Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Η Θρακοπελάγια Μητρόπολη Αίνου

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η Θρακοπελάγια Μητρόπολη Αίνου
Εκκλησιαστική και Εκπαιδευτική Οργάνωση κατά την Υστεροθωμανική Περίοδο (17ος – 20ος αιώνας)
Ένας από τους πολλούς ιστορικούς αδάμαντες της «Μεγάλης Θρακώας Πατριαρχικής Γης», που σε πείσμα των επώδυνων στροφών του ιστορικού γίγνεσθαι «φαίνει και ζει αδιαλείπτως» στις «αθάνατες συνειδήσεις» των επιγενομένων γόνων των πονεμένων προσφύγων είναι και η παλαίφατος και μεγάτιμος ελληνορθόδοξη επαρχία της Αίνου στην Ανατολική Θράκη στην οποία πριν από τον πικρό απορφανισμό της κατά το έτος 1922 και την οριστική Αναγκαστική Ανταλλαγή των πληθυσμών με την υπογραφείσα Συνθήκη της Λωζάνης (1923) υπήρχαν ακμαίες ρωμαίϊκες κοινότητες με άρτια εκκλησιαστική εκπαιδευτική οργάνωση όπου διέπρεπαν επιφανείς λόγιοι Μητροπολίτες, Ιερομόναχοι και Διδάσκαλοι του Γένους οι οποίοι ανέθρεψαν και εγαλούχησαν με το «μέλι και το γάλα της ελληνορθοδόξου παιδείας και ευσεβείας» γενεές γενεών ελληνοπαίδων.
Ο Ευαγγελικός λόγος εσπάρη και ο χριστιανισμός εδραιώθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Αίνου πολύ νωρίς, όπου ήδη κατά τον τρίτο –πολύ περισσότερο τον τέταρτο μ.Χ. αιώνα– είχαν οργανωθεί και οι πρώτες μικρές υποτυπώδεις χριστιανικές κοινότητες. Ο πολύς περί την εκκλησιαστική ιστορία των Επισκοπών και Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Καθηγητής της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Βασίλειος Σταυρίδης γράφει σχετικά: «ο χριστιανισμός θα διεδόθη ενωρίς εις την Αίνον, διότι αύτη κατέστη έδρα επισκόπου, άλλοτε πρώτη και άλλας φοράς τετάρτη της επαρχίας Ροδόπης. Επί Ιουστινιανού του Μεγάλου (527-565) έγινεν Αριχεπισκοπή. Επί Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1081-1118) ανυψώθη εις Μητρόπολιν, εις την 62αν θέσιν, κατόπιν 73ην εις τας Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αρχάς του Κ΄ αιώνος ήτο 33η εις την σειράν του Συνταγματίου και ο Μητροπολίτης της Αίνου ετάσσετο αρχικώς μεταξύ των υπερτίμων, εφημίζετο δε έπειτα και ως έξαρχος Ροδόπης. Η έδρα του είχε μετατεθεί εις Δεδέαγατς… η Αίνος, ότε ήτο Αρχιεπισκοπή, ήρχετο εις την σειράν 30η, 31η, 33η και 43η. Ως Μητρόπολις κατά τους βυζαντινούς χρόνους 57η, 62α, 64η, 72α και 73η. Μετά δε την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως αθρόως 38η και κατά τον Κ΄ αιώνα 33η και 32η».

ΤΟ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΙΒΩΤΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΥΛΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΤΟ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ
ΚΙΒΩΤΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΥΛΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
Τα προνόμια των Ορθοδόξων Μητροπολιτών κατά την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας
Τα βεράτια της Υψηλής Πύλης περί των Μητροπολιτών
Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους οθωμανούς, ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παρέδωσε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Γεννάδιο Β΄ (Σχολάριο) τα λεγόμενα «άγραφα προνόμια», καθώς και βεράτια (ανώτατα σουλτανικά διατάγματα) με τα οποία περιγράφονταν λεπτομερέστατα και κατοχυρώνονταν τα εθναρχικά, εκκλησιαστικά και ποιμαντικά δικαιώματα των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τα βεράτια αυτά απέβλεπαν στην προστασία των προνομίων της Εκκλησίας και των μητροπολιτικών δικαιωμάτων από τις αυθαίρετες παρεμβάσεις των οθωμανών διοικητών στις απομακρυσμένες επαρχίες της αυτοκρατορίας, που δεν ελέγχονταν άμεσα από την κεντρική διοίκηση.
Σε γενικές γραμμές τα βεράτια της Υψηλής Πύλης περί των Μητροπολιτών όριζαν ότι οι ορθόδοξοι μητροπολίτες ήσαν ανεξάρτητοι και ελεύθεροι στην εκτέλεση όλων των αφορώντων στη χριστιανική θρησκεία και στη γενική διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων των χριστιανών. Είχαν δικαίωμα να υπερασπίζονται τους χριστιανούς κατοίκους της μητροπολιτικής τους περιφέρειας σε όλες ανεξαιρέτως τις υποθέσεις τους, χωρίς καμμία παρεμπόδιση από τις οθωμανικές αρχές. Μόνο οι Μητροπολίτες είχαν το δικαίωμα να επεμβαίνουν και να ρυθμίζουν τα των γάμων, διαζυγίων και κληρονομικών ζητημάτων των χριστιανών.

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Ο ΕΚ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (1892-1958)

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός  Ιστορικός – Νομικός κ.  Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΕΠΑΞΙΟΣ ΒΛΑΣΤΟΣ
Ο ΕΚ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
ΜΙΧΑΗΛ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (1892-1958)
ΤΙΜΗΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 125 έτη από την γέννησή του στην ιστορική Μαρώνεια ( 1892- 2017). Ούτε ένας ανδριάντας στην γενέτειρά του Μαρώνεια ή στην Κομοτηνή.
Ο Ιεράρχης που τίμησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο από Κορίνθου αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής κυρός Μιχαήλ, κατά κόσμον Θουκιδίδης Κωνσταντινίδης, εγεννήθη εκ γονέων ευσεβών, του Μιχαήλ και της Φιλιώς Κωσνταντινίδου, στην Μαρώνεια της Δυτικής Θράκης, κατά το έτος 1892. Εκ των φιλοχρίστων γονέων του εδιδάχθη την ευσέβεια και το πατροπαράδοτον σέβας, ενώ στο δημοτικό σχολείο της γενέτειρας του εδιδάχθη τα εγκύκλια γράμματα.
Στην συνέχεια φοίτησε στο τότε ημιγυμνάσιο της Ξάνθης και αφού επέτυχε στις γραπτές εξετάσεις εισήχθη το έτος 1906 στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης και απεφοίτησε αριστούχος το 1914, αφού προηγουμένως υπέβαλε αινέσιμη επι πτυχίω διατριβή με θέμα  «η περί βασιλείας του θεού διδασκαλία της Καινής Διαθήκης». Κατά το τελευταίο έτος των σπουδών του στην θεολογική Σχολή χειροτονήθηκε διάκονος και μετονομάσθηκε Μιχαήλ από τον τότε σχολάρχη και μητροπολίτη Σελευκείας Γερμανό Στρηνόπουλο ( μετέπειτα Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας).
Μετά την λήψη του πτυχίου του παρέμεινε επί ένα έτος ως υφηγητής της Θεολογικής Σχολής Χάλκης στην έδρα της Καινής Διαθήκης, αλλά και ως γραμματεύς αυτής, κατόπιν της απαιτήσεως του Σχολάρχου Γερμανού. Συγχρόνως εδίδασκε και την ελληνική γλώσσα στις γυμνασιακές τάξεις της εμπορικής Σχολής της Χάλκης. 

