννήθηκαν και πρωτοείδαν τη ζωή. Ζούσαν τα χρόνια εκείνα της νιότης και του άνθους. Χόρεψαν στην πλατεία (τσαρσί) του χωριού τους, πήδησαν, τραγούδησαν για να τους ακούσουν οι πρόγονοί τους και να ξαναζωντανέψουν. Ξαναζωντάνεψαν όμως οι χοροί, οι συρτοί και τα φαναριώτικα και Σηλυβριανά τραγούδια. Να γελάς από χαρά ή να κλαις από συγκίνηση; Ξαναζωντάνεψε το Φανάρι. Ξαναείδε τους φαναριώτες του.
Φύγαμε με μάτια βουρκωμένα. Το αποχαιρετίσαμε με κλάματα. Έμεινε πάλι το Φανάρι σαν όνειρο, πιο ζωντανό, πιο νοσταλγημένο. «Θα σε ξαναδούμε, Φανάρι μας γλυκό;» του είπαμε και φύγαμε για την πόλη».
Στα παραπάνω γραφόμενα του Αρχιμ. Γερμανού εμείς μπορούμε μόνο να προσθέσουμε ότι βιώσαμε την ίδια συγκίνηση και ψυχική ανάταση όταν το Νοέμβριο του 2014 με όμιλο προσκυνητών από την Κομοτηνή και το Μεγάλο Κρανοβούνιο βρεθήκαμε για την εορτή του Αγίου Νεκταρίου του Σηλυβριανού τόσο στο Φανάρι όσο και στην Σηλύβρια, ταπεινοί και ευλαβείς προσκυνητές στον Άγιο και προς ενίσχυση της πρωτοβουλίας του νέου Μητροπολίτου Σηλυβρίας κ. Μάξιμου να αναδείξει το ιερό προσκύνημα στη Σηλύβρια, η οποία είναι η γενέτειρα του Αγίου Νεκταρίου.
Ο Αρχιμ. π. Γερμανός Κομνηνός άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα και αλησμόνητο το πέρασμά του από την ιστορία και την Εκκλησία, και γι’ αυτό η «μνήμη του αιωνία εστί». Εφεξής το όνομα του μακαριστού π. Γερμανού δύναται και υπό του νέου Μητροπολίτου Σηλυβρίας κ. Μαξίμου να συγκαταλέγεται επαξίως στις χρυσές δέλτους των επιφανών και φιλόμουσων κληρικών της Μητροπόλεως Σηλυβρίας επειδή υπήρξε γόνος προσφύγων εκ του ιστορικού Φαναρίου της Ανατολικής Θράκης.

Υ.Γ. Θερμές ευχαριστίες εκφράζουμε στον Ιεροδιδάσκαλο και Πρωτοπρεσβύτερο π. Δημήτριο Κομνηνό, στον Πρωτοπρεσβύτερο π. Σταύρο Σπορίκη και στον Δημοτικό Σύμβουλο του Δήμου Τοπείρου κ. Αθανάσιο Λουκμακιά για το αρχειακό υλικό και τις προφορικές μαρτυρίες τους προκειμένου να γραφεί το παραπάνω αφιερωματικό κείμενο. 


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