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Ο Εθνάρχης Κύπρου Μακάριος ο Γ΄ 40 έτη από το θάνατό του (1977-2017)


Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
In Memoriam
Ο Εθνάρχης Κύπρου Μακάριος ο Γ΄
40 έτη από το θάνατό του (1977-2017)
·        Ιστορικά αποσπάσματα από τις ομιλίες του Μακαρίου κατά την διάρκεια της Εθναρχικής Aρχιεπισκοπείας του
Τον Οκτώβριο του 1950 ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος, μετά τον θάνατο του γηραιού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β΄, εξελέγη νέος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, χωρίς μάλιστα κάποιο ανθυποψήφιο, και κατεγράφη ως «Μακάριος ο Γ΄». Στον δε ενθρονιστήριο λόγο του, στις 20 Οκτωβρίου 1950,  δήλωνε περί του εθνικού ζητήματος της Κύπρου τα εξής: «περί της δούλης δε πατρίδος τον λόγον περιστρέφων, πάση δυνάμει και πάση θυσία θα συνεχίσω μετά του φιλοπάτριδος ελληνικού κυπριακού λαού τον εθνικόν αγώνα, βαδίζων επί αδιαλλάκτου προς τον κυρίαρχον  (εννοεί τους Άγγλους), ενωτικής γραμμής, ουδέν έτερον επιδιώκων ειμή μόνον, την ένωσιν μετά της ελληνικής μητρός».
Το 1954 ο Εθνάρχης βρισκόταν σε συνεχή αντιπαράθεση με τους Βρετανούς, οι οποίοι προσπαθούσαν με την εφαρμογή ενός ανελεύθερου νόμου να φιμώσουν τον τύπο. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος εκάλεσε τον λαό σε παγκύπριο συλλαλητήριο, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Αυγούστου 1954 στους χώρους γύρω από την εκκλησία της Φανερωμένης στη Λευκωσία. Ο Αρχιεπίσκοπος εκφώνησε έναν μνημειώδη πολιτικό  λόγο που έμεινε στην ιστορία ως «Όρκος της Φανερωμένης», στον οποίο μεταξύ άλλων είπε: «υπό τους ιερούς αυτούς θόλους ας δώσωμεν σήμερον τον άγιον όρκον. Θα παραμείνωμεν πιστοί έως θανάτου εις το εθνικόν μας αίτημα. Άνευ υποχωρήσεων. Θα περιφρονήσωμεν την βίαν και την τυραννίαν. Με θάρρος θα υψώσωμεν το ηθικόν παράστημά μας υπεράνω των μικρών και εφήμερων κωλυμάτων, ένα και μόνον επιδιώκοντες, σε ένα και μόνο αποβλέποντες, τέρμα, την Ένωσιν και μόνον την Ένωσιν».

Φαναριοσκέπαστη Θρακική Γη, Ανατολική Θράκη – Ανατολική Ρωμυλία

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός και Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς


Φαναριοσκέπαστη Θρακική Γη
Ανατολική Θράκη –Ανατολική Ρωμυλία
Αλησμόνητες Εκκλησιαστικές Επαρχίες του
Οικουμενικού Πατριαρχείου

Δεν θα ήταν υπερβολή, εάν λέγαμε ότι από τις πλέον εκλεκτές και αγαπημένες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που μέχρι σήμερα παραμένουν αλησμόνητες, υπήρξαν εκείνες της Ανατολικής Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας ή Βορείου Θράκης. Γι’ αυτό συχνότατα γράφουμε και διακηρύττουμε ότι η «Θρακική Γη είναι Γη Πατριαρχική». Οι εκκλησιαστικές αυτές επαρχίες ανέκαθεν διατηρούσαν ισχυρούς και ακατάλυτους, εκκλησιαστικούς και πνευματικούς δεσμούς με τη Μητέρα Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Τα φρόνημα των Ανατολικοθρακών και των Ανατολικορωμυλιωτών ήταν βαθύτατα πατριαρχικό, βαθύτατα διαποτισμένο από την ζωογόνο εκκλησιαστική πνοή του μαρτυρικού και εσταυρωμένου Φαναρίου, του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Και μέχρι σήμερα αυτή η συνείδηση ότι ανήκουμε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει ζωντανή στο νου και στην ψυχή των Θρακών που διαβιούν στην ελληνική Θράκη ως απόγονοι και συνεχιστές της  εκκλησιαστικής, ιστορικής και πολιτισμικής παραδόσεως και πορείας εκείνων των μαρτυρικών προσφύγων προγόνων μας Θρακών που λόγω της εθνοφυλετικής – εθνικιστικής μεγαλοϊδεατικής πολιτικής και βιαίας τακτικής των Βουλγάρων εγκατέλειψαν την Ανατολική Ρωμυλία και αργότερα λόγω της νεοτουρκικής θηριωδίας μέχρι την Μικρασιατική καταστροφή (1922), και τις προγονικές τους εστίες στην Ανατολική Θράκη.
Η Ανατολική Θράκη και η Ανατολική Ρωμυλία ως ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές και εκκλησιαστικές επαρχίες είχαν συγκριτικά με άλλες περιοχές τις περισσότερες Μητροπόλεις και επισκοπές. Το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο και περιστασιακό. Αντιθέτως περίτρανα αποδεικνύει τόσο το υψηλό και γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα των κατοίκων της Ανατολικής Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας όσο και την ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα που έδιδε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σ’ αυτές τις νευραλγικές εκκλησιαστικές επαρχίες του με τον υψηλού επιπέδου ακμάζοντα ορθόδοξο πληθυσμό, που ήταν αφοσιωμένος, παρά το κόστος που πλήρωναν, λόγω της αφοσιώσεώς τους στην Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι στην Ανατολική Θράκη μέχρι και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 υπήρχαν και άκμαζαν οι Μητροπόλεις: Αδριανουπόλεως, Ηρακλείας, Αίνου, Τυρολόης και Σερεντίου, Βιζύης και Μηδείας, Σαράντα Εκκλησιών, Σηλυβρίας, Γάνου και Χώρας, Μυριοφύτου και Περιστάσεως, Καλλιπόλεως και Μαδύτου, Μετρών και Αθύρων, ενώ στην Ανατολική Ρωμυλία οι Μητροπόλεις Φιλιππουπόλεως, Βάρνας, Αγχιάλου, Αγαθουπόλεως, Αγαθονικείας, Βράτσας, Λεύκης, Κωνσταντίας, Λιτίτσης, Μεσημβρίας, Πρεσλάβας, Ροδοστόλου, Σαμακοβίου και Σωζοπόλεως κ.ά.

Ορφανοτροφείον της Πριγκήπου (1903-2017)

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Ορφανοτροφείον της Πριγκήπου (1903-2017)

Επέτειος 114 ετών από την πρώτη λειτουργία του ως ευαγούς καθιδρύματος του
Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ομογενειακής Πολίτικης Ρωμιοσύνης.
Επετειακό το σωτήριον έτος 2017 καθώς συμπληρώνονται 114συναπτά έτη από την πρώτη λειτουργία του λεγομένου  τότε «Εθνικού Ορφανοτροφείου» ως ευαγούς καθιδρύματος  του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο περίφημο ξύλινο κτίριο της Πριγκήπου, που είναι το μεγαλύτερο ξυλοκατασκευασμένο οικοδόμημα της Ευρώπης.
Οι ιστορικές σελίδες γυρίζουν 114 έτη και ανασταίνουν μνήμες και οραματισμούς, δοκιμασίες και δάκρυα, φωνούλες και χαμόγελα ορφανών ρωμιόπουλων που έζησαν τα δύσκολα παιδικά χρόνια της ζωής τους στον παραδεισένιο αυτό λόφο  της Πριγκήπου και στη συνέχεια πέταξαν ως «ελεύθερα πουλιά» σε όλη την Οικουμένη. Μέχρι λοιπόν και το έτος 1902 το ευαγές «Εθνικόν Ορφανοτροφείον» περιελαμβάνετο στο συγκρότημα των λεγομένων «Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων», τα οποία εκτείνοντο στην περιοχή του Επταπυργίου της Κωνσταντινουπόλεως. Το καθίδρυμα τούτο, κατά το έτος 1902, κατέστη τελείως αυτοτελές όταν μετεγκατεστάθη στο μεγαλοπρεπές τούτο κτίριο της Πριγκήπου.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ε. Σιδηράς
ΙΕΡΟΝ ΔΙΠΤΥΧΟΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ
Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ
ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ

·        Αμφιετηρίδα 120 ετών (1896-2016) από της ανεγέρσεως του παλαιφάτου κτιρίου της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και της κοιμήσεως του χαρισματικού λογίου Θρακός συγγραφέως Γεωργίου Βιζυηνού.
·        Η τροφός Θεολογική Σχολή της Χάλκης αγκάλιασε στοργικά τον νεαρό ιεροσπουδαστή της Γεώργιο Βιζυηνό, ο οποίος γεύθηκε στον «Λόφο της Ελπίδος ή των Παπάδων» την κατά Θεόν και κατ’ άνθρωπον γνώση και σοφία διευρύνοντας τους πνευματικούς του ορίζοντες.
·        Το «Πρωτόλειο Ποίημα» του Χαλκίτη ιεροσπουδαστή, το οποίο συνέγραψε, αφιέρωσε και δημοσίευσε το 1873 ως «Δώρημα ψυχής» στην περίπυστη και παλαίφατη εν Χάλκη Ιερά Θεολογική Σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Αμφιετηρίδα για ένα κτίριο και έναν άνθρωπο που συνδέθηκαν οντολογικά (υπαρξιακά) μέσα στον χωροχρόνο και τοιουτοτρόπως μνημονεύονται από τους «εραστές της γραφίδος και του λόγου». Το «Ιερόν Δίπτυχον Μνημοσύνης 120 Ετών» μέσα από γεγονότα και συμβολισμούς, επετειακές αναμνήσεις και αναγωγές στο «ένδοξο πάλαι» με την πικρά γεύση στα χείλη για τα «περασμένα μεγαλεία», όταν αποφθέγγονται δύο «αδιαίρετες, ασύγχυτες, άτρεπτες και αναλλοίωτες» μέσα στον πανδαμάτορα χρόνο περιφράσεις, οι οποίες ως «Ιερόν Δίδυμον» εγείρουν «εκ του της ιστορίας ταμείου» τις «καθεύδουσες συνειδήσεις» των επιγενομένων, ήτοι τις κατά προαίρεση εναλλάξ γραφόμενες ή λεγόμενες περιφράσεις «Γεώργιος Βιζυηνός και Χάλκη» ή «Χάλκη και Γεώργιος Βιζυηνός» σε μία θαυμαστή και υπερβατική «αλληλοπεριχώρηση» και «αντίδοση ιδιωμάτων και βιωμάτων», τα οποία ως ακατάλυτος ,διαχρονικός, οντολογικός (υπαρξιακός), ιστορικός και βαθύτατα ζωντανός συμβολικός «ομφάλιος λώρος» συνέδεσαν, συνέζευξαν τον νεαρό Θράκα ιεροσπουδαστή με την κατά Χάλκη φιλόστοργη τροφό και παλαίφατη Ιερά θεολογική Σχολή του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου, το «ιερώτατον τούτο παλλάδιον των Μουσών», την όντως «Ακρόπολιν της Θεολογίας».
Έκθαμβος συλλογίζομαι και ανακαλώ στην μνήμη «εκ του ταμείου της ιστορικής ιχνηλασίας και γνώσης» ένα έτος «ορόσημο» τόσο για την Θεολογική Σχολή της Χάλκης όσο και για τον Ουρανοβάμωνα της σκέψεως και της κεχαριτωμένης ενήδονης και ευαίσθητης γραφίδος Γεώργιο Βιζυηνό. Πρόκειται για το «Σωτήριον Έτος 1896», όταν ο της Θρακώας γης και της μυριοτραγουδισμένης ιστορικής Βιζυής ευκλεής γόνος, Γεώργιος, ο προσφυώς αποκληθείς «Βιζυηνός», «μετέστη προς την όντως ζωήν» και κατά το αυτό έτος «χάριτι Θεού» και «όλη δαπάνη» του μεγατίμου και φιλογενούς Παύλου Σκυλίτση Στεφάνοβικ ανηγέρθη εκ θεμελίων και ενεκαινιάσθη το μέχρι και σήμερον υπάρχον, νέο τότε κτίριο της Ιεράς και περιπύστου Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, ύστερα από τον καταστροφικό σεισμό του έτους 1894, ο οποίος «έπληξε ολοσχερώς»  το προϋπάρχον αρχικό και παλαίφατο κτίριο της Σχολής που είχε ανεγερθεί το 1844 – έτος ιδρύσεως και λειτουργίας αυτής – υπό του αοιδίμου οραματιστού και φιλόμουσου εν Πατριάρχαις Γερμανού του Δ’.

Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τα κοινωφελή σωματεία των Σαράντα Εκκλησιών Ανατολικής Θράκης

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός και Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΣΤΙΣ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΕΣ ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ
Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τα κοινωφελή σωματεία των Σαράντα Εκκλησιών Ανατολικής Θράκης

·        Ο εκ Σαράντα Εκκλησιών Μητροπολίτης Μαρωνείας  Μελισσηνός Χριστοδούλου (1914-1921) καταγράφει την ιστορία της γενέτειράς του

Ο γόνος της πόλεως των Σαράντα Εκκλησιών  της Ανατολικής Θράκης, Μητροπολίτης Μαρωνείας Μελισσηνός Χριστοδούλου (1914-1921), κατέγραψε εμπεριστατωμένα και τεκμηριωμένα την ιστορία της πατρίδος του, την οποία εξέδωσε κατά το έτος 1897. Ο Μελισσηνός όταν εξέδωσε την μελέτη  του ήταν ακόμη Αρχιμανδρίτης.
Στο αξιόλογο τούτο ιστορικό πόνημα κάνει ιδιαίτερη μνεία στην εκπαιδευτική κατάσταση που επικρατούσε κατά τα τέλη του 20ου αιώνα στην πόλη των Σαράντα Εκκλησιών αναφερόμενος στα κατά την περίοδο εκείνη λειτουργούντα εκπαιδευτικά ιδρύματα καθώς και στα κοινωφελή φιλεκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά Σωματεία των Σαράντα Εκκλησιών.
Ο  τότε Αρχιμανδρίτης Μελισσηνός Χριστοδούλου έγραψε για την εκπαιδευτική κατάσταση της γενέτειράς του, τα εξής: «Η παιδεία στις Σαράντα Εκκλησιές μέχρι της δευτέρας εικοσιπενταετηρίδος του παρόντος αιώνος ευρίσκετο «εν σπαργάνοις», η διδασκαλία των ελληνικών γραμμάτων περιοριζόταν στην Οκτάηχο, το Ψαλτήριο και τον Απόστολο. Από της εποχής δε ταύτης εδόθη ώθηση για καλύτερη καλλιέργεια των γραμμάτων και μείζονα πνευματική ανάπτυξη. Βαθμηδόν δε συνέστησαν τα ήδη υπάρχοντα σχολεία, στην εξιστόρηση των οποίων βαίνω ήδη…»
Οι Κεντρικές Σχολές στην πόλη των Σαράντα Εκκλησιών ήταν: 1) Η Ελληνική και Αστική Σχολή, 2) Το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, 3) Νηπιαγωγείο.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΙΕΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΗΣ ΙΜΕΡΟΥ Ν. ΡΟΔΟΠΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΤΟ ΙΕΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΗΣ
ΙΜΕΡΟΥ Ν. ΡΟΔΟΠΗΣ
Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΔΑ
Όπως σε κάθε τόπο, σε κάθε Μητρόπολη ανά τον κόσμο, υπάρχουν τα ιερά προσκυνήματα που αποτελούν πόλο έλξεως για τους ευσεβείς πιστούς, κατά τον ίδιο τρόπο προστρέχουν και οι ευλαβείς χριστιανοί του Νομού Ροδόπης και των δύο άλλων όμορων Νομών της Θράκης στο ιερό προσκύνημα της Αγίας Μαρίνης Ιμέρου, το οποίο μαζί με το αντίστοιχο της Ιεράς Μονής Παναγίας Φανερωμένης (22-23 Αυγούστου) αποτελούν για την Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής τόπους ευλογημένους από την χάρη και την άκτιστη ενέργεια του πανσθενουργού Παναγίου Πνεύματος, όπου οι πιστοί αναπαύονται πνευματικά και ευρίσκουν παρηγορία από τις «ζάλες του βίου».
Το ιερό προσκύνημα της Αγίας Μαρίνης Ιμέρου είναι παλαιότατο και από πλευράς ιστορικών μαρτυριών μπορούμε να πούμε ότι οι πρώτες αξιόπιστες μαρτυρίες για την ύπαρξή του ανάγονται στις αρχές του 20ού αιώνος. Σύμφωνα λοιπόν με την άγραφη προφορική παράδοση, η οποία σώζεται από στόμα και στόμα και μεταφέρεται μέσα στον χρόνο μέχρι τους νεωτέρους, το ιερό τούτο προσκύνημα είναι συνδεδεμένο με την τοποθεσία όπου ευρίσκεται σήμερα ο παλαιός ναός της Αγίας Μαρίνης, τον οποίο κατά το έτος 1958 ανήγειρε εκ θεμελίων ο μακαριστός Μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος Ματθαιάκης (1954-1974), ο μετέπειτα Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας (1974-1992). Στον ναό αυτό φυλάσσεται μέχρι και σήμερα η θαυματουργή εικόνα της Αγίας Μαρίνης καθώς και η παλαιά εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Πριν από την ανέγερση του ιερού τούτου πρώτου ναού (παλαιού) από τον Μητροπολίτη Μαρωνείας Τιμόθεο, η θαυματουργή εικόνα της Αγίας Παρασκευής εφυλάσσετο σε παρακείμενο του παλαιού ναού πλίθινο προσκυνητάριο, το οποίο κατεδαφίσθη όταν ανεγείρετο ο παλαιός πρώτος ναός και σήμερα στο ίδιο σημείο υπάρχει μικρό προσκυνητάριο, κατασκευασμένο πια με σύγχρονα οικοδομικά υλικά για να αποτελεί ορατή και απτή ενθύμηση του πρώτου πλίθινου προσκυνηταρίου.

Τί εστίν Πατριάρχης;

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Τί εστίν Πατριάρχης;
· Στο πρόσωπο των εκάστοτε Οικουμενικών Πατριαρχών ενσαρκούται και υποστασιάζεται αυτοθυσιαστικώς και αγιοπνευματικώς ο πάντιμος και μαρτυρικώς καθαγιασμένος θεσμός του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
·  Οι από Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και στο διάβα των αιώνων Οικουμενικοί Πατριάρχες πέραν και έξω εθνοφυλετικών κριτηρίων εκφράζουν γνησίως και ανοθεύτως την Οικουμενικότητα του διαχρονικού και πανανθρώπινου σωτηριώδους μηνύματος του Σταυρού και της Αναστάσεως Ιησού Χριστού «εις πάντα τα έθνη».
·    Η ιστορική, πνευματική και όντως υπαρξιακή σχέση του Πρωτοθρόνου της Ορθοδοξίας Επισκόπου ως του «Πατριάρχου του ευσεβούς Ρωμαίϊκου Γένους» δεν αποτελεί ανούσιο τύπο, μουσειακό απολίθωμα και «νεκρό γράμμα» ενός ενδόξου πάλαι ποτέ βυζαντινισμού, αλλά βιωματική οντολογική αλήθεια και ζωογόνο διαπροσωπική σχέση ζωής, η οποία ζει μέσα στο χωροχρόνο.


    Στο διαχρονικό μέγα ερώτημα, το οποίο καθίσταται έτι περισσότερο αμείλικτο και επίκαιρο κατά τους εσχάτους καιρούς και χρόνους του άνευ επιγνώσεως φανατικού και αντιεκκλησιολογικού ζηλωτισμού, του εωσφορικού εγωϊσμού, της συκοφαντήσεως, του ψεύδους και του αντιπατριαρχικού μένους , περί του «τί εστί Πατριάρχης;», η απάντηση δίδεται θεοπνεύστως με τον πλέον σαφή, ακριβή και περιεκτικό ορισμό, ο οποίος είναι καταγεγραμμένος στο Νομικόν Βιβλίον «Επαναγωγή» Βασιλείου Μακεδόνος και Λέοντος Σοφού, όπου αναγιγνώσκουμε: «Τί εστίν Πατριάρχης; Ο Πατριάρχης εστίν εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος, δι’ έργων και λόγων χαρακτηρίζουσα την αληθείαν. Τέλος αυτώ, οι των καταπεπιστευμένων ψυχών σωτηρία και το υπερ της αληθείας και της εκδικήσεως των δογμάτων λαλείν ενώπιον Βασιλέως και ουκ αισχύνεσθαι».

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Α΄ Aπελευθέρωση της Κομοτηνής (14 Ιουλίου 1913)

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Α΄ Aπελευθέρωση της Κομοτηνής (14 Ιουλίου 1913)
Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο
Την 5η Οκτωβρίου του 1912 ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός και οι πρωταγωνιστές του ήταν τα συμμαχικά κράτη της Ελλάδος, της  Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου εναντίον  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στο πλαίσιο των λεγομένων συμμαχικών πολεμικών επιχειρήσεων οι Βούλγαροι κατά τον Νοέμβριο του 1912 εισέρχονται και εγκαθίστανται στη Δυτική Θράκη όχι ως απελευθερωτές και σύμμαχοι, αλλά στην πραγματικότητα ως κατακτητές, προκειμένου να εκβουλγαρίσουν τον ελληνισμό της Θράκης. Έτσι, επί οκτώ μήνες, από τον Νοέμβριο του 1912 έως και τον Ιούλιο του 1912, διεξήγετο ένας ανελέητος ανθελληνικός αγώνας, ο οποίος είχε έναν και μόνο στόχο που δεν ήταν άλλος από την ίδρυση της Μεγάλης Βουλγαρίας.
Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την 16η Ιουνίου του 1913, ανάμεσα στους πρώην συμμάχους, δηλαδή την Βουλγαρία αφενός και την Σερβία μαζί με την Ελλάδα αφετέρου, εκδηλώνεται το ακραίο εθνικιστικό ανθελληνικό πάθος των Βουλγάρων, οι οποίοι απέβλεπαν, παντί σθένει, να αφανίσουν κάθε τι το ελληνικό στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής  Θράκης και φυσικά στην έκταση του τότε Καζά Γκιουμουλτζίνας (Κομοτηνής).

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΝΑΝΑΚΗ, ΠΤΥΧΕΣ ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ, ΚΑΣΤΕΛΛΙΟΥ ΚΑΙ
ΒΙΑΝΝΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΝΑΝΑΚΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.
ΠΤΥΧΕΣ ΣΧΕΣΕΩΝ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ
(Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 219 + 52)
Βιβλιοπαρουσίαση – Σχολιασμός Εκδόσεως
Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
Η μετοχή στις αλήθειες κάθε βιβλίου, το οποίο εκδίδεται και κυκλοφορεί, είτε είναι περισσότερο είτε ολιγότερο επιστημονικό, αποκαλύπτει τόσο στον απλό αναγνώστη, όσο και στον ειδικό επιστήμονα και μελετητή έναν «άγνωστο κόσμο» γεγονότων και προσώπων, αιτίων και αιτιατών, αντικειμενικών ή υποκειμενικών αληθειών, πιστευμάτων και ιδεολογημάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως το βιβλίο ως πόνημα ενδιαθέτου σκέψεως και μυσταγωγίας πνεύματος έχει κάτι να εισφέρει στον ειδήμονα ή μη αναγνώστη, ο οποίος ακορέστως αναζητά την γνώση και το δυσχερέστερο αυτής, την Αλήθεια.
Η έκδοση του νέου επιστημονικού ιστορικού πονήματος του πολυγραφότατου και εμπνευσμένου συγγραφέως, Σεβ. Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέου Νανάκη, Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπό τον τίτλο: «Πτυχές Σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας κατά τον 20ο αιώνα» (Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 219 + 52), αποτελεί έναν ακόμη επιστημονικό ερευνητικό κρίκο στο όλο πολυδιάστατο και πολυσχιδές συγγραφικό έργο του στο πλαίσιο τόσο των ακαδημαϊκών ενδιαφερόντων και καθηκόντων του όσο και της εν τη Εκκλησία Χριστομιμήτου λευϊτικής διακονίας του και μάλιστα ως λογίου Φαναριώτου Ιεράρχου, ο οποίος μυσταγωγεί το μυστήριο της Εκκλησίας στην Πατριαρχική μεγαλόνησο Κρήτη. Η δε βιβλιοπαρουσίαση του νέου αυτού επιστημονικού πονήματος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ο οποίος διά τον γράφοντα υπήρξε και παραμένει αμεταθέτως πολυφίλητος και πολυσέβαστος Πανεπιστημιακός Διδάσκαλος και «Ακαδημαϊκός Ανάδοχος» της μετά απαθούς πάθους ενασχολήσεώς μας περί την ιστορία του πολυμαρτυρικού και Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου μας κατά τις μεταπτυχιακές σπουδές μας στον ιστορικό κλάδο της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., η βιβλιοπαρουσίαση, λέγω, δεν αποτελεί μία τυπική υποχρέωση ή ένα ανούσιο καθήκον, αλλά ελαχίστη γραπτή δημοσία κατάθεση και δώρημα ψυχής του «αεί διδασκομένου» μαθητού προς τον εμπνευσμένο «αεί Διδάσκαλό» του.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ – ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ – ΝΟΜΙΚΟΥ

1. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ο Ιερεύς στη διακονία του ιερατικού αξιώματος κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, Τόμος Πρακτικών ΙΗ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 247-290.
2. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η «Δογματική Κανονική Ακρίβεια» και η «Εκκλησιαστική Οικονομία» κατά την διδασκαλία του Αγίου Κυρίλλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, Τόμος Πρακτικών ΙΘ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 475-537.
3. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Θεϊκή Ουσία και Υποστατικά Ιδιώματα στην περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Τόμος Πρακτικών Κ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 253-279.

Γέροντες Ιάκωβος Τσαλίκης - Παΐσιος Αγιορείτης - Πορφύριος

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η Τριάδα των Νέων Αγίων και Οσίων Ασκητών της Ορθοδοξίας
Γέροντες
Ιάκωβος Τσαλίκης - Παΐσιος Αγιορείτης - Πορφύριος
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ως «αγιοτόκος και αγιοτρόφος αμπελώνας» κατά τους εσχάτους καιρούς έχει να επιδείξει τρεις νέους οσίους ασκητές: τον Γέροντα Άγιο Πορφύριο, τον Οσιακό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη και τον Γέροντα Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη.
Ο Άγιος Πορφύριος εγεννήθη το έτος 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας της Ευβοίας και ήταν γόνος πτωχής αγροτικής οικογένειας. Τούτο είχε ως συνέπεια να φοιτήσει μόνο δύο έτη στο δημοτικό σχολείο και αναγκάσθηκε για λόγους βιοποριστικούς να εργασθεί. Ενώ ήταν μόλις εννέα ετών, εργάσθηκε σε ανθρακωρυχείο της περιοχής και σ' ένα παντοπωλείο του Πειραιά. Ο πατέρας του για να συντηρήσει την οικογένειά του αναγκάσθηκε να ξενιτευτεί και να εργασθεί σκληρά ως εργάτης στην διώρυγα του Παναμά.
Όταν ο Γέρων ήταν μόλις οκτώ ετών περιήλθε στα χέρια του ένα φυλλάδιο με τον οσιακό βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτη, το οποίο διάβασε συλλαβιστά επειδή ήταν ολιγογράμματος. Επειδή ο βίος του Αγίου αυτού συνεκίνησε τον Γέροντα, ήθελε διακαώς να μιμηθεί την οσιακή και  ασκητική ζωή του. Γι' αυτό, κρυφά, ενώ ήταν μόλις δώδεκα ετών, ξεκίνησε για το Άγιον Όρος και στο πλοίο διόλου τυχαία συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, Ιερομόναχο Παντελεήμονα, ο οποίος ασκήτευε στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου, στην σκήτη των Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους. Σε αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του, τον Μοναχό Ιωαννίκιο, ο τότε νεαρός δόκιμος έκανε άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια εκάρη Μοναχός, μανθάνοντας εμπράκτως και με άκρα άσκηση τα μυστικά της πνευματικής ζωής.

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΙΝΟΝ ΣΚΕΥΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α΄

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΙΝΟΝ ΣΚΕΥΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α΄
·        Γραφή επετειακής Μνημοσύνης για την συμπλήρωση Εικοσιπενταετίας (1991-2016) από της Κοιμήσεως του
·                 ·      Το «Τάμα» της ζωής του ήταν η «Αυτολύπη»
·        Πατριάρχης του Γένους και Πρωτόθρονος των Ορθοδόξων
Και μόνον το «δειλόν τόλμημα» της γραφίδος να σκιαγραφήσει, κατά τα ειθισμένα, τον «αχώρητον της ταπεινώσεως και αυτοταπεινώσεως και εμβαθούς αγάπης» Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο, προκρούει εν τοις πράγμασι σε αυτή την όντως ένσαρκη και υποστασιοποιημένη ανυπόκριτη ταπείνωση και «εκούσια αφάνεια» του τηλαυγούς και «μυστηριακού» εκείνου βλέμματος του «πρώτου της Ορθοδοξίας», του όντως μακαριστού και μετά των μακάρων της αλήκτου Βασιλείας του εν Τριάδι Θεού Δημητρίου του Α΄.
Εάν κάποιος θέσει το ερώτημα: Ποιά εικόνα στη μνήμη των ανθρώπων παραμένει ανεξάληπτη από την περπατησιά του αοιδίμου Πατριάρχου στον μάταιο τούτο κόσμο; Η απάντηση είναι και θα είναι αυθόρμητα λαλουμένη: Το μυστηριακό βλέμμα του στα ολόφωτα μάτια του, που ποτέ δεν ήξερες εάν είναι εμβαπτισμένα στη θλίψη ή την απόγνωση, στη σιωπή της προσευχής ή στην έξω του κόσμου αυτού πραγματικότητα του Θεού, στη μοναξιά του σταυρού που αίρει ο «πρώτος της Ορθοδοξίας» ή στην απομόνωση από τους εγγύς και τους μακράν, από τους έσω ή τους έξω του εκκλησιαστικού αμπελώνος αδελφούς ή και τους πολλάκις «προσωπείον φέροντες» ψευδαδέλφους, φίλους και πολεμίους του «εν οστρακίνω σκεύει», παντοδυνάμου κατά Θεόν Φαναρίου, όπως και εκείνος ήταν και παραμένει μέγας στις καρδιές των ανθρώπων Πατριάρχης του Γένους και Πρωτόθρονος των Ορθοδόξων, επειδή ακριβώς έναντι των εγκοσμίων κριτηρίων υπήρξε και έζησε κρύπτοντας το «μεγαλείον» του «εν οστρακίνω σκεύει».

Μνημειώδες Τρίτομο Έργο Μητροπολίτου Φιλαδελφείας Μελίτωνος

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Μνημειώδες Τρίτομο Έργο Μητροπολίτου Φιλαδελφείας Μελίτωνος
«Η Ιερά Πορεία Αγάπης, Ειρήνης και Ενότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου Α΄»

Βιβλιοπαρουσίαση
Μόνο ως μνημειώδες θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί το τρίτομο έργο του περισπούδαστου Μητροπολίτου Φιλαδελφείας κ. Μελίτωνος, το οποίο είναι επετειακώς αφιερωμένο στην συμπλήρωση είκοσι ετών (1991-2011) από της κοιμήσεως του αοιδίμου Πατριάρχου Δημητρίου Α΄ και αναφέρεται στην «Ιερά πορεία αγάπης, ειρήνης και ενότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου Α΄».
Το τρίτομο έργο του Σεβασμιωτάτου είδε το φως της δημοσιότητος και έφθασε ως ευλογία και στα χέρια του γράφοντος κατά το τέλος του έτους 2012 και στις 2.966 συνολικά σελίδες και των τριών τόμων ο βαθυνούστατος και εμπειρότατος συγγραφεύς δημοσιεύει με κάθε προσοχή και λεπτομέρεια άπαντα τα σχετικά κείμενα που εκφωνήθηκαν και κατετέθησαν ως «Φωνή της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως» από των σεπτών χειλέων του αοιδίμου εν Πατριάρχαις Δημητρίου του Α΄ κατά την ιερά πορεία Αγάπης, Ειρήνης και Ενότητος Αυτού στις ανά την Οικουμένη Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες και Αυτόνομες Εκκλησίες, στο Άγιο Όρος και στις κατά τόπους επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου και όχι μόνο, που άρχισε κατά το σωτήριον έτος 1987 και ολοκληρώθηκε το έτος 1991.

Η ΠΑΛΑΙΦΑΤΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΟΠΕΛΑΓΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΣΗΛΥΒΡΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΠΑΛΑΙΦΑΤΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΟΠΕΛΑΓΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΣΗΛΥΒΡΙΑΣ
·        Γενέτειρα Γη του Επισκόπου Πενταπόλεως Αγίου Νεκταρίου
·        Πνευματικό φυτώριο μεγάλων Εκκλησιαστικών, φιλόμουσων  και φιλεκπαιδευτικών προσωπικοτήτων του Ρωμαίϊκου Γένους
Κάθε φορά που ψάλλεται το ενήδονο και θεόπνευστο βυζαντινό μέλος: «Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον…», το οποίο αναφέρεται στον Άγιο Νεκτάριο τον θαυματουργό, γόνο της αγιοτόκου Θρακώας γης και της Θρακοπελαγίας Σηλυβρίας, ανακαλούνται μνήμες και ραγίζουν προσφυγικές καρδιές.
Τούτο συνέβη και την 27η Ιούνη 2014, κατά την υπό του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου χειροτονία του νέου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σηλυβρίας κ. Μαξίμου. Η απορφανεμένη λοιπόν Ιερά Μητρόπολη Σηλυβρίας απέκτησε νέο «πνευματικό πατέρα και προστάτη», έστω και για τα μακράν αυτής και των ενοριών της πνευματικά όπου γης τέκνα, τα οποία βίωσαν το ευφρόσυνο αυτό γεγονός ως «πνοή ζώσα» και «χαράς Ευαγγέλιον».
Η ιστορική γραφή «περί της παλαιφάτου Ιεράς Μητροπόλεως Σηλυβρίας» μας οδηγεί στους αρχαίους χρόνους όταν στη θρακική παραλία της Προποντίδος οι Μεγαρείς κατά τον Ζ΄ αιώνα και συγκεκριμένα το 675 μ.Χ. ίδρυσαν ανθοφορούσα αποικία, η οποία μέσα στο διάβα των αιώνων κατέστη πόλη περιώνυμος και πολύφημος. Η ονομασία αυτή με τα γραφόμενα του ιστορικού, καθηγητού της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, Βασιλείου Σταυρίδη και του «εραστού της βυζαντινής τοπογραφίας» Ακύλα Μήλλα, οι οποίοι επικαλούνται τον μέγα Γεωγράφο Στράβωνα, προέρχεται από το όνομα του ιδρυτού αυτής Σήλυος. Αρχικά λοιπόν ονομάστηκε «Σήλυς» και αργότερα οι Θράκες προσέθεσαν τη λέξη «βρία» που σημαίνει πόλη (Σηλύβρια). Επί δε των ημερών του βυζαντινού αυτοκράτορος Αρκαδίου (395-408) μετονομάσθηκε σε «Ευδοξιούπολη» προς τιμήν της συζύγου του, αλλά η ονομασία αυτή δεν επέζησε επί μακρόν.

Η Λειτουργία του Κοινοτικού Συστήματος στην Παλαίφατη και Θρακοπαράλια Μητρόπολη Σηλυβρίας

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η Λειτουργία του Κοινοτικού Συστήματος στην Παλαίφατη και Θρακοπαράλια Μητρόπολη Σηλυβρίας

·        Ιστορικά έγγραφα εκ του σωζομένου κοινοτικού κώδικος της Μητροπόλεως Σηλυβρίας
·        Το Κοινοτικό σύστημα ως μορφή Τοπικής Αυτοδιοικήσεως κατά την Οθωμανοκρατία υπήρξε θεσμός επιβιώσεως των Ρωμαΐικων Κοινοτήτων
·        Οι εφοροδημογέροντες σε συνεργασία με τους εκκλησιαστικούς και σχολικούς εφοροεπιτρόπους υπό την προεδρία των εκάστοτε Μητροπολιτών Σηλυβρίας συνέβαλαν στην ανάπτυξη και πρόοδο των Ελληνορθοδόξων Ενοριών

Μετά την κατάλυση του βυζαντινού κράτους και την επικράτηση των Οθωμανών στην καθ’ ημάς Ανατολή ο μόνος θεσμός που επεβίωσε μέσα στους «σκοτεινούς αιώνες» της επαράτου δουλείας και υπήρξε η όντως «Κιβωτός της Σωτηρίας» των υπόδουλων Ρωμιών ήταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο μεριμνούσε δια των εκάστοτε Πατριαρχών, της Αγίας και Ιεράς Πατριαρχικής Συνόδου και των κατά τόπους Μητροπολιτών για την άρτια οργάνωση, πρόοδο και ανάπτυξη των ρωμαΐικων κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες, οργανωμένες σε ενορίες, οι όποιες ανήκαν στο Rum Millet, επιβίωσαν παρά τις δυσβάστακτες αντιξοότητες χάρη στα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο από της εποχής του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητού. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως «Εθναρχούσα Εκκλησία» και θεσμός του Γένους επέτυχε συν τω χρόνω, με σύνεση και διάκριση, να ενισχύσει την ίδρυση και οργάνωση ενός άλλου παράλληλου ζωτικής σημασίας θεσμού, που ήταν η «κοινότητα», όπου ο οθωμανοκρατούμενος ελληνισμός οργάνωσε κοινωνικά, εκκλησιαστικά, εκπαιδευτικά και οικονομικά τη ζωή του εντός του πλαισίου το οποίο όριζαν τα παραχωρηθέντα υπό των Σουλτάνων Προνόμια μέχρι και τα μέσα του 19 ου αιώνα.

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
·        Πτυχές της ιστορικής, εκκλησιαστικής, κοινοτικής και εκπαιδευτικής πορείας της μέχρι το 1922
·        Τιμητικό αφιέρωμα ιστορικής Μνημοσύνης στους πρόσφυγες της καθαγιασμένης καππαδοκικής γης που συνεχίζουν να έχουν την πνευματική τους αναφορά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο
Ο πρώτος μητροπολιτικός θρόνος εξ όσων υπάγονται στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας είναι της Αγιοτόκου και καθαγιασμένης Επαρχίας της Καισαρείας, της περιωνύμου πατρίδος του «Έθνους των Καππαδοκών». Ο δε Άγιος Γρηγόριος ο Νανζιαζηνός αναφερόμενος στην τοπική και αρχαιοτάτη Εκκλησία της Καππαδοκίας γράφει χαρακτηριστικά: «Η περιφανής των λόγων Μητρόπολις, η μητήρ σχεδόν απασών των Εκκλησιών ούσα τε απ’ αρχής και νομιζομένη».
Η μεγαλώνυμος Καισάρεια είναι αρχαιοτάτη πόλη της Μικράς Ασίας στην περιοχή της Κιλικίας. Ονομαζόταν Μάζανα ή Μάζακα (πόλη της Σελήνης) και ήταν η πρωτεύουσα της Καππαδοκίας και έδρα του εγχώριου ηγεμόνος. Για κάποιες δεκαετίες έφερε και την ονομασία «Ευσέβεια» προς τιμήν του βασιλέως αυτής Αριαράθου του Ευσεβούς, ενώ κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετονομάσθηκε από τον Αυτοκράτορα Τιβέριο σε Καισάρεια και παρέμενε πάντοτε η πρώτη πόλη της αγιοτόκου Καππαδοκίας. Η αίγλη της πόλεως παρέμενε αμείωτη καθόλη την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που διήρκεσε από το 395 μέχρι το 1071 μ.Χ.
Όταν τον Δ΄ αιώνα ο Μέγας Βασίλειος ανήγειρε την περίφημη «Βασιλειάδα» προς τα βόρεια της παλαιάς πόλεως, τότε αυτή μετατοπίσθηκε προς τα εκεί και σταδιακά εγκαταλείφθηκε η παλαιά πόλη.  Κατά δε τον Ζ΄ και Η΄ αιώνα η Καισάρεια περιήλθε ένεκα των περιπετειών της ιστορίας, υπό την πολιτική κυριαρχία, κατά μικρά χρονικά διαστήματα, των Περσών και των Αράβων.

Η ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΡΟΦΟΣ ΓΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΡΟΦΟΣ ΓΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
Με αφορμή την αγιοκατάταξη του Αγιορείτου Μοναχού Παϊσίου του Καππαδόκου υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Όταν γίνεται μνεία στους ανά τους αιώνες Αγίους της ευλογημένης μεγάλης γης της Καππαδοκίας διαπιστώνουμε ότι αυτή στο διάβα του χρόνου εγέννησε, ανέθρεψε και ανέδειξε «Νέφος αγίων», των οποίων τα ονόματα περικοσμούν τις δέλτους του Αγιολογίου και Εορτολογίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, γεγονός που δικαιολογεί απολύτως τους προσφυώς αποδοθέντας σε αυτήν χαρακτηρισμούς ως «Αγιοτόκου και Αγιοτρόφου Καππαδοκίας». Η δε όντως καθαγιασμένη και αγιοτόκος, περιώνυμος και μεγαλώνυμος πατρίδα του «Έθνους των Καππαδοκών» αποτελεί από του Δ΄ αιώνος και μέχρι σήμερα έδαφος της κανονικής-εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ήτοι του Πανσέπτου και μαρτυρικού Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο δε Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αναφερόμενος στην αρχαιότατη τοπική Εκκλησία της Καππαδοκίας γράφει χαρακτηριστικά: «Η περιφανής των λόγων Μητρόπολις, η Μήτηρ σχεδόν απασών των Εκκλησιών ούσα τε απ’ αρχής και νομιζομένη».
Ο Αρχιμ. Μελέτιος Απ. Βαδραχάνης αναφερόμενος στην ταυτότητα της Καππαδοκίας μέσα στον χωροχρόνο του ιστορικού γίγνεσθαι γράφει με ευσύνοπτο και κατ’ απόλυτα κυριολεκτικό τρόπο ότι η «Καππαδοκία είναι η χωρά Ηρώων, Μαρτύρων και Αγίων».

ΘΡΑΚΗ ΦΑΝΑΡΙΟΣΚΕΠΑΣΤΗ: ΓΗ ΘΡΑΚΙΚΗ – ΓΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς


ΘΡΑΚΗ ΦΑΝΑΡΙΟΣΚΕΠΑΣΤΗ. ΓΗ ΘΡΑΚΙΚΗ – ΓΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ
«Ω φΙλοι, ορΑτε, μηδεΙς υμΑς χωρΙση απΟ της αγΑπης του μυστηρΙου αυτού του ΘρΟνου»

Η Θράκη στο διάβα των αιώνων τελεί αδιαλείπτως υπό το «Πρωτόθρονον και Μαρτυρικόν Ωμοφόριον» του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου.
Η αδέκαστη ιστορία έχει καταγράψει αψευδώς και διά «τεκμηρίων πολλών» ότι η εκκλησιαστική οργάνωση των Επαρχιών του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου της Θρακικής Γης είναι συνυφασμένη ακατάλυτα με την ζωή της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Ο Απόστολος  Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος των Αποστόλων, έδρασε, σύμφωνα με αξιόπιστες ιστορικές πηγές και την παράδοση της Εκκλησίας, στην Μικρά Ασία, τiς περί τον Εύξεινο Πόντο περιοχές, την Θράκη και την Αχαΐα, όπου και εμαρτύρησε. Έτσι, η Αποστολικότητα του Θρόνου της Μητρός Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας είναι αποδεδειγμένα συνδεδεμένη και με την Αποστολικότητα των ιδρυθεισών κατά τόπους Εκκλησιών στις παραπάνω περιοχές, όπου έδρασε ο Πρωτόκλητος Απόστολος Ανδρέας, και μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και εκείνες της ευλογημένης Θρακικής Γης.
Ο «κοινός αποστολικός σύνδεσμος» ανάμεσα στην μεγάλη Θρακώα Γη και την ιερά εκκλησιαστική Καθέδρα της του Κωνσταντίνου Πόλεως, της Θεοτοκουπόλεως Βασιλίδος των Πόλεων, ενισχύεται κατά τους μετέπειτα χρόνους και εκ του γεγονότος ότι προ του Μεγάλου Κωνσταντίνου η μικρά πόλις (Πολίχνη) του λεγομένου Βυζαντίου, η αρχαία αυτή αποικία των Μεγαρέων ήταν Επισκοπή κατά το χριστιανικό αυτής τμήμα, υπαγομένη στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Μητροπολίτου της εν Θράκη Ηρακλείας. Ο δε εκάστοτε Μητροπολίτης Ηρακλείας μέχρι και σήμερα, εάν βεβαίως υπάρχει εν ενεργεία Μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπό τον τίτλο του «Ηρακλείας», σύμφωνα με αρχαιότατο εκκλησιαστικό έθος, εγχειρίζει την πατριαρχική ποιμαντορική ράβδο (πατερίτσα) στον εκάστοτε νεοεκλεγέντα και ενθρονιζόμενο Οικουμενικό Πατριάρχη.

Η ΘΡΑΚΟΧΕΡΣΟΝΗΣΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΛΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΜΑΔΥΤΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΘΡΑΚΟΧΕΡΣΟΝΗΣΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΛΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΜΑΔΥΤΟΥ
· Η πάγκαλος και θεοτίμητος Επισκοπική Νύμφη του Ελλησπόντου
· Γενέτειρα Γη Φιλόμουσων και φιλοπρόοδων Λογάδων και Εκκκλησιαστικών Ανδρών του Ρωμαίϊκου Γένους

·  Το «περικαλλέστατον κόσμημα» στην ακρώρεια της ευλογημένης Θρακώας γης
Μόνον ως «περικαλλέστατον κόσμημα» στην ακρώρεια της ευλογημένης θρακώας γης και «πεποικιλμένον περιδέραιον» της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η Ιερά Μητρόπολη Καλλιουπόλεως και Μαδύτου, η οποία δεσπόζει –και όχι δέσποζε– στη θρακώα χερσόνησο, καθώς ανά τους αιώνες δέχεται τη ζωογόνο αύρα του μυστηριακού Ελλησπόντου.
Η Θρακοχερσονήσια Μητρόπολη Καλλιουπόλεως και Μαδύτου δεν ετάφη κάτω από την ιστορική ταφόπλακα αλλά καθώς έχει «ποιμένα και προστάτη άλκιμο και θεοσεβή», συνεχίζει αδιαλείπτως να ζει στις «άσβεστες συνειδήσεις» των επιγενομένων βλαστών που είδαν το φως της ημέρας μακράν της πατρώας γης ως απόγονοι των πονεμένων προσφύγων προγόνων τους. Και κάθε φορά που ο νέος Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως και Μαδύτου μνημονεύει κατά την ευχαριστιακή σύναξη των ζώντων και κεκοιμημένων απανταχού της γης γόνων της ευάνδρου εκκλησιαστικής επαρχίας του, τότε οντολογικά συγκροτείται «μία ποίμνη με έναν ποιμένα» καθώς καταλύονται τα νομοτελειακά δεσμά και όρια της κτιστής χωροχρονικής πραγματικότητας. Ζώντες και κεκοιμημένοι με αναφορά προς τον Επίσκοπο και Μητροπολίτη τους δορυφορούνται νοερώς ως μέλη οργανικά συνενωμένα στο «ευχαριστιακό σώμα» της τοπικής Εκκλησίας της Καλλιουπόλεως και της Μαδύτου, οπότε οι όροι του ιστορικού γίγνεσθαι αίρονται στην επέκεινα αυτού αλήθεια και ζωή της κατά Θεόν πραγματικότητος.

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Ουκρανική Εκκλησία εν κλυδωνισμώ και εν αναμονή

Γράφει ο Θεολόγος- Εκκλησιαστικός Ιστορικός- Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Ουκρανική Εκκλησία εν κλυδωνισμώ και εν αναμονή
Από τις αγκάλες του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη δικαιοδοσία του Μόσχας
·        Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως εγγυητής της Πανορθοδόξου Ενότητος και της ευστάθειας των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως διαχρονικός ανά τους αιώνες εγγυητής της Πανορθοδόξου Ενότητος ήδη από το έτος 1872 κατεδίκασε στην Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως τον εθνοφυλετισμό (εθνικισμό) εντός της Εκκλησίας ως αίρεση, όταν η αντικανονική και σχισματική Βουλγαρική Εκκλησία αυτοανακήρυξε αυθαιρέτως την αυτοκεφαλία της με εθνοφυλετικά και όχι εκκλησιολογικά και κανονικά κριτήρια επιδιδόμενη σε έναν άκρατο και άκριτο εθνικιστικό προσηλυτισμό καθώς διακονούσε ανορθοδόξως τα εθνικιστικά κι μεγαλοϊδεατικά επεκτατικά σχέδια του Βουλγαρικού κράτους σε βάρος των πατριαρχικών ελληνορθοδόξων πληθυσμών της Μακεδονίας και Θράκης. Ο κίνδυνος λοιπόν του εθνοφυλετισμού ως άκρως διχαστικής και διαιρετικής αντιευαγγελικής και αντιεκκλησιολογικής ιδεολογίας εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας φαίνεται ότι μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενώσεως επανήλθε στο προσκήνιο και τούτο μαρτυρείται ήδη από το 1992 στην πολύπαθη και μαρτυρική Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, η οποία βιώνει επωδύνως σχίσματα και διχοστασίες στο σώμα του Χριστεπωνύμου πληρώματος αυτής.
Ιχνηλατούντες επί της ιστορικής διαχρονικής σχέσεως της Εκκλησίας της Ρωσίας με το παλαίφατο πνευματικό ιστορικό κέντρο του Γένους των «Ρως», που ήταν και παραμένει το Κίεβο, καθώς και τον καταλυτικής και κομβικής σημασίας ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο είναι η Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία και για το Πατριαρχείο της Μόσχας, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η εκκλησιαστική οργάνωση και μετέπειτα χειραφέτηση μέσω της αυτοκεφαλίας και της αποδόσεως της πατριαρχικής αξίας και τιμής στην Εκκλησία της Ρωσίας οφείλεται στην πρωτόθρονη Κωνσταντινουπολίτιδα Εκκλησία.

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
Η ΕΝΣΑΡΚΩΜΕΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ
«Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών» (ΜΘ. 5, 19)
·      Ιωβηλαίον Τεσσαρακονταπενταετούς Αρχιερωσύνης (1972-2017).
·  Το «οστράκινον σκεύος» της θείας χάριτος στη διακονία της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας.
Ο ενθέου σοφίας πεπληρωμένος Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης συχνά διέκρινε την έννοια του «Δεσπότου» (Dominus = Δεσπότης, Κυρίαρχος) από εκείνες του «Επισκόπου» και «Πατρός», επειδή ακριβώς κάποιος δύναται ευκολότερα για τον εαυτό του να είναι και να συμπεριφέρεται ως «Δεσπότης» παρά ως «Επίσκοπος» και «Πατέρας», που είναι όντως μέγα, επώδυνο και δυσχερές πνευματικό πάλαισμα. Κι αν πάλι ο ίδιος αισθάνεται αυτάρκης ως «Δεσπότης» εν τη αυταρεσκεία και φιλαυτία του, καθίσταται έτι περισσότερο δυσχερές να αποβάλει το του «Δεσπότου φρόνημα», ήτοι τον «Δεσποτισμόν», και να γίνει «όλος καθ’ όλα Επίσκοπος και Πατήρ».
Η λέξη ή ο όρος «Δεσπότης» δεν συνάδει προς το πρόσωπο του Μητροπολίτου Θεοδωρουπόλεως Γερμανού, ο οποίος κατά την τεσσαρακονταπενταετή αρχιερατική διακονία του (1972-2017) είναι και παραμένει με όλη τη σημασία των λέξεων «Επίσκοπος» και «Πατέρας». Ίσως για ορισμένους να θεωρηθεί η γραφή τούτη ως «λόγος καθ’ υπερβολήν» – αλλά δεν είναι – επειδή όντως στο αγιοπνευματικό και γνησίως ασκητικό και όλο αγάπη και ταπείνωση πρόσωπο του Θεοδωρουπόλεως Γερμανού  οι όροι «Επίσκοπος» και «Πατήρ» της του Χριστού Μητρός Αγίας Μεγάλης Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας αποκτούν σε απόλυτο βαθμό την αληθή σημασία, πληρότητα και αξία τους. Ακόμη και αν κάποιος επιθυμήσει να προσεγγίσει τον Επίσκοπο και Πατέρα Γερμανό ως Δεσπότη, θα αντιληφθεί τάχιστα ότι πίπτει τραγικά έξω στους υπολογισμούς του ευρισκόμενος ενώπιον ενός αληθούς Επισκόπου, ο οποίος λαλεί «εν σιωπή» και «φαίνει τοις πάσι φως Χριστού» εν τη αφανεία του.

ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ Β΄ ΠΟΡΘΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΕΝΝΑΔΙΟ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΕΘΝΑΡΧΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ Β΄ ΠΟΡΘΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΓΕΝΝΑΔΙΟ Β΄ ΣΧΟΛΑΡΙΟ
Όταν οι Οθωμανοί εισήλθαν στην Βασιλεύουσα επεκράτησε πανικός, λεηλασίες, αγριότητα, βιαιοπραγίες, σφαγές, καταστροφές. Οι Οθωμανοί επί τρείς ημέρες, σύμφωνα με την υπόσχεση που τους είχε δώσει ο κατακτητής Μωάμεθ, λεηλατούσαν και συγκέντρωναν λάφυρα. Όλες οι Εκκλησίες εσυλήθησαν, ιερές εικόνες εκάησαν και πολλά πολύτιμα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα και έγγραφα κατεστράφησαν. Στην συνέχεια ο Μωάμεθ διέταξε επίσημα την διακοπή των βιαιοπραγιών και εισήλθε έφιππος στον ιερό Ναό της Του Θεού Σοφίας, όπου προσευχήθηκε στον Αλλάχ, ευχαριστώντας τον για την νίκη του. Διέταξε να επιχρισθούν όλα τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες και μετέτρεψε την Εκκλησία – Σύμβολο της Χριστιανοσύνης σε τέμενος.
Καθώς όμως ο Μωάμεθ άρχισε να περπατά στους δρόμους της πάλαι ποτέ ενδόξου Κωνσταντινουπόλεως, αντίκρυσε την ερημιά, την καταστροφή και τον θάνατο. Απεφάσισε λοιπόν να αναστήσει την Πόλη και έδωσε διαταγή να εξέλθουν από τις κρυψώνες τους οι ολίγοι εναπομείναντες Έλληνες τους οποίους με απόφασή του δεν επρόκειτο να τους βλάψει κανένας από το στρατό του. Γνωρίζοντας ο ίδιος την προσωπικότητα, το ήθος και τη μόρφωση του Γενναδίου Σχολαρίου, αποφάσισε να τον καλέσει στην Κωνσταντινούπολη για να εκλεγεί Πατριάρχης. Ο Μωάμεθ πίστευε ορθά ότι η εκλογή Πατριάρχου θα έδινε θάρρος στους Έλληνες να επαναπατρισθούν και να επανεγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη.

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Ο Tύφος του Ρωσικού και Σλαβικού Εθνοφυλετισμού στο Άγιον Όρος

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Ο Tύφος του Ρωσικού και Σλαβικού Εθνοφυλετισμού στο Άγιον Όρος (19ος και 20ος Αιώνας)

·      Η ανά τους αιώνες υπαγωγή του Θεοτοκοσκέπαστου Αγίου Όρους στην Εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου διασφαλίζει τη διορθόδοξη Ενότητα και νεκρώνει κάθε τάση εθνοφυλετισμού (εθνικισμού)
· Η μοναστική και ασκητική συνύπαρξη Αγιορειτών Πατέρων διαφορετικής εθνοφυλετικής καταγωγής στην Αθωνική Πολιτεία υπό το Ωμοφόριο του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου αποτελεί την βιωματικώς  και εμπράκτως κατάλυση του εθνοφυλετισμού


Η πρωτόθρονος κα πρωτεύθυνος στη χορεία των ορθοδόξων κατά τόπους Εκκλησιών, Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτις Εκκλησία αίρει αδιαλείπτως επί των ώμων αυτής τον Σταυρό της πρωτοδιακονίας για την θεοειδή ενότητα των πανορθοδόξων και ως ακατάβλητος αμύντορας αποκρούει τα βέλη των ερίδων, διχοστασιών και σχισμάτων που γεννά ο εθνοφυλετισμός (εθνικισμός) όταν στο πάντιμο και Άγιο σώμα της Ορθοδοξίας εμφιλοχωρεί το αντιευαγγελικό, αντιεκκλησιολογικό και αντισωτηριολογικό κριτήριο της διακρίσεως και του διαχωρισμού των μελών του χριστεπωνύμου πληρώματος που δεν είναι άλλο από την εθνοφυλετική καταγωγή.
Ο Ευαγγελικός Λόγος της Του Χριστού μόνης Αληθείας δεν «ομοιογενοποιεί αλλά ενοποιεί» τα μέλη της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Του Χριστού Εκκλησίας στην οποία «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ˙ Πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3, 28-29).
Η ρήση αυτή του Αποστόλου των Εθνών Παύλου αποτελεί βιωματική διακονία του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσα στους 17 αιώνες της Σταυραναστάσιμης αυτοθυσιαστικής κενώσεώς του για την ενότητα των Ορθοδόξων. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο το γεγονός ότι η Μήτηρ Αγία Μεγάλη Του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως στον λεγόμενο «όρο» της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η οποία συνεκλήθη το 1872 στην Βασιλεύουσα λόγω της αντικανονικής και αντιεκκλησιολογικής δράσεως της σχισματικής και πραξικοπηματικώς αυτοανακηρυχθείσης «Βουλγαρικής εξαρχικής Εκκλησίας», κατεδίκασε ως αίρεση τον εθνοφυλετισμό, ο οποίος σύμφωνα με την σαφή και επιτυχή διατύπωση του Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου, «όχι μόνον αποτελεί παρέκκλισιν από της υγιούς αγάπης προς το έθνος και το κράτος, αλλά και είναι πραγματικόν εμπόδιον εις την συνεργασίαν των Ορθοδόξων Εκκλησιών εν τω κόσμω και ο μεγαλύτερος εχθρός της ενότητος της κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Χαλκηδόνος Μελίτωνος Το χρέος της Μεγάλης Εκκλησίας προς την Ευρώπη

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Χαλκηδόνος Μελίτωνος 
Το χρέος της Μεγάλης Εκκλησίας προς την Ευρώπη
· Ο προ σαράντα ετών αφυπνιστικός λόγος του μεγάλου εν Ιεράρχαις αοιδίμου Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος (1913-1989) «επί τη Ιερά Συνάξει της εν Ευρώπη Ιεραρχίας» κατά το έτος 1976, είναι περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρος για την Ευρώπη όπου ανθεί η Ορθοδοξία
· Η Ευρώπη δεν αποτελεί απλώς έναν γεωγραφικό χώρο όπου εκτείνεται η κανονική εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά φέρει ανεξίτηλα την ιστορική, πνευματική και εκπολιτιστική σφραγίδα της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας
· Στην Ευρώπη η Ορθοδοξία έχει ρίζες αιώνιες και η γηραιά Ήπειρος δεν αποτελεί αποκλειστικό τιμάριο του Ρωμαιοκαθολικισμού ή του Προτεσταντισμού
Ο Σταυραναστάσιμος λόγος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως εκφράζεται και βιούται υπό της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ήτοι του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου, αποτελεί οντολογική (υπαρξιακή) και όχι ηθικιστική ή ευσεβιστική πρόταση ζωής προς «πάντα τα έθνη», χωρίς αποκλεισμούς, περιθωριοποιήσεις και αξιολογικές «ετικετοποιήσεις» για να «ζήσει ο κόσμος» και να υπερβεί τον «έσχατον εχθρόν», τον θάνατον. Είναι δε ο Σταυραναστάσιμος λόγος της Ορθοδοξίας περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρος και αποτελεί την μόνη σωτήρια εν Χριστώ οδό σε έναν κόσμο, ο οποίος βιώνει την «οντολογική ανυπαρξία» και τον «αυτομηδενισμό» του. Γι’ αυτό η αποστολή της Ορθοδοξίας έναντι του συγχρόνου ανθρώπου σε χαλεπούς καιρούς συνιστά και το Μέτρο της ιστορικής πνευματικής ευθύνης της.